Επιθυμώ να προσθέσω μερικές μου σκέψεις πάνω στο θέμα του Κρυφού Σχολειού, που έθεσε από τις στήλες της εφημερίδας σας ο κ. Φ. Κακριδής. Είναι αλήθεια ότι μερικά θέματα κληροδοτούνται στους νεότερους ως επιβαρύνσεις και η τυχόν ανακίνησή τους ενεργοποιεί λανθάνουσες ιδεολογικές φοβίες. Η ιστορία όμως πρέπει να προβαίνει σε γόνιμες επανατοποθετήσεις, όταν οι απόψεις ωριμάζουν και οι πηγές το επιτρέπουν.
Χωρίς να παραβλέπω τις δυσχέρειες που ενυπάρχουν, νομίζω ότι η περαιτέρω έρευνα θα ενισχύσει τον προβληματισμό και θα διευρύνει τις οπτικές. Ο ερευνητής, πάντως, δεν μπορεί να αγνοήσει τον ίδιο το θρύλο ούτε τα τοπωνύμια «επιγραφάς επί του εδάφους γεγλυμμένας», αν και ο χρονικός προσδιορισμός της ονοματοθεσίας εμπεριέχει δυσκολίες. Θα βασιστεί κυρίως στις γραπτές μαρτυρίες, όπου υπάρχουν, όπως του Φωτάκου: «Μόνοι των οι Ελληνες εφρόντιζαν δια την παιδείαν… Εν ελλείψει διδασκάλου ο ιερεύς εφρόντιζε περί τούτου. Ολα αυτά εγίνοντο εν σκότει και προφυλακτά από τους Τούρκους» (Φωτίου Χρυσανθοπούλου, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Εκδ. Νεοϊστορική Βιβλιοθήκη, Αθήναι 1959, σ. 46). Η παροχή, βέβαια, παιδείας δεν απαγορευόταν τα χρόνια της Τουρκοκρατίας· απόδειξη τα ίδια τα σχολειά που λειτουργούσαν ελεύθερα. Αλλά και η άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων ήταν γενικά ελεύθερη, όμως ο πιστός βίωνε παράλληλα και το δράμα του κρυπτοχριστιανισμού.
Αν δεχθούμε ότι το θέμα «έχει κλείσει», θα βλάψουμε, προπάντων, τις ιδέες που υποστηρίζουμε. Με το να περισσεύουν οι απόψεις δεν σημαίνει πως περιττεύει ο διάλογος.
Ο κ. Θεόδωρος Σ. Κατσουλάκος είναι εκ των συγγραφέων των σχολικών εγχειριδίων Ιστορίας Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.



