Η Ρωσία είχε τον δικό της Αίσωπο
Οπως τόσοι και τόσοι αφοσιωμένοι αναγνώστες του Καβάφη, έχω συνηθίσει και εγώ να καταφεύγω στον αφοριστικό του λόγο προκειμένου να κλείνω σε μια περιεκτική φόρμουλα την ουσία των καταστάσεων που μας προκύπτουν. Μας έχει εφοδιάσει πλουσιοπάροχα με «διδάγματα από το παρελθόν της ανθρωπότητας εφαρμόσιμα, όπως επισήμαινε ο Γ. Βρισιμιτζάκης τόσο στην ατομική ζωή όσο και στη ζωή των εθνών». Και όσα λ.χ. μας λέει για τη νέα τάξη πραγμάτων που επιβάλλει στον ελληνιστικό κόσμο η Ρώμη, εφαρμόζονται με ακρίβεια στις πρόσφατες εμπειρίες μας από το γιουγκοσλαβικό. Ομολογώ όμως ότι ετούτη τη φορά μου πρωτοήρθε στον νου όχι ο Καβάφης, αλλά ένας παλιός ρώσος μυθογράφος ο Ιβάν Κριλόφ (1769-1844). Κάποιους μύθους του είχαμε αποστηθίσει από τα σχολικά αναγνωστικά και δεν δυσκολεύτηκα να θυμηθώ το τετράστιχο με το οποίο αρχίζει το ποίημα:
Του ισχυρού πάντα ο ανίσχυρος του φταίει,
τέτοια η Ιστορία αμέτρητα μας λέει.
Κι όσοι από μας δε γράφουμε Ιστορία
ας δούμε τι διδάσκει κι η Μυθολογία.
Η μυθολογία, στην οποία στρέφεται ο Κριλόφ, είναι ο Αίσωπος και το ποίημα διασκευάζει αριστοτεχνικά σε μια δυναμική θεατρική σκηνή με πολύ εκφραστικό διάλογο τον αισώπειο μύθο «Ο λύκος και το αρνί». «Η πρόθεσίς εστίν αδικείν» λέει ο Αίσωπος, εξετάζοντας την αναζήτηση εκ μέρους του λύκου «ευλόγου αιτίας» που θα δικαιολογούσε τη δολοφονική επίθεση στο αρνί. Και ο Αίσωπος και ο Κριλόφ προβάλλουν τον εμπαιγμό των επιχειρημάτων που επιστρατεύονται για ένα μικρό διάστημα και τελικώς παραμερίζονται ως άχρηστα και περιττά: μετρά ο σκοπός και η πράξη. Χτυπητή αναλογία με όσα παρακολουθούσαμε στα καθημερινά δελτία ειδήσεων και άξια αναφοράς.
Η οικουμενικότητα του έργου του
Με την ευκαιρία μου φάνηκε χρήσιμο και ένα μικρό αφιέρωμα στον Κριλόφ. Τον αποκαλούσαν «ρώσο Λαφοντέν» ενώ ίσως πιο εύστοχο θα ήταν «ρώσος Αίσωπος». Μεταφύτευσε σε σοφό σατιρικό λαϊκό ρωσικό λόγο την αισώπεια σοφία. Και κάτι άλλο επίσης ενδιαφέρον: μέσα από τους μύθους του Κριλόφ ο Αίσωπος έκανε μερικά πολύ αξιοπρόσεχτα ταξίδια επιστροφής στα ελληνικά, ξεκινώντας από τα μέσα του 19ου αιώνα.
Ως «παππού Κριλόφ» τον παρουσιάζουν οι γονείς στα παιδιά όταν τους πρωτοδιαβάζουν στην προσχολική ακόμη ηλικία τους μύθους του. Ετσι τον αποκάλεσε το 1838 ο ποιητής Π. Βιάζεμσκι και η διατύπωση έπιασε. Τότε στη Ρωσία γιορτάστηκαν τα 50 χρόνια της παρουσίας του Κριλόφ στη λογοτεχνική ζωή της χώρας και ο πατριάρχης των ρωσικών γραμμάτων, ποιητής και μεταφραστής της «Οδύσσειας» Β. Ζουκόφσκι διαπίστωνε ότι «τα ποιητικά διδάγματα της σοφίας» του έχουν ήδη γίνει λαϊκές παροιμίες και θα ζήσουν μαζί με τον λαό.
Παράλληλα συμβάδιζε και η αναγνώρισή του στο εξωτερικό. Ηταν από τους πρώτους ρώσους συγγραφείς που πρόλαβαν, όσο ζούσαν ακόμη, να δουν το έργο τους μεταφρασμένο σε πολλές γλώσσες. «Διά των μύθων του απέκτησεν ευρωπαϊκήν φήμην» μεταφέρει ο Σ. Καραθεοδωρής στη διάλεξή του «Περί Ρωσσικής Φιλολογίας» (Κωνσταντινούπολη, 1871) την κρίση του γάλλου ακαδημαϊκού Ancelot.
Οι πρώτες όσο γνωρίζουμε* ελληνικές μεταφράσεις του Κριλόφ έγιναν μόλις τρία χρόνια μετά τον θάνατό του. Δημοσιεύτηκαν ανώνυμα σε έξι συνεχή τεύχη στην Αποθήκη των ωφελίμων και τερπνών γνώσεων στην Ερμούπολη της Σύρου (1847) και χάρη στον Σ. Καραθεοδωρή μάθαμε ότι ανήκουν στον Κωνσταντίνο Τζομπαντζόγλου που «εχρημάτισεν επί πολλά έτη καθηγητής εις την εν Πετρουπόλει ακαδημίαν των ανατολικών γλωσσών».
Οι ελληνικές μεταφράσεις
Το ίδιο πυκνή αλλά σε πολύ μεγαλύτερη έκταση και σε πολλά μέτωπα θα είναι η προβολή των μύθων του Κριλόφ από τον Παναγιώτη Αξιώτη, παππού της Μέλπως, που επίσης «εχρημάτισεν επί πολλά έτη» στη Νότια όμως Ρωσία ως έμπορος σιτηρών. Πρόκειται για αληθινή εκστρατεία που συμπεριλαμβάνει τα κυριότερα περιοδικά της εποχής τον «Εσπερο», την «Εβδομάδα», την «Εστία». Το ξεκίνημα εντοπίζεται στον «Εσπερο» όπου τον πρώτο χρόνο της έκδοσής του, το 1881, δημοσιεύεται «η επιτυχής» όπως σημειώνει η σύνταξη «βιογραφία του ρώσου μυθογράφου ην οφείλομεν εις τον γλαφυρόν κάλαμον του εν Γέισκ της Αζοφικής θαλάσσης διαμένοντος ομογενούς Κυρίου Π. Α. Αξιώτου». Το εισαγωγικό σημείωμα κλείνει με ένθερμη παραίνεση: «Ευχής έργον θα ήτο εάν ο λόγιος Κύριος Αξιώτης παρακινηθή κατόπιν να πέμψη ημίν και μετάφρασιν μύθου τινός του διασήμου ρώσσου ποιητού».
Η παρότρυνση του «Εσπερου» εισακούστηκε. Και αρχίζοντας από το δέκατο τεύχος, το περιοδικό δημοσιεύει μια σειρά από μύθους του Κριλόφ σε μετάφραση του Αξιώτη. Εκεί όμως όπου έχουμε να κάνουμε με έναν κατακλυσμό, με μια αληθινή «κριλοφική κατάληψη», είναι η «Εβδομάς». Από το 1888, όταν ο Αξιώτης αρχίζει να συνεργάζεται με την «Εβδομάδα» ως και το 1890 στις σελίδες της θα δημοσιευτούν 48 μύθοι του Κριλόφ. Ενδιάμεσα (1889, αρ. 20) το περιοδικό θα καταχωρήσει και την «Επιστολή περί Κριλώφ» που απηύθυνε ο Αξιώτης στον Ι. Δαμβέργη. Από εκεί μαθαίνουμε ότι και η διεύθυνση της «Εβδομάδος» είχε δείξει για τον Κριλόφ ξεχωριστό ενδιαφέρον και ενθάρρυνε τον Αξιώτη να συνεχίσει το μεταφραστικό του έργο, το οποίο τελικώς ανακεφαλαιώθηκε με την έκδοση της συλλογής: Ι. Α. Κριλώφ. Μύθοι. Κατά μετάφρασιν Π. Α. Αξιώτου. Εκδίδοντος Αγαθοκλέους Γ. Κωνσταντινίδου. Εν Αθήναις 1892.
Και στα δύο δοκιμιακά κείμενα του Αξιώτη «περί Κριλώφ» αξίζει να προσέξουμε την υπογραμμισμένη σατιρική φλέβα του ρώσου ποιητή. Ειδικά στην «Επιστολή» η πλευρά αυτή τονίζεται ως διδακτική για τα ελληνικά γράμματα: «Παρ’ ημίν, όπου κυρίως σάτυρα δεν υπάρχει αλλά μόνον γελοιογραφία ή ύβρεις κατά του ατόμου, πρόξενος πάντως ωφελείας έσεται, φρονώ, η μελέτη των περί ων πρόκειται μύθων». Με την ευκαιρία εκμεταλλεύεται ο Αξιώτης και τη γνωστή φαινομενική αντίθεση ανάμεσα στο γαλήνιο παρουσιαστικό του ποιητή στα χρόνια της ωριμότητας και της δόξας του και της ακοίμητης κριτικής του διάθεσης, διατηρημένης, με κάποιες εξωτερικές μόνο αλλαγές, από τα μαχητικά νεανικά του χρόνια.
Και το φημισμένο πορτρέτο του που φιλοτέχνησε ο Κ. Μπριουλόφ τρία χρόνια πριν από τον θάνατο του ποιητή και το μπρούντζινο μνημείο (έργο του Π. Κλοντ· από το βάθρο του αγάλματος του κρατάνε συντροφιά τα πιο δημοφιλή πρόσωπα των μύθων του) που στήθηκε στον Θερινό Κήπο της Πετρούπολης το 1855, προβάλλουν μια απόμακρη μορφή ενός κουρασμένου σοφού. Επειτα υπάρχει η διαδομένη αγαθή εικόνα του παραμυθά-παππού αλλά και ένα πλήθος από μαρτυρίες και ανέκδοτα που μιλάνε για την απαράμιλλη απάθειά του. Για «αδράνεια» και «φύση, μέχρι τινός, οκνηρά» κάνει λόγο και ο Αξιώτης αλλά παράλληλα τονίζει «το σατυρικόν αυτού πνεύμα και την έμφυτη οξύνοιαν» που αναδείχθηκε και αναπτύχθηκε στα χρόνια της εκδοτικής δραστηριότητάς του και με τη θητεία του στη δραματουργία.
Και στα δύο πεδία οι εμπειρίες του Κριλόφ ήταν εξαιρετικά οδυνηρές λόγω των σκληρών συγκρούσεων με τη λογοκρισία και του δεσποτικού ελέγχου από την ίδια την αυτοκράτειρα Αικατερίνη που δεν ανεχόταν όποια μορφή πνευματικής αντιπολίτευσης και δεν δίστασε να στείλει στη φυλακή τον σατιρικό συγγραφέα και εκδότη Ν. Νοβικόφ. Τα σατιρικά περιοδικά που διηύθυνε ο Κριλόφ σε λίγο έκλειναν, τα τολμηρά θεατρικά του δεν είχαν πιθανότητα προβολής. Εχοντας υπόψη του τη σκληρή μοίρα του Νοβικόφ, ο Κριλόφ προτιμά να αποσυρθεί και βυθίζεται στη σιωπή. Οταν επανέρχεται στις αρχές του 19ου αιώνα, θα καλλιεργήσει το πιο ακίνδυνο για ένα σατιρικό λογοτεχνικό είδος τον μύθο.
Πολιτική σάτιρα
Από έλληνες δοκιμιογράφους του 19ου αιώνα, πριν από τον Αξιώτη, την κοινωνική κριτική στους μύθους του Κριλόφ είχαν επισημάνει ο Σ. Καραθεοδωρής καθώς και ο ανώνυμος κριτικός της «Εστίας» που στο δοκίμιό του «Εις Ρώσσος μυθογράφος» (1878) ακριβώς επάνω σε αυτό το στοιχείο οικοδόμησε την αντιπαράθεση του ρώσου μυθογράφου με τον Γάλλο Λαφοντέν: «Ο Κρυλώφ έχει προθέσεις φιλοσοφικωτέρας· οι μύθοι αυτού προσεγγίζουσι προς την πολιτικήν σάτυραν, πλήττουσι τολμηρώς τας κοινωνικάς καταχρήσεις». Πέρα από την πιστή απεικόνιση των ηθών και την τάση εθνικής αυτογνωσίας, ο κριτικός της «Εστίας» διέβλεπε στον Κριλόφ την επιθυμία δραστικής παρέμβασης στα κακώς κείμενα, την τοποθέτηση ενός «μεταρρυθμιστή». Η ερμηνεία αυτή ίσως μπορεί να εκτιμηθεί και ως διδαχή απευθυνόμενη προς τα ελληνικά λογοτεχνικά δρώμενα.
Η άνθηση της ελληνικής ηθογραφίας θα δημιουργήσει ευνοϊκές προϋποθέσεις για τη θερμή υποδοχή του Κριλόφ. Ενα σχόλιο του συντάκτη της «Εβδομάδος» μεταφέρει την ατμόσφαιρα θαυμασμού γύρω από τους μύθους του, καθώς και την αναγνώριση της «αξιότητας του λογίου αυτών μεταφραστού». Οταν το 1892 θα κυκλοφορήσει η αυτοτελής έκδοση των μύθων, η βιβλιοκρισία της «Εβδομάδος» θα τιμήσει ιδιαίτερα τον μεταφραστικό άθλο του Αξιώτη, «όστις και μόνον διά του έργου τούτου θα κατέκτα θέσιν περίβλεπτον εν πάση φιλολογία. Βαθύς ερευνητής της Ρωσικής εις ην εμυήθη επί μακρά έτη εμπορευόμενος εν Ρωσία, ηνθολόγησεν εκ ταύτης ό,τι ενόμισε συντελούν εις τον πλουτισμόν της αναγεννωμένης ημετέρας…, έφερεν…, με γνησιότατον ελληνικόν ένδυμα, τον μέγαν Ρώσον μυθογράφον και ενεκατέστησεν αυτόν παρ’ ημίν ως υπόδειγμα τέχνης, χάριτος, πνεύματος και φιλοσοφικής βαθύτητος, ιδία δε ως πρότυπον ηθοποιού συγγραφέως, διά δέκα στίχων καυτηριάζοντος, σατυρίζοντος, καθιστώντος μισητά και θεραπεύοντος κάποτε κοινωνικά νοσήματα».
Ας κλείσουμε λοιπόν με την κρίση του άξιου πράγματι μεταφραστή του Κριλόφ, του Π. Α. Αξιώτη: «Μόνον έμπειρος, εμβριθής και προορατικός νους δύναται να εξεύρει μύθευμα, όπισθεν του οποίου να κρύπτηται νέα και ακλόνητος αλήθεια. Ιδού διατί τους αληθώς άξιους μυθογράφους, σοφούς ή φιλοσόφους αποκαλούσι. Και τοιούτος ήτο ο Κριλώφ».
* Στηρίζομαι στις έρευνες του σεμιναρίου μου «Η ρωσική λογοτεχνία στην Ελλάδα. Παρουσίαση, απήχηση, επιρροές. Σπουδή στον χώρο της συγκριτικής φιλολογίας» που εδώ και 10 χρόνια λειτουργεί στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
Η κυρία Σόνια Ιλίνσκαγια-Αλεξανδροπούλου είναι καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.



