Σε ομολογιακές εκδόσεις που θα αντικαταστήσουν τις απευθείας αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου στρέφονται σταδιακά οι τράπεζες, αφενός λόγω του κλίματος που έχει διαμορφωθεί στη χρηματιστηριακή αγορά και αφετέρου για να διαφυλάξουν σε ικανοποιητικά επίπεδα τον δείκτη κερδών ανά μετοχή.
«Για τράπεζες με καλή κεφαλαιακή διάρθρωση, που χρειάζονται νέα κεφάλαια για να υλοποιήσουν τα στρατηγικά τους σχέδια, οι αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου με καταβολή μετρητών δεν είναι πάντοτε η καλύτερη λύση» αναφέρει ο κ. Απόστολος Ταμβακάκης, υποδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας, η οποία αποφάσισε την έκδοση ομολογιακού δανείου μειωμένης εξασφάλισης, ύψους ως 1 δισ. ευρώ και διάρκειας ως 15 χρόνια. «Οι εταιρείες και εν προκειμένω οι τράπεζες, όταν προχωρούν σε συνεχείς αυξήσεις κεφαλαίου μέσω χρηματιστηρίου, τελικώς μειώνουν τα κέρδη τους ανά μετοχή. Και αυτό είναι κάτι που “τιμωρείται” διεθνώς, καθώς στην αξιολόγηση της οικονομικής ισχύος των τραπεζών ο δείκτης κερδών ανά μετοχή (EPS) μετράει πολύ περισσότερο από τους δείκτες, π.χ., του Ρ/Ε (τιμή προς κέρδη) ή του Ρ/BV (τιμή προς λογιστική αξία)» επισημαίνει ο κ. Ταμβακάκης.
* Φθηνός τρόπος
Απόφαση για ομολογιακή έκδοση κοινή ή μειωμένης εξασφάλισης, ύψους ως 3 δισ. ευρώ, έχει λάβει και η Alpha Τράπεζα Πίστεως. «Η έκδοση ομολογιακών δανείων είναι ένας φθηνός τρόπος άντλησης κεφαλαίων που συνηθίζεται από όλες τις τράπεζες στο εξωτερικό. Οσο βελτιώνεται η πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας και κατά συνέπεια των ελληνικών τραπεζών, οι τελευταίες θα αποκτούν δυνατότητα ευκολότερης πρόσβασης στις διεθνείς κεφαλαιαγορές και θα προσφεύγουν συχνότερα στην άντληση κεφαλαίων μέσω ομολογιακών εκδόσεων, τα οποία άλλωστε προσμετρώνται ως κεφάλαια στον υπολογισμό του δείκτη φερεγγυότητας» αναφέρει ο οικονομικός σύμβουλος της Alpha Τράπεζας Πίστεως κ. Γεώργιος Προβόπουλος.
«Μελετάμε τις συνθήκες των αγορών διότι εν όψει της ένταξης της δραχμής στο ευρώ και της πτώσης των επιτοκίων είναι δεδομένο ότι θα υπάρξουν ανακατατάξεις στις τραπεζικές καταθέσεις και στις επενδύσεις των ιδιωτών, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να υποχρεωθούν να βρουν νέες πηγές ρευστότητας. Ο όμιλος της Τράπεζας Πειραιώς δεν έχει αυτή τη στιγμή ούτε προβλέπεται να παρουσιάσει πρόβλημα ρευστότητας, όχι μόνο λόγω της ύπαρξης κεφαλαίων που έχει αντλήσει από την κεφαλαιαγορά αλλά και λόγω του ότι ως όμιλος έχουμε σημαντικά περισσότερες καταθέσεις από δάνεια, με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε με ρευστότητα της τάξεως των 500 δισ. δρχ. Ωστόσο, επειδή θα υπάρξουν αλλαγές στην αγορά, παρακολουθούμε εκ του σύνεγγυς τις συνθήκες και θα εκτιμήσουμε το αν και πότε θα στραφούμε σε ομολογιακή έκδοση, για την οποία άλλωστε υπάρχει έγκριση περυσινής γενικής συνέλευσης των μετόχων της τράπεζας» αναφέρει ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου της Τράπεζας Πειραιώς κ. David Watson.
Σύμφωνα με πληροφορίες, και η Eurobank έχει αποφασίσει την έκδοση ομολογιακού δανείου μετατρέψιμου σε μετοχές. Πρόκειται για ομολογιακή έκδοση πενταετούς διάρκειας που ανέλαβαν η Deutsche Bank και η Merrill Lynch στο εξωτερικό, ύψους 300 εκατ. ευρώ, με προοπτική ενδεχόμενης αύξησης κατά επιπλέον 60 εκατ. ευρώ και με επιτόκιο 2%.
Η παγκοσμιοποίηση των αγορών, η είσοδος της Ελλάδας στο ευρώ και ο εντεινόμενος ανταγωνισμός ωθούν τις ελληνικές επιχειρήσεις σε εξαγορές, καθετοποιήσεις, επέκταση στο εξωτερικό μέσω εξαγορών ή επενδύσεων και άλλες κινήσεις «επιθετικού τύπου», αναφέρει ο διευθύνων σύμβουλος της Societe Generale κ. Γιώργος Κατσαρός.
* Τα ίδια κεφάλαια
Οπως λέει ο διευθύνων σύμβουλος της γαλλικής τράπεζας, η οποία έχει μεγάλη εμπειρία στις παντός φύσεως ομολογιακές εκδόσεις, φυσιολογική προϋπόθεση για τις ανωτέρω κινήσεις είναι η ύπαρξη επαρκών ιδίων κεφαλαίων. Οπως έδειξαν όμως οι τελευταίοι μήνες, οι αλλεπάλληλες και μεγάλες αυξήσεις των μετοχικών κεφαλαίων δημιούργησαν και ορισμένους προβληματισμούς στις αρμόδιες αρχές και στο επενδυτικό κοινό.
Γεγονός είναι ότι μια αύξηση κεφαλαίου δεν είναι κατ’ ανάγκην θετική για την εταιρεία και τους μετόχους της. Εξαρτάται από το αν η οριακή κερδοφορία που θα προέλθει από τα επιπλέον κεφάλαια θα οδηγήσει σε αύξηση των κερδών ανά μετοχή. Επίσης θα πρέπει να τονισθεί ότι όσο χαμηλότερη είναι η τιμή της μετοχής στην αύξηση του κεφαλαίου τόσο υψηλότερο είναι το κόστος του κεφαλαίου για την επιχείρηση.
Ολα τα παραπάνω αλλά και η γενικότερη χρηματιστηριακή συγκυρία οδηγούν στην αναζήτηση φθηνών κεφαλαίων που δεν συνδέονται όμως κατ’ ανάγκην με άμεσες αυξήσεις μετοχικών κεφαλαίων.
Λύση στα παραπάνω μπορεί να δώσει η έκδοση των ομολογιακών δανείων. Τα ομολογιακά δάνεια δεν είναι άγνωστα στο επενδυτικό κοινό αλλά δεν έχουν και την απήχηση που έχουν στις ξένες κεφαλαιαγορές.
Την περίοδο 1996-1997 εκδόθηκαν συνολικά επτά ομολογιακά δάνεια, συνολικού ύψους 12,6 δισ. δρχ., που ήταν εισηγμένα στο ΧΑΑ, αλλά ουσιαστικά οι συναλλαγές ήταν ελάχιστες ως ανύπαρκτες. Εκτοτε η πορεία του ΧΑΑ ήταν τέτοια που οι διοικήσεις και οι μέτοχοι προτίμησαν πιο απλές λύσεις με τις απευθείας αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου.
Τώρα, εκτιμά ο κ. Α. Πασπάτης, διευθυντής Επενδυτικής της Societe Generale, η οποία είχε πρωτοστατήσει και την περίοδο 1996-1997 εκδίδοντας έξι από τα επτά ομολογιακά δάνεια, «ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για μια αναγέννηση της αγοράς των ομολογιακών δανείων την οποία και εγκαινιάσαμε με την έκδοση του μετατρέψιμου ομολογιακού δανείου για τη Δέλτα Συμμετοχών».
Τι σημαίνουν για επιχειρήσεις και επενδυτές
Τα μετατρέψιμα ομολογιακά δάνεια είναι ομολογίες που αποδίδουν ένα σχετικά χαμηλό επιτόκιο στον κομιστή αλλά του παραχωρούν το δικαίωμα (όχι την υποχρέωση) να τις μετατρέψει σε έναν ορισμένο αριθμό μετοχών σε μια προκαθορισμένη τιμή κατά τη διάρκεια της ισχύος τους. Οι ομολογιούχοι δηλαδή έχουν τη σιγουριά της εγγύησης του κεφαλαίου τους πλέον μιας μικρής απόδοσης, χωρίς να αποποιούνται το δικαίωμα για υψηλά κεφαλαιακά κέρδη από την άνοδο της τιμής της μετοχής.
Σε αντίθεση με την αγορά μιας μετοχής όπου ο επενδυτής διακινδυνεύει και το κεφάλαιό του από μια πτώση της τιμής της μετοχής, τα μετατρέψιμα ομολογιακά δάνεια του εξασφαλίζουν ότι και στη χειρότερη των περιπτώσεων αυτός θα εισπράξει τουλάχιστον το κεφάλαιό του συν το κουπόνι.
Σε περίπτωση βέβαια ανόδου των τιμών, ο επενδυτής θα καρπωθεί μαζί με τους άλλους μετόχους τις σχετικές υπεραξίες από ένα ποσοστό ανόδου και πάνω, περίπου 10%-15%. Αυτός ο παράγων καθιστά τα μετατρέψιμα ομολογιακά δάνεια το κατ’ εξοχήν χρηματιστηριακό προϊόν για τους συντηρητικούς μικροεπενδυτές.
Για τις εταιρείες τα μετατρέψιμα ομολογιακά δάνεια προσφέρουν εξίσου σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι των απευθείας αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου, αφού δεν υπάρχει άμεση αύξηση των μετοχών στο ΧΑΑ και επομένως άμεση επίπτωση στα κέρδη ανά μετοχή και στη χρηματιστηριακή αξία της μετοχής, ενώ παράλληλα η εταιρεία χρηματοδοτείται με κόστος πολύ χαμηλότερο από τον παραδοσιακό τραπεζικό δανεισμό.
Οπως και για τον επενδυτή έτσι και για τις εταιρείες το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο προσφέρει μια ευελιξία που δεν είναι εφικτή ούτε μέσω του παραδοσιακού δανεισμού ούτε μέσω μιας απλής αύξησης μετοχικού κεφαλαίου. Η ευελιξία αυτή εκφράζεται από τη δυνατότητα της εταιρείας να προπληρώσει το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο, από τη δυνατότητα των ομολογιούχων να μετατρέπουν τις ομολογίες τους σε μετοχές σε τακτά χρονικά διαστήματα που απέχουν λίγο μεταξύ τους κτλ.
Η διαδικασία για τις εκδόσεις μετατρέψιμων ομολογιακών δανείων είναι η ίδια με αυτήν των απλών αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου. Είναι μια προχρονολογημένη, δυνητικά, αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, συνήθως με δικαίωμα προτίμησης υπέρ των παλαιών μετόχων, ενώ υπάρχουν η προϋπόθεση σύνταξης ενημερωτικού δελτίου, το οποίο πρέπει να εγκριθεί από το ΔΣ του ΧΑΑ, και η υποχρέωση αναδοχής από κάποια τράπεζα.
Εξίσου σημαντικό πλεονέκτημα για το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο είναι ότι οι ομολογιούχοι διατηρούν το δικαίωμα συμμετοχής σε μελλοντικές αυξήσεις κεφαλαίου ενώ σε περίπτωση μη συμμετοχής αποζημιώνονται για τη μείωση της συμμετοχής τους στην εκδότρια εταιρεία μέσω αναπροσαρμογής του λόγου μετατροπής.
Οι παρούσες συνθήκες είναι ευνοϊκές για μια επάνοδο της αγοράς των μετατρέψιμων ομολογιακών δανείων. Οι κεφαλαιακές αποτιμήσεις είναι χαμηλές και οι χρηματιστηριακές αρχές ευλόγως θα θέσουν υψηλότερα ποιοτικά κριτήρια για τις μελλοντικές αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες των εταιρειών παραμένουν πάντοτε υψηλές, σε ένα επιτοκιακό περιβάλλον που δεν αντικατοπτρίζει ακόμη την επικείμενη είσοδο της χώρας στην ΟΝΕ. Μαθαίνοντας από το παρελθόν, η κύρια μέριμνα αυτή τη φορά πρέπει να είναι να «περάσει» στους μικροεπενδυτές και τους μικρομετόχους ένα προϊόν το οποίο, πρωτίστως, δεν πρόκειται να τους ζημιώσει αλλά, πιθανώς, θα τους κάνει πλουσιότερους.



