Ο δρόμος που διήνυσε ο Σπύρος Βρυώνης από το Μέμφις του Τενεσί ως το Βυζάντιο και από εκεί στον ισλαμικό κόσμο δεν ήταν μόνο συναρπαστικός. Και ούτε ήταν κλειστός μονόδρομος. Ο καθηγητής Βρυώνης, ιδρυτής και ψυχή σήμερα του Κέντρου Μελέτης του Νέου Ελληνισμού στο Σακραμέντο της Καλιφόρνιας ­ «Σπύρος Βασίλειος Βρυώνης» ­, έχει προ πολλού αναγνωριστεί και συγκαταλέγεται στους παγκοσμίως κορυφαίους βυζαντινολόγους – ισλαμολόγους, έχει διδάξει σε μεγάλα πανεπιστήμια και επιφανείς έδρες. Από τις έδρες των ελληνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων το πέρασμα του καθηγητή Βρυώνη ήταν σύντομο, στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Τότε, όμως, για πρώτη και μόνη φορά, οι φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών είχαν την ευκαιρία να διδαχθούν την ιστορία των βαλκανικών λαών.


Και τώρα, με καθυστέρηση πολλών δεκαετιών, εκδόθηκε στα ελληνικά το σημαντικό βιβλίο του «Η παρακμή του μεσαιωνικού Ελληνισμού στη Μικρά Ασία», πασίγνωστο και πολύτιμο εργαλείο για όλους τους μελετητές της ελληνικής ιστορίας. Η έκδοση του βιβλίου του από το Μορφωτικό Ιδρυμα της Εθνικής Τράπεζας, αλλά κυρίως το διεθνές συνέδριο για τη Μικρά Ασία, που διοργάνωσε το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών μαζί και το Κέντρο Βρυώνη, έφεραν για λίγες ημέρες τον καθηγητή Βρυώνη στην Αθήνα.


Με τα ελληνικά του που λάμπουν από κυριολεξία επιστημονική και κατά στιγμές θολώνουν από τη διείσδυση των αγγλικών, ο Σπύρος Βρυώνης, γνώστης άλλωστε τριών ισλαμικών γλωσσών ­ αραβικά, περσικά, τουρκικά ­, αλλά και σερβικών και ρουμάνικων, μας αποκαλύπτει τους σταθμούς του προσωπικού του ταξιδιού μέσα στην Ιστορία και μας δίνει μια εναργέστατη εικόνα της σημερινής Ελλάδας μέσα από το πρίσμα του επιστήμονα που έχει αφοσιωθεί με κάθε τρόπο στη μελέτη της.


* Των Ελλήνων οι κοινότητες


Στη μικρή κοινότητα του Μέμφις και στις συνήθειες των Κεφαλλονιτών, όπου ανήκε και η οικογένειά του, τοποθετεί ο καθηγητής Βρυώνης τη γέννηση της περιέργειάς του για τα γεγονότα της εποχής: «Στη μικρή ελληνική κοινότητα του Μέμφις υπήρχαν τρεις γεωγραφικές ομάδες: οι Γκραβαρίτες, που κατάγονται πάνω από τη Ναυπακτία και είχαν περάσει λιγότερο από την παιδεία. Οι Αρκάδες, πιο εξελιγμένοι, ευχάριστοι άνθρωποι, που κατείχαν όλα τα οφίκια της Εκκλησίας. Είχαν και τα περισσότερα χρήματα γιατί ήταν οι πιο ευέλικτοι στη φορολογία. Και οι Κεφαλλονίτες, σαν την οικογένειά μου, που ούτε οφίκια είχαν ούτε χρήματα, αλλά είχαν ένα άνθρωπο που είχε τελειώσει γυμνάσιο, τον Γεράσιμο Τουλιάτο, που όταν μιλούσε καθαρεύουσα δεν τον καταλάβαινε κανένας κι έτσι τον ψήφιζαν συνεχώς».


Κάθε Κυριακή λοιπόν στα μεσημεριάτικα τραπέζια των Κεφαλλονιτών ο Σπύρος Βρυώνης είναι το μοναδικό παιδί που παρακολουθεί τις συζητήσεις των μεγάλων: «Αλλοι είχαν ζήσει στην Αίγυπτο και ήξεραν αραβικά, άλλοι είχαν πολεμήσει στη μικρασιατική εκστρατεία, άλλοι στους Βαλκανικούς και άλλοι ανήκαν στους τσολιάδες που ο Βενιζέλος είχε στείλει για να βοηθήσει στην δήθεν κατάπνιξη του μπολσεβικισμού. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν σαν υπαρξιακό τα θέματα της παγκόσμιας ιστορίας».


* Υδρόγειος και Ξενοφών


Παρακολουθεί τις διαμάχες βενιζελικών και βασιλικών, ακούει τις περιγραφές των θείων του που ταξιδεύουν στην Κωνσταντινούπολη και όταν ο πατέρας του τού χαρίζει μια μικρή υδρόγειο σχεδιάζει πάνω της την προέλαση του ελληνικού στρατού στον Σαγγάριο και την υποχώρηση: «Ολα αυτά μαζί μου δημιούργησαν μια καλειδοσκοπική αντίληψη του κόσμου και του Ελληνισμού, έμαθα τους εχθρούς, αλλά ποτέ αυτή η εικόνα δεν χρωματίστηκε από μίσος. Τον Ελληνισμό δεν τον συζητούσαμε μόνο αλλά τον ζούσαμε».


Στην εκκλησία δεν πηγαίνει γιατί προτιμά τη συντροφιά με τους φουρναραίους που δουλεύουν για τον πατέρα του, το «Κύριε Ελέησον» που ακούει για πρώτη φορά νομίζει πως είναι κύριο όνομα, η ελληνική γλώσσα υποχωρεί αλλά καθώς ακούει τον πατέρα του να διαβάζει μεγαλοφώνως την «Ανάβαση» του Ξενοφώντα οι αρχαίες ελληνικές λέξεις τού ηχούν μαγικά. Βρίσκει μέσα στα προικιά της μητέρας του μια κασελίτσα με ρωμαϊκά και βυζαντινά νομίσματα, τα παρατηρεί, τα θαυμάζει.


Μετά από ένα εξαετές πέρασμα από σκληρή στρατιωτική σχολή, εγγράφεται σε κολέγιο με σκοπό να σπουδάσει Νομικά, ιδέα που εγκαταλείπει ως βαρετή και ανακαλύπτει τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά: «Η κατάκτηση της αρχαίας ελληνικής γραμματικής ήταν η αρχή της καινούργιας ζωής μου, βρήκα όλα αυτά που αναζητούσα και δεν ήξερα πού να τα βρω».


* Οι νέοι ήχο του Τσιτσάνη


Η υποτροφία που εξασφαλίζει για την Αμερικανική Αρχαιολογική Σχολή των Αθηνών, που τότε περνούσε ημέρες δόξας με τον περίφημο καθηγητή Κάσκι και τον εξίσου διάσημο και αγαπημένο σε όλους Βάντερπουλ, του αποκαλύπτει την Ελλάδα. Μελετά, κάνει αθλητισμό και πηγαίνει στις Τζιτζιφιές για να βλέπει τον Τσιτσάνη, «λεπτό και τελείως ανέκφραστο να στέλνει νέους ήχους. Ηταν 1951, μόλις είχε λήξει ο Εμφύλιος και οι οικονομικές καταστροφές ήταν ακόμη πολύ χτυπητές. Η Αθήνα όμως ήταν ένα διαμάντι. Αυτά για μένα ήταν πρωτόγνωρα. Τότε είδα όλη την Ελλάδα, όλα τα αρχαία και τα βυζαντινά. Γοητεύτηκα και αποφάσισα να κάνω διδακτορικό στα βυζαντινά και μετά να ανακαλύψω το επόμενο στάδιο.


Εγώ αποφάσισα ότι θέλω να κατακτήσω όλες τις γνώσεις που θα μου έδιναν πρόσβαση όχι μόνο σε όλη την πορεία του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και σε όλο τον δυναμισμό του εκτός των ελληνικών συνόρων. Είδα ότι έπρεπε να μάθω τις ισλαμικές γλώσσες, και ανά τετραετία αφοσιωνόμουν σε μια καινούργια για μένα γλώσσα για να μπορώ να διαβάζω τις παλαιές πηγές αλλά και τα σημερινά πορίσματα της επιστήμης είτε στα τουρκικά, είτε στα σερβικά, είτε στα ρουμάνικα. Αυτή η πορεία σταμάτησε όταν έφυγα από την Καλιφόρνια να πάω στο Ωνάσειο, το 1989».


* Οι θεσμικές αντιδράσεις


Η ίδια αυτή επιθυμία να κατακτήσει όλες τις γνώσεις που αφορούν τον νέο Ελληνισμό, και που τον οδηγούσε σε κάθε πέρασμά του από μεγάλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, βρίσκεται και πίσω από την ίδρυση του Κέντρου Σπύρος Βασίλειος Βρυώνης που ιδρύει το 1985 στο όνομα του γιου του που έχασε πρόωρα: «Δεν είχα τίποτε άλλο να αφιερώσω στη μνήμη του εκτός από τα λίγα γράμματα που ήξερα.


Το Κέντρο, μη κερδοσκοπικό ίδρυμα, έχει σκοπό τη μελέτη, την παραγωγή και τη διάδοση νέων επιστημονικών γνώσεων γύρω από τον Ελληνισμό. Η απόφαση να γίνει το Κέντρο πάρθηκε τον Ιούνιο του 1985. Ενα μήνα νωρίτερα, τον Μάιο, επρόκειτο να ψηφιστεί στο Κογκρέσο η πρόταση των 172 να αναγνωριστεί η 25η Απριλίου ετησίως ως ημέρα των σφαγών και διωγμών κατά των Αρμενίων. Η τότε κυβέρνηση έφερε τρομερή αντίδραση και πέτυχε να ακυρωθεί και την επόμενη ημέρα μια ολοσέλιδη διαφήμιση στους “Νιου Γιορκ Τάιμς” και στην “Ουάσιγκτον Ποστ”, που τότε κόστιζε 40.000 δολάρια, από την Ενωση Τουρκοαμερικανικής Φιλίας, με διεύθυνση ένα γραμματοκιβώτιο, πρόβαλε τις υπογραφές 69 διάσημων αμερικανών τουρκολόγων ότι δεν έγιναν ποτέ σφαγές των Αρμενίων».


Η αντίδραση από την πλευρά των Ελλήνων για να είναι αποτελεσματική έπρεπε να είναι θεσμική. Και από μια συνάντηση που είχε με τον ελληνοαμερικανό γερουσιαστή της Καλιφόρνιας, κ. Νικόλαο Πετρή, τον κ. Αγγελο Τσακόπουλο, τον επίτιμο πρέσβη της Κύπρου κ. Κυπριανίδη και τον δημοσιογράφο Λάμπρο Παπαντωνίου, γεννιέται η απόφαση να ιδρυθεί το Κέντρο με την απόλυτη οικονομική συμπαράσταση του κ. Αγγ. Τσακόπουλου.


* Ο διωγμός των ελληνικών


«Σε μια χώρα και σε έναν κόσμο όπου το επίκεντρο των σπουδών έχει προ πολλού απομακρυνθεί από τις ανθρωπιστικές, όπου ανθούν οι ισλαμικές και όπου η κοινή αντίληψη είναι ότι οι Ελληνες δεν αξίζουν, είναι κατώτερη ράτσα, ενώ έχουν θεοποιηθεί οι Τούρκοι», δεν είναι εύκολο να επιβιώσει η μελέτη των ελληνικών.


«Δεν έχουν γίνει σοβαρές επενδύσεις, όπως κάνουν οι Τούρκοι. Για να ιδρύσεις μια έδρα χρειάζεσαι 2 εκατομμύρια δολάρια κεφάλαιο».


Το Κέντρο προσπαθεί να καλύψει αυτό το κενό στην παιδεία: να μελετά τον Ελληνισμό από τον Ομηρο ως σήμερα αλλά και να κάνει το αντίστοιχο για τους γείτονες λαούς, να μελετά τις σχέσεις και τις επιπτώσεις των σχέσεων. Εχει ήδη δημιουργήσει μια τεράστια βιβλιοθήκη, από τις τρεις – τέσσερις καλύτερες της Αμερικής, με αρχαία, βυζαντινά, της Τουρκοκρατίας και νεοελληνικά. «Αλλά και με 3.000 τόμους τουρκικά βιβλία προ και μετά Μεντερές· και μόλις τώρα αγοράσαμε όλη την επίσημη νομοθεσία των Τούρκων από το 1860 ως σήμερα, 2.000 βουλγαρικά βιβλία, αλλά έχουμε αρχίσει και μια καλή συλλογή βιβλίων για την ελληνική διασπορά». Οι εκδόσεις του Κέντρου για τον Ελληνισμό, αρχαίο, μεσαιωνικό τουρκοκρατούμενο και σύγχρονο, καθώς και η σειρά εκδόσεων για τους γείτονες αριθμούν 26 βιβλία και αναμένονται άλλα 11.


Η εκλαΐκευση των γνώσεων και η μετάδοσή τους, για να προκαλέσει το ενδιαφέρον των Ελλήνων της Αμερικής, της Αυστραλίας και του Καναδά, είναι ένας άλλος στόχος του Κέντρου: «Χωρίς φανατισμούς, μπορώ να πω ότι η γλώσσα δεν είναι το παν. Η γλώσσα πέπρωται να πνιγεί. Οι Ελληνες της γενιάς μου δεν μπορούν να κάνουν μια συζήτηση στα ελληνικά και οι νεότεροι δεν γνωρίζουν καθόλου ελληνικά. Ναι, να καθυστερήσει η εξαφάνιση της γλώσσας, ναι, να διδάσκεται αλλά δεν μπορείς να βάλεις όλα τα αβγά σε ένα καλάθι».


* Ανεξαρτησία ή απομόνωση;


Το ότι το Κέντρο δεν υπάγεται σε κανένα πανεπιστήμιο, «παρ’ όλες τις δελεαστικές προτάσεις που έχει δεχτεί», είναι για τον καθηγητή Σπ. Βρυώνη η εγγύηση όχι μόνο της ανεξαρτησίας του αλλά και της ανάπτυξής του: «Τα πανεπιστήμια αλλάζουν κάθε τόσο, τα πρόσωπα που θέλουν αυτές τις πρωτοβουλίες τα διαδέχονται άλλα που είναι αρνητικά. Εκτός αυτού θα γινόμασταν ιδιοκτησία του πανεπιστημίου και θα είχαμε πέντε πρυτάνεις από πάνω μας: ο ένας φέρνει τη δυσκολία, ο δεύτερος τη δυσχέρεια, ο τρίτος βαριές κουβέντες, ο τέταρτος φέρνει ξύλο και στον πέμπτο πια στέλνεις τους δικηγόρους. Εμείς είμαστε ανεξάρτητοι, δεν κάνουμε προπαγάνδα, την Ιστορία ερευνούμε και η Ιστορία, χωρίς να είμαστε αναμάρτητοι, είναι με το μέρος μας».


Οσο και αν ο καθηγητής Σπ. Βρυώνης δηλώνει ότι είναι ιστορικός, δηλαδή «κάποιος που μελετά τους νεκρούς επειδή δεν τον ζορίζουν», είναι γνωστό ότι παρακολουθεί άγρυπνα το σημερινό τοπίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, των σχέσεων με τους λοιπούς γείτονες. «Δεν είμαι λομπίστας», λέει, αλλά το ελληνικό λόμπι ακούει προσεκτικά τη γνώμη του. Ο ίδιος δεν θεωρεί ότι υπερεκτιμούμε εδώ στην Ελλάδα τις δυνατότητες του ελληνικού λόμπι: «Ο ρόλος του λόμπι είναι βοηθητικός, σαν τα φάρμακα που χαλαρώνουν για λίγο το σώμα ώστε να αντιδράσει αμέσως μετά ζωηρότερα. Και από αυτή την άποψη το ελληνικό λόμπι έχει σημειώσει επιτυχίες, όπως την υπόσχεση που απέσπασε από τον πρόεδρο Κλίντον ότι δεν θα δώσει πλήρη αναγνώριση στη FYROM προτού ικανοποιηθεί η Ελλάδα ή το θέμα του εμπάργκο».


* Σκόπια και Τουρκία


Η σύγχυση στον κατάλογο προτεραιοτήτων της ελληνικής κυβέρνησης είναι μια φράση που έρχεται συχνά στο στόμα του καθηγητή Βρυώνη: «Τρία χρόνια χάθηκαν για την Ελλάδα συζητώντας το θέμα του ονόματος των Σκοπίων. Το ξέρω ότι θα με πουν προδότη και ξέρω ότι δεν έχω δικαίωμα να μιλάω, αφού δεν ζω εδώ, αλλά το θέμα του ονόματος δεν ήταν πραγματικό, ήταν συναισθηματικής τάξεως. Αλλά είδα μια παραβίαση της ορθής ταξινόμησης των προτεραιοτήτων, γιατί την ίδια ώρα ο τουρκικός στρατός όλο και αυξανόταν. Δεν είναι το ίδιο να φωνάζεις για το όνομα και για τις παραβιάσεις που είναι περισσότερες από 1.000 κάθε έξι μήνες.


Ο ιστορικός δεν είναι προφήτης και εγώ δεν πιστεύω σε θεωρητική προσέγγιση των ελληνοτουρκικών. Οι διαφορές μεταξύ των γειτόνων είναι οι χειρότερες, εκτός βέβαια από τις εμφύλιες. Αυτός που θα καταφέρει την υπεροπλία θα επιβληθεί ­ αυτός ο πρωτόγονος δυναμισμός ίσχυε από την εποχή του Θουκυδίδη και ισχύει το ίδιο σήμερα. Καμιά χώρα δεν κατασπαταλεί τα χρήματα που ξοδεύει η Τουρκία, για να σκουριάσουν τα όπλα της. Η Ελλάδα σε αυτά έχει μείνει πίσω, δεν την κακίζω, έκανε μια άλλη επιλογή. Η σπατάλη για τον εξοπλισμό κατέστρεψε την οικονομία, προκάλεσε την ανάπτυξη του Ρεφάχ που το ψήφισαν από απελπισία. Οι ισλαμιστές έχουν διεισδύσει στον κρατικό μηχανισμό και στα πανεπιστήμια. Από την άλλη, η βρεφική θνησιμότητα στην Τουρκία είναι πια 4,5 προς 1 ως προς την Ελλάδα, ο μέσος όρος ζωής του Ελληνα είναι κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερος από του Τούρκου».


Να και κάτι παρήγορο, του λέω.


«Τι να το κάνεις άμα σου πάρουν το σπίτι», απαντά ο κ. Σπύρος Βρυώνης και κλείνει την κουβέντα.