Η συχνά συμπλεγματική σχέση των Βαλκανίων με την Ευρώπη συζητήθηκε στη στρογγυλή τράπεζα με τίτλο «Η βαλκανική διάσταση της Ευρώπης» που διοργανώθηκε την περασμένη Πέμπτη στο Γαλλικό Ινστιτούτο σε συνεργασία με «Το Βήμα». Οσο αυτονόητες και αν θεωρούνται οι δύο έννοιες, Βαλκάνια και Ευρώπη, ο ορισμός τους απασχόλησε τους τρεις ομιλητές ενώ έγινε και αντικείμενο διαφωνίας στη συζήτηση που ακολούθησε. Οι περισσότεροι συμφώνησαν ότι κοινό στοιχείο των Βαλκανίων είναι πως υπήρξαν μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αν και οι περισσότεροι «αρνούνται» αυτό το παρελθόν.
«Ο όρος Βαλκάνια επινοήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα από τους γεωγράφους της εποχής» είπε ο Γιώργος Πρεβελάκης, καθηγητής Γεωπολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Παρατήρησε ότι η διαφορά μεταξύ Ευρώπης και Βαλκανίων «υπάρχει στα μυαλά των ανθρώπων»: στην Ελλάδα, λ.χ., λέμε «Θα πάω στην Ευρώπη». Συνόψισε τη σχέση των δύο ως «αναπόφευκτη» (η Ευρώπη δεν μπορεί να μην ασχοληθεί με τα Βαλκάνια διότι, για παράδειγμα, τυχόν αποσταθεροποίηση στα δεύτερα επηρεάζει την πρώτη με μεταναστευτικά κύματα κτλ.), «απωθητική» (η Ευρώπη θα ήθελε να τα αγνοήσει λόγω τραυματικών εμπειριών του παρελθόντος) και «αναποτελεσματική» (η Ευρώπη υποτιμά και παραμελεί τα Βαλκάνια, σπεύδοντας σπασμωδικά εκ των υστέρων στις κρίσεις που δημιουργούνται και δίνοντας ανεπαρκείς λύσεις).
Ο Λυκ Λεβί, ειδικός για τα Βαλκάνια στο Κέντρο Ανάλυσης και Πρόβλεψης του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών, ο οποίος έζησε στο Βελιγράδι το 1992-98, παρατήρησε πως οι Βαλκάνιοι τείνουν να θεωρούν ότι για να γίνουν Ευρωπαίοι πρέπει να αποστασιοποιηθούν από τη βαλκανική ταυτότητά τους. Τόνισε όμως ότι οι δύο ταυτότητες δεν είναι αντιφατικές. Εν αντιθέσει με τον κ. Πρεβελάκη, που δήλωσε «μη αισιόδοξος» για το άμεσο μέλλον το Βαλκανίων («τα οποία έχουν αυξανόμενη εξάρτηση από την Ευρώπη»), ο κ. Λεβί θεωρεί ενθαρρυντικό το ότι οι βαλκανικοί λαοί πήραν τελευταίως τη μοίρα τους στα χέρια τους.
Ο Στέφανος Πεσμαζόγλου, καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, αναφέρθηκε σε ένα «βαθιά ριζωμένο» απόφθεγμα των Ελλήνων, που δημιουργήθηκε «ως αντίδραση πλεγματική στον αποκλεισμό τους από τον ευρωπαϊκό ορίζοντα»: τόσο ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας όσο και υπουργοί (λ.χ. Μένιος Κουτσόγιωργας) έχουν υποστηρίξει ότι «εσείς, Ευρωπαίοι, “δεν σας παίρνει” να μας ασκείτε κριτική καθ’ όσον όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες εσείς ήσαστε σκαρφαλωμένοι στα δέντρα ημίγυμνοι και τρώγατε βελανίδια». Οι Σέρβοι, πρόσθεσε, έχουν επινοήσει αντίστοιχα εθνικιστικά αποφθέγματα, όπως, λ.χ., για τη διάδοση των μαχαιροπίρουνων στις αυλές των Φράγκων.
Στη συζήτηση που ακολούθησε, ο γάλλος πρεσβευτής στην Αθήνα Ζαν-Μορίς Ριπέρ διαφώνησε με την «άσκηση αυτομαστιγώματος» ορισμένων από τους ομιλητές. «Διαφωνώ με το ότι η Ευρώπη “θα έπρεπε, θα μπορούσε, αλλά δεν έκανε”. Εχει κάνει πολλά αλλά δεν μπορεί να κάνει τα πάντα στη θέση των πληθυσμών των Βαλκανίων» είπε και η παρέμβασή του χειροκροτήθηκε.
Ο διευθυντής σύνταξης του «Βήματος» Γιάννης Καρτάλης, που συντόνιζε τη συζήτηση, παρατήρησε ένα παράδοξο στη σχέση Ευρώπης και Βαλκανίων. «Το 1991 η Ευρώπη αποφάσισε τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας, με τη δημιουργία του κράτους της Σλοβενίας, δηλαδή δημιούργησε στην περιφέρειά της νέα σύνορα ενώ την ίδια στιγμή καταργούσε τα σύνορα εντός της ΕΕ». Σήμερα για να πάει κάποιος από τη Σλοβενία στην Ελλάδα διασχίζει πέντε σύνορα, πρόσθεσε, ενώ εντός της ΕΕ κυκλοφορεί χωρίς διαβατήριο.
Ο όρος Δυτικά Βαλκάνια, δηλαδή η πρώην Γιουγκοσλαβία, παραπέμπει σε μια απομάκρυνση από την υπόλοιπη Ευρώπη. Αυτή η αντίληψη έχει δύο συνιστώσες. Πρώτον, ότι τα Βαλκάνια είναι ένας χώρος στον οποίο εκδηλώνονται οι ανταγωνισμοί μεταξύ των ισχυρών χωρών της Ευρώπης, ανταγωνισμοί άσχετοι με τους λαούς των Βαλκανίων. Και, δεύτερον, ότι για να γίνει ένας Βαλκάνιος Ευρωπαίος, πρέπει να διαφοροποιηθεί από το περιβάλλον του. Για να γίνει δηλαδή Ευρωπαίος, πρέπει να αρνηθεί τη βαλκανική ταυτότητά του.
Τα Δυτικά Βαλκάνια διαφέρουν από την Κεντρική Ευρώπη παρά το γεγονός ότι και οι δύο περιοχές βίωσαν την κομμουνιστική εμπειρία. Αυτό έγινε ιδιαιτέρως εμφανές το 1989, όταν η προβληματική που αναπτύχθηκε στη Γιουγκοσλαβία διέφερε σημαντικά από εκείνη που αναπτύχθηκε στις άλλες χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ.
Ο εθνικισμός που εμφανίστηκε στα Δυτικά Βαλκάνια τη δεκαετία του ’80, περιλάμβανε την «αγιοποίηση» του κράτους-έθνους, των συνόρων και των διαφορών από τους γείτονες. Ο κροατικός εθνικισμός, όπως τον εξέφρασε ο Φράνιο Τούτζμαν, αποστασιοποιούσε την Κροατία από τα Βαλκάνια και πρόβαλλε το όραμα μιας Ευρώπης καθολικής και προτεσταντικής, στην οποία η Κροατία όφειλε να παίξει τον ρόλο του συνόρου – ο ορθόδοξος κόσμος δεν αποτελούσε μέρος της Ευρώπης. Ο κροατικός εθνικισμός σπανίως αναφερόταν σε άλλες πλευρές της Ευρώπης πλην της θρησκευτικής, λ.χ. στη δημοκρατία.
Για τη σερβική κουλτούρα ο ορθόδοξος κόσμος αποτελεί μέρος της Ευρώπης. Στο Βελιγράδι αναπτύχθηκε ένα μείγμα σερβικού εθνικισμού και κομμουνιστικής ιδεολογίας που θεωρούσε ότι η Ευρώπη, στην οποία κυριαρχούσε η Γερμανία, επεδείκνυε εκδικητικές διαθέσεις απέναντί του.
Οσον αφορά τον αλβανικό εθνικισμό, αντιμετώπιζε την Ευρώπη με καχυποψία γιατί οι Ευρωπαίοι δεν υποστήριζαν το αλβανικό ζήτημα. Αλλά και το Βελιγράδι είχε την τάση να ευνοεί τις σχέσεις με τις ΗΠΑ παρά με την Ευρώπη – κατάλοιπο του Ψυχρού Πολέμου. Στη διάρκεια των συγκρούσεων στη Γιουγκοσλαβία, το Βελιγράδι άρχισε να αντιλαμβάνεται τη σημασία του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Σήμερα στο Βελιγράδι έχει πάρει τα ηνία μια πολιτική τάξη πιο φιλοευρωπαϊκή, αντίθετη προς τη λογική των συγκρούσεων, η οποία έχει αντιληφθεί ότι η σταθερότητα είναι απαραίτητη για να βρεθεί μια λύση στο αλβανικό πρόβλημα. Το Ζάγκρεμπ συνεχίζει να πιστεύει ότι η ευρωπαϊκή διάστασή του ισούται με την απομάκρυνσή του από τα Βαλκάνια αλλά έχει συνειδητοποιήσει ότι η περιφερειακή σταθερότητα είναι αναγκαία. Οι Ευρωπαίοι παίζουν το χαρτί της σταθερότητας στην περιοχή. Οι αλβανικές ελίτ παραμένουν πιο κοντά στις ΗΠΑ και έχουν μια ελαφρά δυσπιστία προς την Ευρώπη.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ Η έννοια της βαλκανιοποίησης
Η Ευρώπη δεν είναι μία και ενιαία προσδιοριζόμενη αποκλειστικά από τη Δυτική Ευρώπη. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για τρεις πολιτισμικούς κύκλους: πέρα από τον δυτικό ευρωπαϊκό, τον βορειότατο σκανδιναβικό, τον ανατολικό και τον νοτιοανατολικό ορθόδοξο (συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσίας). Εξίσου αυτονόητο είναι πως και τα Βαλκάνια δεν είναι ενιαία. Σχηματικά διακρίνει κανείς εύκολα τη σλαβική συνιστώσα, την αλβανική, την ελληνική αλλά και την τουρκική.
Κατά παράδοξο και δραματικό τρόπο ανακαλύπτουμε όχι μόνο την Ευρώπη στα Βαλκάνια αλλά και τα Βαλκάνια στην Ευρώπη, διαπίστωση η οποία μας οδηγεί σε μία ακόμη διάσταση της Ευρώπης όπως κατασκευάζεται στο εργαστήριο των λέξεων. Ο λόγος περί «βαλκανιοποίησης»: ο όρος επικυρώθηκε από τους Δυτικούς μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως μεταφορά της βίας και του κατακερματισμού, του πολέμου όλων εναντίον όλων.
Και όμως οι θρησκευτικοί πόλεμοι κάποτε (Εκατονταετής και Τριακονταετής), ο γαλλοπρωσικός στα τέλη του 19ου αιώνα και οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι στον 20ό πείθουν με τον εκθετικά αυξανόμενο αριθμό νεκρών πως δεν υπάρχει άλλο πεδίο μαχών τόσο φονικών επί της γης όσο η Ευρώπη. Δεν αποκλείεται με τον όρο «βαλκανιοποίηση» στον καθρέφτη των Βαλκανίων να αντικατοπτρίζονται και να εξορκίζονται οι βαθύτεροι φόβοι της Ευρώπης όχι τόσο για την περαιτέρω στερεότυπη βαλκανιοποίηση των Βαλκανίων όσο για την εν δυνάμει βαλκανιοποίηση της ίδιας της Δύσης (η οποία θα κατέλυε την αυτοκολακευτική εικόνα του εαυτού της).
Ενα σημείο που αξίζει να μελετηθεί σε βάθος είναι η πορεία της αποσύνθεσης της Γιουγκοσλαβίας. Πώς δηλαδή σε μια χώρα που λειτούργησε ένα πολυπολιτισμικό μοντέλο για δεκαετίες με 2 εκατομμύρια μεικτούς γάμους καλλιεργούνται αμοιβαία το μίσος και η μισαλλοδοξία οδηγώντας τη χώρα σε έναν αβυσσαλέο εμφύλιο πόλεμο με εθνοκαθαρτικό υπόβαθρο και με πάνω από 250.000 νεκρούς. Κύριος αυτουργός – καθ’ όσον και ο ισχυρότερος – το σερβικό καθεστώς, όχι όμως και ο μόνος καθ’ όσον συμμετέχουν και το κροατικό αλλά εν τέλει και οι Αλβανοί Κοσοβάροι. Η Ευρώπη αντί να αναχαιτίσει επιτάχυνε τον ρυθμό με μία σειρά διακηρύξεων και επιτροπών (αρχής γενομένης με την επιτροπή Batinder) ζητώντας δημοψηφισματικά «συντριπτικές πλειοψηφίες» εθνοτικά συμπαγείς ως κριτήριο νομιμοποίησης αποσχιστικών κινημάτων και αναγνώρισης νέων κρατικών οντοτήτων. Φυσικά και γνωρίζουμε πώς λειτούργησαν αυτές οι θέσεις: για να τεκμηριώσει η κάθε εθνότητα την αυθυπαρξία της, επιδόθηκε απλούστατα σε έναν ανελέητο αγώνα αλληλοεξόντωσης. Τις ίδιες αντιλήψεις και πρακτικές νομιμοποίησε και η συμφωνία του Dayton, μια που αποδεχόταν στη Βοσνία ως πρακτική την αμοιβαία εθνοκάθαρση.
ΓΙΩΓΡΟΣ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗΣ Το «σύνδρομο του Σαράγεβο»
Τον 18ο αιώνα η θεώρηση των Ευρωπαίων ως προς τους βαλκανίους λαούς άλλαξε ριζικά. Από συνεργοί των Οθωμανών και σχισματικοί, οι ορθόδοξοι μετετράπησαν σε θύματα των Τούρκων, τα οποία όφειλε να ελευθερώσει η Ευρώπη. Ο «εξευρωπαϊσμός» των Βαλκανίων έχει, επομένως, παρελθόν το οποίο υπερβαίνει τους δύο αιώνες. Το μεγαλεπήβολο αυτό σχέδιο (η αφετηρία του οποίου είναι η δημιουργία του ελληνικού κράτους) προκάλεσε πολλά προβλήματα. Ενέτεινε τις αντιφάσεις ανάμεσα στις ευρωπαϊκές δυνάμεις και οδήγησε σε στρατιωτικές συγκρούσεις στις οποίες ενεπλάκησαν τόσο οι Βαλκάνιοι όσο και οι Ευρωπαίοι. Ετσι, η έννοια του «Βαλκανίου» συνδέθηκε με γεωπολιτικά αδιέξοδα και με πολεμικές αγριότητες.
Ο Ψυχρός Πόλεμος έθεσε σε παρένθεση τη βαλκανική γεωπολιτική πραγματικότητα. Τα Βαλκάνια χωρίστηκαν σε μια ανατολική και σε μια δυτική ζώνη και έτσι η βαλκανική διάσταση της Ευρώπης εξαφανίστηκε. Επανεμφανίστηκε όμως βίαια μετά το 1989. Οι γνωστές δυσκολίες επανέφεραν σταδιακά στην επιφάνεια τα παλαιά στερεότυπα. Ο βάρβαρος Βαλκάνιος έλαβε κυρίως τη μορφή του Σέρβου, αλλά η αρνητική αυτή εικόνα επεκτείνεται συστηματικά και στους άλλους λαούς των Βαλκανίων.
Στην κλίμακα της Ευρώπης τα Βαλκάνια εμφανίζονται ασήμαντα ως προς τους πληθυσμούς, τις επενδύσεις, τη στρατιωτική ισχύ, τους φυσικούς πόρους, την τεχνολογική πρόοδο. Η υποτίμηση των Βαλκανίων οδήγησε συχνά στο παρελθόν σε ευρωπαϊκές καταστροφές. Το «σύνδρομο του Σαράγεβο» έγινε το σύμβολο του αρνητικού γεωπολιτικού δυναμικού των Βαλκανίων. Η Ευρώπη όμως δεν μοιάζει να διδάσκεται από τις βαλκανικές της εμπειρίες. Με τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου υποβάθμισε συστηματικά τα βαλκανικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να ασχοληθεί με αυτά υπό πίεση, ύστερα από άγριες κρίσεις. Και τότε, όμως, η ενασχόλησή της ήταν κατά κανόνα αποσπασματική, επιπόλαιη και σπασμωδική.
Η ελλιπής αυτή προσοχή κόστισε ακριβά στην Ευρώπη. Τα βαλκανικά προβλήματα της δεκαετίας του 1990 έπληξαν το κλίμα της ευρωαισιοδοξίας, υπεγράμμισαν την εξάρτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ, δημιούργησαν εντάσεις μεταξύ των κυρίων ευρωπαϊκών δυνάμεων, μείωσαν σημαντικά το διεθνές κύρος της ηπείρου.
Σήμερα τα Βαλκάνια αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα και μάλιστα επιδεινωμένα. Το Βοσνιακό και το Αλβανικό επιτάσσουν μια συνεχή διεθνή στρατιωτική παρουσία. Από οικονομική άποψη, αντί για βελτίωση, η πρώτη δεκαετία της «μετάβασης» αποτέλεσε οπισθοδρόμηση. Τα καλύτερα στοιχεία των βαλκανικών κοινωνιών αναζητούν οδό διαφυγής με τη μετανάστευση, ενώ οι διάφορες μαφίες λυμαίνονται τους πληθυσμούς. Η αρνητική αυτή κατάσταση συντηρείται με αυξανόμενο κόστος από την Ευρώπη. Τα de jure και τα de facto προτεκτοράτα πολλαπλασιάζονται.



