Το «Ευαγγέλιο του Ιούδα» είναι ένα αρχαιολογικό εύρημα με ιδιαίτερη φιλολογική αξία. Πρόκειται ουσιαστικά για την απολογία του Ιούδα, του μαθητή του Ιησού που έγινε συνώνυμο της προδοσίας του Δασκάλου του λόγω φιλοχρηματίας και ιδιοτέλειας. Χάρη σε έναν ατυχή και επιπόλαιο συνδυασμό των λέξεων «Ιούδας» και «ιουδαίος» λόγω της συνήχησής τους τροφοδοτήθηκε ο αντισημιτισμός με χυδαίο, αγοραίο και λαϊκίστικο τρόπο διά μέσου των αιώνων.


I.


H φιλολογική αξία του «Ευαγγελίου του Ιούδα» έγκειται στο ότι μας προσφέρει από πρώτο χέρι πληροφορίες για τον Ιησού και τον Ιούδα, την πιο αρνητική φυσιογνωμία των κανονικών Ευαγγελίων. Επιπλέον το κείμενο μας ενημερώνει από διαφορετική οπτική γωνία, πέρα από την καθιερωμένη, «κανονική», αυθεντική και επίσημη άποψη της πρωτοχριστιανικής εκκλησίας, για το θείο δράμα διευρύνοντας το φάσμα των ερμηνειών γύρω από την προδοσία του Ιούδα που οδήγησε στο πάθος του Ιησού.


Ακόμα, οι περιπέτειες από την εύρεση του χειρογράφου μέχρι τη σημερινή μεταφρασμένη δημοσίευσή του που διήρκεσαν τριάντα πέντε χρόνια εξάπτουν το ενδιαφέρον κάθε φιλομαθούς αναγνώστη ο οποίος έχει τουλάχιστον την περιέργεια να έλθει σε άμεση επαφή με ένα τέτοιο κείμενο. Τέλος, το περιεχόμενο αυτού του ευαγγελίου που αποτελεί την απολογία του Ιούδα, ο οποίος για δύο ολόκληρες χιλιετίες παρέμενε αναπολόγητος και ανερμήνευτος για τα δρώμενά του, κεντρίζει το ενδιαφέρον. Για όλους αυτούς τους λόγους το «Ευαγγέλιο του Ιούδα» δεν θα μπορούσε ποτέ να περάσει απαρατήρητο και είναι εύλογο το ότι εκλαμβάνεται ως μια πάρα πολύ σημαντική ανακάλυψη.


II.


Πρόκειται όμως μόνον για ιστορική και φιλολογική ανακάλυψη που δεν παρουσιάζει περαιτέρω ενδιαφέρον θεολογικό ή ιδεολογικό. Ως απολογητικό κείμενο αναμένεται να προσκομίσει ελαφρυντικά για τον Ιούδα που δεν αναιρούν το γεγονός της προδοσίας, μολονότι το δικαιολογούν μοιρολατρικά, νομοτελειακά και αιτιοκρατικά σαν δήθεν εκπλήρωση της θείας πρόνοιας. Καθένας μπορεί να θέσει μερικά εύλογα ερωτήματα: Γιατί το υποτιθέμενο «θείο σχέδιο» χρειαζόταν οπωσδήποτε έναν προδότη; Γιατί άραγε έπρεπε ο καταδότης να είναι από τον κύκλο των Δώδεκα Μαθητών; Γιατί άραγε ο Εφιάλτης της Δωδεκάδας όφειλε να είναι ο ταμίας της, δηλαδή ένα πρόσωπο επιφανές με ιδιαίτερη αναφορά στο χρήμα;


H απολογητική ερμηνεία του «Ευαγγελίου του Ιούδα» μοιάζει απλοϊκή θυμίζοντας το ανέκδοτο με τον μητροκτόνο εγκληματία που ζητά την επιείκεια των δικαστών του λόγω της ορφάνιας του, την οποία όμως προκάλεσε ο ίδιος. Ο Ιούδας παρουσιάζεται με τρόπο υπερφίαλο σαν δήθεν κάτοχος «ανωτέρων αληθειών» απρόσιτων στον απλό λαό και τους λοιπούς Μαθητές λειτουργώντας ελιτίστικα. Επιπρόσθετα εμφανίζεται ο Ισκαριώτης ως άβουλο και ανεύθυνο εκτελεστικό όργανο στην υλοποίηση μυστηριωδών «θεϊκών σχεδιασμών». Ετσι ο Ιούδας υποβαθμίζεται θεολογικά στο «Ευαγγέλιό» του, αφού του αφαιρείται κάθε θετική πρωτοβουλία, του ανατίθεται μόνον αρνητικός ρόλος και επιφορτίζεται με μοιρολατρική και νομοτελειακά προκαθορισμένη από άλλους αποστολή την οποία ο ίδιος φέρει σε πέρας «νίπτοντας τας χείρας» του σαν άλλος Πιλάτος. Θεολογικά λοιπόν δεν αξιολογείται η απολογία του ως πειστική, αφού απουσιάζει η ελευθερία της βούλησης, λείπει η ιστορική πρωτοβουλία και παραμένει σε εκκρεμότητα κάθε αίσθηση προσωπικής ευθύνης του Ιούδα.


III.


Πάρα πολύ συζητήσιμη είναι η ιδεολογική χρήση του «Ευαγγελίου του Ιούδα», το οποίο εκλαμβάνεται ως ένα κάπως αποτελεσματικό μέσο για την άμβλυνση του αντισημιτισμού. Φιλαργυρία και προδοσία, Ιούδας και ιουδαίος είναι τα δίδυμα που γεμίζουν τη φαρέτρα του αντισημιτισμού ανέκαθεν. Εάν λοιπόν κυκλοφορήσει μια απολογία του Ιούδα που τον απαλλάσσει από την ιδιοτέλεια και τη φιλοχρηματία αναβαθμίζοντάς τον μάλιστα σε έμπιστο Μαθητή του Ιησού που αυτοθυσιάζεται επιτελώντας την προδοσία μόνον για να εξυπηρετηθεί το μυστηριώδες «θείο σχέδιο», τότε εξωραΐζεται η εικόνα του ίδιου του Ιούδα και κάθε ιουδαίου, από τον συμβολικό «Περιπλανώμενο Ιουδαίο» που τιμωρείται με την αέναη οδοιπορία του διά μέσου των αιώνων μέχρι καθένα ισραηλίτη συμπολίτη μας σήμερα ο οποίος γίνεται εύκολο θύμα άδικων σε βάρος του διακρίσεων, θρησκευτικού ή φυλετικού χαρακτήρα, σε όλη την οικουμένη.


Το «Ευαγγέλιο του Ιούδα» μπορεί ελάχιστα να συμβάλει στην άμβλυνση του αντισημιτισμού και αυτό για πάμπολλους λόγους. Το απολογητικό αυτό κείμενο δεν προσφέρει ισχυρά επιχειρήματα που να πείθουν για την αθωότητα ή έστω τη μειωμένη ευθύνη του Ισκαριώτη στο γεγονός της προδοσίας του Δασκάλου του. Ακόμα κι αν ακολουθήσουμε τη λογική του «Ευαγγελίου του Ιούδα», τα ελαφρυντικά που προσκομίζονται είναι ισχνά και μειωτικά για τον ίδιο τον απολογούμενο.


Επιπλέον ο αντισημιτισμός είναι τόσο ανορθολογικός και παράλογος έως παρανοϊκός και ψυχοπαθολογικός, ώστε είναι αδύνατον να αντιμετωπισθεί με εύλογα επιχειρήματα, να αναιρεθεί με λογική τεκμηρίωση και να αμβλυνθεί με απολογητικά κείμενα. Οτιδήποτε λειτουργεί ψυχολογικά και ψυχοπαθολογικά στην αυτοσυνειδησία των ανθρώπων, αυτό ουδέποτε αντιμετωπίζεται λογικά ή απολογητικά από γραπτά τεκμήρια ή προφορικές μαρτυρίες. Συνεπώς το «Ευαγγέλιο του Ιούδα» αποδεικνύεται ότι είναι ένας ακόμα αδύναμος κρίκος στην αλυσίδα του επαίσχυντου και αντιχριστιανικού αντισημιτισμού.


Αξίζει να ληφθεί πάρα πολύ σοβαρά υπόψη ότι ο αντισημιτισμός είναι αντιχριστιανισμός ταυτόχρονα τόσο σε ιστορικό όσο και σε θεολογικό επίπεδο. H αγοραία πολεμική που αναπτύχθηκε σε βάρος του ιουδαϊσμού διά μέσου των αιώνων σε όλα τα μήκη και πλάτη της υδρογείου είχε ως αρχικό στόχο την ισραηλιτική θρησκεία και ως απώτερο σκοπό τη χριστιανική πίστη. H συνηθέστερη μομφή των αρχαιολατρών εναντίον του χριστιανισμού είναι ότι με τον Ιησού και τον Παύλο διαδίδεται ο εβραϊσμός στην ελληνορωμαϊκή οικουμένη και έτσι αφελληνίζεται ο αλεξανδρινός πολιτισμός. Με μια τέτοια αντισημιτική λογική καταπολεμείται ο ιουδαϊσμός ως φυσικός αυτουργός και ο χριστιανισμός ως ηθικός συναυτουργός του αφελληνισμού της Ευρώπης.


Οταν χριστιανοί παρασύρονται και μετέχουν στην αντισημιτική προπαγάνδα, αργούν να αντιληφθούν ότι με αυτόν τον τρόπο αναιρούν τη δική τους χριστιανική πίστη που δέχεται ότι «ο Θεός αγάπη εστί» και εντέλλεται στους ανθρώπους «αγαπάτε αλλήλους» χωρίς καμιά διάκριση: «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Ελλην» (Γαλ. 3, 28). Το «Ευαγγέλιο του Ιούδα» προσφέρει μια πάρα πολύ ισχνή όσο και ιδιαίτερα συζητήσιμη άμυνα έναντι του αντισημιτισμού, γι’ αυτό δεν μπορεί ποτέ να αξιοποιηθεί θεολογικά ή ιδεολογικά, αλλά αξιολογείται μόνον φιλολογικά και ιστορικά.


Ο κ. Μάριος Μπέγζος είναι καθηγητής Συγκριτικής Φιλοσοφίας της Θρησκείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.