Δεν τα θυμήθηκα μόνος μου τα «Δεκαοχτώ Κείμενα». H φίλη Πολιτοπούλου φταίει, η οποία ζήτησε αναδρομικές πληροφορίες και εκτιμήσεις, να ακουστούν στη ραδιοφωνική εκπομπή της για τη φετινή επέτειο του Πολυτεχνείου, που αποδείχτηκε τη φορά αυτή βροχερή. Οπότε έπιασα (μετά από πόσα χρόνια) ξανά τον τόμο στην πρώτη έκδοση του 1970, με την απόφαση να αποφύγω τη συγκίνηση, προκρίνοντας την ψυχραιμία. Ομως η απόφαση άλλαξε δρόμο, μόλις, διαβάζοντας τα ονόματα των δεκαοχτώ στο εξώφυλλο, διαπίστωσα εμβρόντητος ότι οι έντεκα στο μεταξύ έχουν πεθάνει. Σε αλφαβητική σειρά (αν εξαιρεθεί ο Σεφέρης, που επέζησε από την έκδοση κάπου ένα χρόνο) οι άλλοι δέκα νεκροί είναι: ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, ο Τάκης Κουφόπουλος, ο Σπύρος Πλασκοβίτης, ο Ρόδης Ρούφος, ο Τάκης Σινόπουλος, η Καίη Τσιτσέλη, ο Στρατής Τσίρκας, ο Θ.Δ. Φραγκόπουλος και ο Γιώργος Χειμωνάς. Σ’ αυτό το νεκρώσιμο προσκλητήριο, για όσους θυμούνται το ιστορικό της έκδοσης, ανήκει αυτοδικαίως και η Νανά Καλλιανέση του «Κέδρου», με την τιμή, την ομορφιά και το σεμνό της θάρρος.


Στο μεταξύ, θύμωσα και απελπίστηκα, βλέποντας πως ο θάνατος είχε κι εδώ το πάνω χέρι. Αφήνοντας ορφανά έντεκα κείμενα, που τους αφιερώνεται τώρα, ως ελάχιστος φόρος τιμής, η αποσπασματική αυτή αντιγραφή, με την τελευταία φράση καθενός κειμένου. Εκεί που σβήνει η φωνή, μιλώντας τότε με έμφραχτο στόμα.


Σεφέρης («Οι γάτες τ’ Αη Νικόλα»): Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες / παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα / το αίμα το φαρμακερό των ερπετών. / Αιώνες φαρμάκι, γενιές φαρμάκι / «Γραμμή!» αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης.


Αναγνωστάκης («Επίλογος» από τον «Στόχο»): Κι όχι αυταπάτες προπαντός. // Εστω. / Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.


Κοτζιάς («Επιστρέφοντας», από το μυθιστόρημα «Ο γενναίος Τηλέμαχος»): Ομως τώρα που όλα τα σωθικά του τάβγαλε πια στη μόστρα, οι συμπότες βαρεθήκαν να τα περιεργάζουνται, δεν τους βρίσκουν κανένα ενδιαφέρον. K’ εξάλλου, η ώρα έντεκα πια, νυστάξανε.


Κουφόπουλος («Ο ηθοποιός»): Σε λίγο η αίθουσα ερημώθηκε, ησύχασε. Μόνο, πότε-πότε, ακουγόταν πάνω στη σκηνή ένα ανεπαίσθητο σούρσιμο ανάμεσα στις κουρτίνες.


Πλασκοβίτης («Το ραντάρ»): Ανοιξε να δει τι γίνεται έξω. Κανείς! Μόνο το άλεσμα πάλι, τ’ ατέλειωτο, απ’ το μύλο του ραντάρ. Περίμενε λίγο και ξανάκλεισε το φεγγίτη, χωρίς να τραβηχτεί απ’ τη θέση του. Στα τζάμια κολλούσε το φως της μέρας.


Ρούφος («Ο υποψήφιος»): Στο δρόμο απάντησε την ίδια νεανική συντροφιά, και τούτη τη φορά μια πρωτόγνωρη αγάπη, μια ζεστή ελπίδα τού τρικύμισαν τα σωθικά.


Σινόπουλος («Νύχτες» από το «Χρονικό»): Τα σιδερένια συνθήματα, το κατακάθι του σκοταδιού στο σκυλίσιο κεφάλι σου. / Το κατακάθι του έρωτα, καθώς οι λέξεις, / όπως οι λέξεις, / Σ’ αυτό το πικρό ποίημα που γυρίζει ξαφνικά και δαγκώνει την ουρά του.


Τσιτσέλη («Μικρός διάλογος»): Ο επιβάτης κατέβηκε, ακόμη αναποφάσιστος. Ο οδηγός σήκωσε γρήγορα τη σημαία του ταξίμετρου και ξεκίνησε μ’ ένα απότομο στρίγγλισμα στα λάστιχα. Σαν κλέφτες, χωρίσανε και τραβήξανε το δρόμο τους.


Τσίρκας («Αλλαξοκαιριά»): Ο άλλος τον κοιτούσε χαμογελώντας αινιγματικά, Σε λίγο είπε: – Ξενοιάσου. Ηταν φουρνέλο στην πλατεία Μπολιβάρ. Ξυλώνουν τα μωσαϊκά για τη μαρμαρόστρωση.


Φραγκόπουλος («Ελ προκουραδόρ»): Κάποτε, σκέφτηκε ξαφνικά ο Αλόνσο – ενώ το φθαρτό σκήνωμα του Μερκαδέρ, με τη διαδικασία της αποσύνθεσης, έσβηνε από πάνω του τα φανερά ίχνη των βασανιστηρίων – κάποτε θα γράψω ε γ ώ αυτό το διήγημα. Οταν ελευθερωθούμε. Οχι, όμως, βέβαια, πιο πριν.


Χειμωνάς («Ο γιατρός Ινεότης»): Ολα μαρμάρωσαν. Πριν απλωθεί χέρι και πριν λυγίσει γόνατο πριν ο φόβος σπάσει τα σφιχτά δαχτυλίδια του κεφαλιού και της κοιλιάς και γεμίσει ο τόπος φωνές δάκρυα ούρα σκατά.


Προμετωπίδα του τόμου: Αλλά Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου. Διονύσιος Σολωμός («Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», Σχεδίασμα Γ’»).


Και μια φράση από τον συλλογικό πρόλογο του τόμου: «Επιχειρούμε να επαναλάβουμε, με τον εκφραστικό μας τρόπο ο καθένας, την πίστη μας σε κάποιες θεμελιακές αξίες, με πρώτη ανάμεσά τους το δικαίωμα της ελεύθερης πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας». Εχουν περάσει από τότε τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια.