Είναι φυσικό και σεβαστό ο θάνατος μιας πολιτικής προσωπικότητας να προκαλεί μόνο θετικά σχόλια καθώς τονίζονται οι αρετές του και αποσιωπούνται τα μειονεκτήματά του. Δεν θα ξένιζε συνεπώς η ομόθυμη διάθεση θετικής εκτίμησης του έργου και της προσωπικότητας του Χαρίλαου Φλωράκη αν διατηρούσε τον γενικό και αφηρημένο χαρακτήρα που ταιριάζει σε τέτοιες περιστάσεις και δεν κατέληγε σε σχόλια και παρατηρήσεις ευρύτερης πολιτικής και ηθικής εμβέλειας: «Δεν υπάρχει αγώνας τα τελευταία 70 χρόνια για λευτεριά, εθνική ανεξαρτησία, λαϊκά δικαιώματα, δημοκρατία και ειρήνη που να μη συνέβαλε αποφασιστικά» ο Φλωράκης, αναφέρει ανακοίνωση της ΑΔΕΔΥ. «Θυσίασε ολόκληρη τη ζωή του για την αρμονική κοινωνία του μέλλοντος», τερμάτισε τον «δικαιωμένο του μαραθώνιο», «τίμησε τις αξίες μας». Για ποιες αξίες όμως μιλάμε και για τι είδους δικαίωση;
Τα MME και οι πολιτικοί του συνάδελφοι τόνισαν μια σειρά πράξεων και προσωπικών χαρακτηριστικών πάνω στις οποίες εδράζεται η ευρύτερη συμβολή του Φλωράκη: ήταν αντιστασιακός, ένας «καπετάνιος της Αριστεράς» αφοσιωμένος στις ιδέες του, τις οποίες «ακολούθησε με απαράμιλλη συνέπεια». Ηθελε «να αλλάξει τον κόσμο» και υπήρξε αμετακίνητος σε αυτό. Ηγήθηκε ενός κόμματος το οποίο «άλλαξε το πρόσωπο και τη μοίρα της χώρας, την Ιστορία της και τον Πολιτισμό της». Θα σταθώ σε δύο μόνο σημεία.
Το πρώτο είναι η δράση του στη διάρκεια της ταραγμένης δεκαετίας του ’40. Ο Φλωράκης δεν υπήρξε ποτέ η ρομαντική εκείνη φιγούρα του αντιστασιακού καπετάνιου που ξεπροβάλλει από τις αναφορές στο πρόσωπό του. H δράση του είναι περισσότερο συνδεδεμένη με τον Εμφύλιο παρά με την Αντίσταση. Στην Κατοχή εξελίχθηκε σε μεσαίο κομματικό στέλεχος του KKE. Στην ουσία ήταν ένας κομισάριος: γραμματέας το ’44 της Περιφερειακής Επιτροπής Δωρίδας-Παρνασσίδας (όπου διαπράχθηκε μία από τις πιο αποτρόπαιες πράξεις της εποχής, η εκτέλεση από τον ΕΛΑΣ του συνταγματάρχη Δημήτρη Ψαρρού και δεκάδων ανδρών του), αργότερα αναπληρωτής πολιτικός επίτροπος της 5ης Ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ και προς το τέλος της Κατοχής γραμματέας της κομματικής επιτροπής της II Μεραρχίας. Αναδείχθηκε σε στρατιωτικό ηγέτη μόνο στη διάρκεια του Εμφυλίου και στις τάξεις του «Δημοκρατικού Στρατού» που, όπως είναι γνωστό, δεν διέθετε καπετάνιους και απέρριπτε τα «καπετανιλίκια» του ΕΛΑΣ.
Το δεύτερο αφορά τα ατομικά του χαρίσματα. Ο Φλωράκης υπήρξε αναμφίβολα ιδεολόγος, συνεπής και αμετακίνητος. Το ερώτημα είναι: συνεπής και αμετακίνητος ως προς τι; Υπήρξε πιστός σταλινικός στη σκέψη και στην πράξη και εργάστηκε ακαταπόνητα για να προσδέσει την Ελλάδα στο σοβιετικό άρμα. Υπερασπιζόταν ως το τέλος τη Σοβιετική Ενωση και τον υπαρκτό σοσιαλισμό. «Οταν άρχισε η αντεπανάσταση στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες» τονίζεται σε ανακοίνωση του ΚΚΕ «τότε που ακόμη και επιφανείς ηγέτες πολλών κομμουνιστικών κομμάτων υποχώρησαν και αναδιπλώθηκαν, ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης αποτέλεσε μία από τις εξαιρέσεις του κανόνα». Από κάθε άποψη παρέμεινε ένας υποδειγματικός homo sovieticus. «Δεν έχω μετανιώσει για τίποτα» συνήθιζε να λέει. Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ «αντάρτης ανυπότακτος», όπως είπε κάποιος πολιτικός, αλλά κλασική περίπτωση κομματικού γραφειοκράτη. Από το 1972 που διαδέχθηκε τον Κώστα Κολιγιάννη στη Γραμματεία του κόμματος και ως το 1989 που παρέδωσε στον Γρηγόρη Φαράκο, εξελέγη σε όλα τα συνέδρια, χωρίς αντίπαλο υποψήφιο. H μεγαλύτερη πολιτική επιτυχία του ήταν η (επανειλημμένη) καθυπόταξη των ανανεωτικών δυνάμεων της Αριστεράς. H μοναδική του υπέρβαση υπήρξε η συμμετοχή του στην κυβέρνηση Τζαννετάκη, για την οποία δεν υπερηφανευόταν, ενώ το κόμμα του την αποσιώπησε και ουσιαστικά την καταδίκασε. Αλλά και η επιλογή αυτή περισσότερο ενδεικτική ήταν της ωριμότητας της δημοκρατίας μας και απόρροια κομματικής στρατηγικής και λιγότερο πραγμάτωση ενός συγκεκριμένου πολιτικού οράματος.
Ο Φλωράκης ήταν αναμφίβολα ένας σεμνός και γοητευτικός άνθρωπος. Αλλά οι αρετές ενός πολιτικού ηγέτη δεν είναι θέμα στυλ αλλά ουσίας. Και η ουσία του Φλωράκη ήταν ο ενστικτώδης και βαθύς συντηρητισμός του, η αδυναμία αναγνώρισης των λαθών του και η προσκόλληση σε παρωχημένα σχήματα σε πείσμα της πραγματικότητας. Πρόκειται για χαρακτηριστικά που ταιριάζουν περισσότερο στον ψυχροπολεμικό κόσμο του 1950 παρά στην Ευρώπη του 21ου αιώνα και που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αναχθούν σε υπόδειγμα πολιτικής πρακτικής ή να αποτελέσουν τεκμήριο ηθικής δικαίωσης.
Ο κ. Στάθης N. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.



