ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ πρέπει να ξέρουν. Να είναι ενήμεροι και να γνωρίζουν. Η διαφάνεια και η έλλειψη στεγανών αποτελεί βασική αρχή της πολιτικής που διέπει τη λειτουργία της Επιτροπής και τη συμπεριφορά των οργάνων της προς τους ευρωπαίους πολίτες. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις οι πολίτες δεν επιτρέπεται να έχουν πρόσβαση σε έγγραφα και πληροφορίες που τους αφορούν και ευρίσκονται στα χέρια των αρμόδιων κοινοτικών οργάνων. Ακόμη και το δημόσιο συμφέρον, που αποτελούσε τη δαμόκλειο σπάθη της αδιαφάνειας και των στεγανών, υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη οι πολίτες να γνωρίζουν και να ενημερώνονται.
Τα εύθραυστα όρια της ισορροπίας ανάμεσα στην αναγκαιότητα για ενημερωμένους πολίτες και στην προστασία του δημόσιου συμφέροντος απασχόλησαν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο έκρινε σχετική προσφυγή και εξέδωσε απόφαση με την οποία καθορίζει πότε η Επιτροπή μπορεί να «κατεβάσει τα ρολά» και να απαγορεύσει στους πολίτες την πρόσβαση σε έγγραφα και σε πληροφορίες αλλά και πότε δεν είναι επιτρεπτό να κλείσει τους διαύλους επικοινωνίας και γνώσης, επικαλούμενη την προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος.
Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Πρωτοδικείο) έκρινε προσφυγή την οποία κατέθεσε εκπρόσωπος εταιρείας η οποία ζήτησε να έχει πρόσβαση σε έγγραφα της Επιτροπής και ειδικότερα σε στοιχεία που αφορούσαν τον έλεγχο των εισαγωγών του βοείου κρέατος. Ο γενικός γραμματέας της Επιτροπής αλλά και οι αρμόδιοι διευθυντές της αρνήθηκαν να χορηγήσουν τα έγγραφα και να επιτρέψουν την πρόσβαση στους εκπροσώπους της εταιρείας σε στοιχεία που αναφέρονταν σε αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε με τις αρχές της Αργεντινής μετά την ανακάλυψη πλαστογραφημένων πιστοποιητικών γνησιότητας βοείου κρέατος. Ο λόγος της άρνησης που προβλήθηκε από τους υπευθύνους της Επιτροπής ήταν η προστασία λόγων δημόσιου συμφέροντος.
Οι εκπρόσωποι της εταιρείας δεν αρκέστηκαν όμως σε αυτό. Προσέφυγαν στο Ευρωδικαστήριο και ζήτησαν οι δικαστές να κρίνουν πότε ο πολίτης μπορεί να στερείται του δικαιώματος της πρόσβασης σε έγγραφα που τον αφορούν και πότε όχι. Πράγματι το Δικαστήριο (Γ’ Πενταμελές Τμήμα) με απόφασή του, που εκδόθηκε στις 6 Φεβρουαρίου του 1998, έκρινε ότι το δικαίωμα των πολιτών να έχουν πρόσβαση σε έγγραφα που τους αφορούν κάμπτεται μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Ακόμη και όταν προβάλλονται λόγοι δημόσιου συμφέροντος θα πρέπει να αιτιολογείται αρμοδίως τι ακριβώς είναι το δημόσιο συμφέρον. Μάλιστα στη δικαστική απόφαση αναφέρονται συγκεκριμένα οι περιπτώσεις που μπορεί να στοιχειοθετούν την έννοια του δημόσιου συμφέροντος.
Οι ευρωπαίοι δικαστές καθόρισαν τι εννοούμε όταν λέμε «δημόσιο συμφέρον»: «Δημόσια ασφάλεια, διεθνείς σχέσεις, νομισματική σταθερότητα, δικαστικές διαδικασίες, επιθεωρήσεις και έρευνες», όλα αυτά, σύμφωνα με την απόφαση, μπορεί να θεωρηθούν ως δημόσιο συμφέρον. Μόνο σε αυτές τις περιπτώσεις ο πολίτης είναι δυνατόν να στερηθεί της προσβάσεώς του στην ενημέρωση. Σε αντίθετη περίπτωση τα κοινοτικά όργανα παραβιάζουν τη νομιμότητα. Με το σκεπτικό αυτό το Δικαστήριο ακύρωσε απόφαση της Επιτροπής με την οποία δεν είχε επιτραπεί στην προσφεύγουσα εταιρεία η πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα αλλά δεν έγινε δεκτό αίτημα που υποβλήθηκε να απευθύνει το Δικαστήριο με την απόφασή του διαταγή συμμόρφωσης προς την Επιτροπή.
«Στο πλαίσιο της ακυρωτικής αρμοδιότητας, όπως αναφέρεται στην απόφαση, που παρέχει το άρθρο 173 της Συνθήκης, ο κοινοτικός δικαστής δεν έχει τη δυνατότητα να απευθύνει διαταγές στα κοινοτικά όργανα».
Υπόθεση Τ. 124 / 96. Θεσμικό δίκαιο. Απόφαση με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε σε αιτούντα την πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα. Προστασία του δημόσιου συμφέροντος. Δικαστικές διαδικασίες. Γ’ Πενταμελές Τμήμα.



