Αν ο Οδηγός των δρόμων της πρωτεύουσας δεν ψεύδεται ή δεν κάνει λάθος, πράγμα μάλλον απίθανο άλλωστε, υπάρχουν μόνο δύο δρόμοι σε ολόκληρη την περιοχή της Αθήνας, του Πειραιά και των προαστίων που φέρουν το όνομα της Πρωτομαγιάς, και μάλιστα σε περιοχές που λιγότερο θα περιμέναμε ­ στην Κηφισιά και τη Νέα Ερυθραία. Το γεγονός δεν θα είχε καθεαυτό μεγάλη σημασία, αν οι δρόμοι μιας πόλης δεν ήταν πράγματι ένας από τους κατ’ εξοχήν «τόπους» της συλλογικής μνήμης, «τόπους» διαρκείς και καθημερινούς, που περνούν γι’ αυτό το λόγο απαρατήρητοι. Στην ουσία όμως επιτελούν την ίδια λειτουργία με τις προτομές, τα αγάλματα και τα μνημεία που τιμούν ιστορικά γεγονότα και ανώνυμους ή επώνυμους ήρωες. Είναι τα υλικά υποστηρίγματα μιας εθνικής πρωτίστως και μιας τοπικής δευτερευόντως μνήμης, η οποία ενισχύεται επιπλέον από τους περιοδικούς εορτασμούς, τις επετειακές εκδηλώσεις και τη δημόσια κανονικότητα του συμβολικού λόγου. Η κυκλική αυτή επανάληψη, πέρα από το στόχο της εγχάραξης αξιών και προτύπων συμπεριφοράς, υποδηλώνει αυτομάτως συνέχεια με το παρελθόν, όπως έδειξε πειστικά ο Ε. Hobsbawm στο βιβλίο του για τις Εφευρημένες Παραδόσεις («The Invention of Tradition»). Συμβολίζει εξάλλου και εμπεδώνει την κοινωνική συνοχή ή την ταυτότητα ομάδων και κοινοτήτων, πραγματικών ή φαντασιακών.


Στο πλαίσιο του έθνους-κράτους, η συλλογική εθνική μνήμη αποκτά τους δικούς της θεσμούς, τους τόπους όπου γίνεται αντικείμενο διερεύνησης και συντήρησης: μουσεία, αρχεία, βιβλιοθήκες, εταιρείες. Στους θεσμούς αυτούς καθρεφτίζεται η σχέση μιας κοινωνίας με το παρελθόν της, με αυτό που η ίδια ορίζει ως «ρίζες» και ως «κληρονομιά» της. Οι ίδιοι αυτοί θεσμοί είναι εξάλλου εργαστήρια κατασκευής και μετάδοσης της μνήμης, στο μέτρο που η εικόνα για το συλλογικό παρελθόν δεν είναι εξαρχής ενιαία και ομοιόμορφη.


Η ονοματοθεσία των δρόμων αποτελεί μια διαδικασία παράλληλη και συγγενή προς τη δημιουργία θεσμών επιφορτισμένων με τη μελέτη του παρελθόντος και τη συντήρηση της ιστορικής μνήμης αλλά και προς την ανέγερση μνημείων προς τιμήν ενδόξων νεκρών ή ενδόξων πράξεων. Βρίσκεται ωστόσο στα όρια της επίσημης και της μη επίσημης μνήμης και κατά τούτο θα μπορούσε να είναι χρήσιμο τεκμήριο για τα στοιχεία που πραγματικά συνθέτουν τη μνήμη μιας κοινότητας. Τα στοιχεία αυτά εξάλλου διαρθρώνονται σύμφωνα με εσωτερικές διαβαθμίσεις και ιεραρχήσεις που εξαρτώνται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τη σχετική σημασία ενός δρόμου ­ αν είναι κεντρική λεωφόρος, δευτερεύουσα αρτηρία ή απλώς μικρό στενό. Οι αλλαγές των ονομάτων των δρόμων ή, πάλι, οι αντιστάσεις στη χρήση των νέων ονομάτων στην καθημερινή επικοινωνία μπορούν επίσης να είναι αποκαλυπτικές για τις παραμέτρους της συλλογικής μνήμης.


Αν επιχειρήσουμε, με τις σκέψεις αυτές, ένα μικρό περίπατο στην πόλη, τη συνοικία ή τη γειτονιά μας, θα καταλήξουμε σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα ή έστω υποθέσεις. Σε κάποιες πόλεις, οι πινακίδες των δρόμων είναι οι ίδιες ένα σύντομο μάθημα ιστορίας: κάτω από το όνομα του δρόμου, η επεξήγηση («οδός Π. Τσαλδάρη»: «Ελληνας πολιτικός, 1867-1936»). Σε άλλες πάλι, κανείς δεν κάνει τον κόπο να κοιτάξει τις πινακίδες. Η συνήθεια της παλαιότερης προφορικής χρήσης είναι ισχυρότερη από την πιο πρόσφατη επίσημη ονομασία. Γι’ αυτό και η οδός Πανεπιστημίου στην Αθήνα δεν είναι γνωστή ως «Ελευθερίου Βενιζέλου» ούτε η οδός Πατησίων ως «28ης Οκτωβρίου», που είναι οι επίσημες ονομασίες τους, και παρά το γεγονός ότι οι επίσημες ονομασίες έχουν ιστορικό περιεχόμενο και συμβολική αξία που δεν έχουν οι αρχικές, «ουδέτερες» ονομασίες.


Η θέση της ιστορίας ­ και κυρίως ποιας ιστορίας ­ στο σύστημα ονοματοθεσίας των δρόμων μάς ενδιαφέρει ιδιαίτερα, δεδομένου ότι αντικατοπτρίζει με τον πλέον εναργή τρόπο την κυρίαρχη εικόνα για το συλλογικό παρελθόν. Ο Οδηγός της πρωτεύουσας χαρτογραφεί υπό μία έννοια την ιστορική μας συνείδηση, όπως και οι Οδηγοί των υπόλοιπων ελληνικών πόλεων ­ σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη τοπική συνείδηση. Ο χάρτης αυτός είναι το αποτέλεσμα της συμπλοκής ενός αυθόρμητου, οργανικού αφενός και ενός επιβεβλημένου, ημι-κρατικού αφετέρου ονοματοδοτικού συστήματος ή, αλλιώς, της πολλαπλής μνήμης μιας κοινότητας και της ενοποιητικής μνήμης της κεντρικής αρχής.


Δεν είναι, υποθέτω, τυχαίο ότι οι δρόμοι με ονόματα ηρώων της Ελληνικής Επανάστασης και της Αρχαιότητας υπερέχουν αριθμητικά εκείνων που παραπέμπουν στο Βυζάντιο. Γύρω στους πενήντα είναι οι δρόμοι στην περιοχή της πρωτεύουσας που έχουν το όνομα του Κανάρη ή του Καραϊσκάκη, ενώ ακριβώς μισοί έχουν το όνομα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Αντίστοιχα, ελάχιστοι είναι οι δρόμοι στο κέντρο της Αθήνας που αντλούν τις ονομασίες τους από τη βυζαντινή Ελλάδα σε αντίθεση με την πληθώρα των ονομάτων που εμπνέονται από την Αρχαιότητα και την Επανάσταση. Οι κεντρικές αρτηρίες ωστόσο έχουν μάλλον «ουδέτερα», τοπικής σημασίας, ονόματα και δεν εντάσσονται στο ίδιο πλέγμα της εθνικής ιστορικής συνείδησης παρά μόνο στο μέτρο που θα θεωρήσουμε πως και τα ονόματα των μελών της βασιλικής οικογένειας αποτελούν τμήμα της νεότερης και σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.


Εξω από το κέντρο, προστίθενται κατά ομόκεντρους κύκλους οι επόμενες ιστορικές περίοδοι: οι Βαλκανικοί πόλεμοι, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η δικτατορία του 1967. Από τις δύο πρώτες, περισσότερο από τα ονόματα προσώπων, χρησιμοποιούνται τα ονόματα τόπων που σημαδεύτηκαν από νίκες του ελληνικού στρατού (Μπιζανίου, Χειμάρρας κλπ.). Η περίοδος της δικτατορίας πρόσφερε με τη σειρά της ονόματα δρόμων που συμβόλιζαν την αντίσταση κατά της χούντας. Ετσι, κατά την εποχή της Μεταπολίτευσης, παρατηρούνται ενδιαφέρουσες μετονομασίες που δηλώνουν αλλαγές στην ερμηνεία του εθνικού παρελθόντος: η πλατεία Ι. Μεταξά σε προάστιο της Αθήνας μετονομάζεται, για παράδειγμα, σε πλατεία Δημοκρατίας. Ονόματα όπως 17ης Νοεμβρίου, Ηρώων Πολυτεχνείου, Αλ. Παναγούλη εμφανίζονται επίσης κατά την ίδια περίοδο. Εννοείται ότι παράλληλα καταργούνται όλα τα ονόματα που είχαν επιβληθεί στη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών.


Οι επιλογές αυτές εξαρτώνται βεβαίως κατ’ εξοχήν από τη βούληση της δημοτικής ή της κρατικής αρχής και δεν ανήκουν σ’ αυτό που ονομάσαμε «μη επίσημη» μνήμη. Σ’ αυτή τη μη επίσημη, «φυσική» μνήμη η ιστορική συνιστώσα είναι μάλλον ασθενής, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στους κοινούς τόπους της επίσημης ιστορίας. Για την ανίχνευση πάντως των «τόπων» της μνήμης με οδηγό τα ονόματα των δρόμων, δεν αρκούν μόνο οι παρουσίες και οι συχνότητές τους. Σημαντικές είναι και οι απουσίες και οι σιωπές. Κάποτε μάλιστα, σημαντικότερες. Με την ευκαιρία του ετήσιου εορτασμού της Πρωτομαγιάς, γιορτής σύγχρονης λόγω της σύνδεσής της με το εργατικό κίνημα αλλά και παραδοσιακής ταυτόχρονα λόγω της σύνδεσής της με την άνοιξη ­ ονομάστηκε άλλωστε και «Πάσχα των εργατών» ­, ίσως μπορούμε να αναρωτηθούμε για τους λόγους της απουσίας της από τη μνήμη της πρωτεύουσας.


ΥΓ. Είχε γραφτεί αυτό το κείμενο όταν, την επομένη του θανάτου του Κ. Καραμανλή, το δημοτικό συμβούλιο της Αθήνας αποφάσισε να ανεγερθεί ανδριάντας του στην πλατεία Συντάγματος και να δοθεί το όνομά του σε κεντρικό δρόμο της πόλης, απόφαση που συμπυκνώνει κατά σύμπτωση και τη βασική θέση του άρθρου.


Η κυρία Χριστίνα Κουλούρη είναι επίκουρη καθηγήτρια της Ιστορίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.