ΟΙ ΕΠΕΝΔΥΤΕΣ μετά τη δεκαπενθήμερη απομάκρυνσή τους από την περίφημη Wall Street και το δολάριο επανήλθαν βεβαίως με λιγότερο πάθος καθώς το κλίμα αστάθειας και αβεβαιότητας εξακολουθεί να υπάρχει. Τίποτε ουσιαστικό δεν έχει αλλάξει στην αμερικανική οικονομία, ενώ οι οικονομίες της Ευρώπης παραμένουν ευάλωτες στο δύσκολο φορτίο τους για την αντιμετώπιση της επαχθούς ανεργίας και της δημοσιονομικής σύγκλισης με στόχο τη συμμετοχή τους στην ΟΝΕ. Παράλληλα κερδοσκοπική λαίλαπα πλήττει τις οικονομίες της Νοτιοανατολικής Ασίας. Το δολάριο δεν μπόρεσε να επωφεληθεί από την ιδιαίτερα θετική συρρίκνωση του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ εξαιτίας της αστάθειας στη Wall Street και των ανησυχιών για αύξηση των γερμανικών επιτοκίων. Ως προς το γεν, το νέο πρόβλημα στις εμπορικές σχέσεις ΗΠΑ – Ιαπωνίας παρεμπόδισε την άνοδο του δολαρίου.
Η νέα στρατηγική της Μπούντεσμπανκ να αφήσει σε αβεβαιότητα τις αγορές ως προς τη νομισματική πολιτική της για να «φρενάρει» την αλματώδη πορεία του δολαρίου έναντι του μάρκου, προκειμένου να αποτρέψει την αναθέρμανση των πληθωριστικών πιέσεων και να στηρίξει το γερμανικό νόμισμα, έχει γίνει τόσο αποτελεσματική όσο και μια αύξηση των επιτοκίων της. Ετσι, ενώ η κεντρική τράπεζα της Γερμανίας άφησε στα ίδια επίπεδα τα δύο από τα τρία επιτόκιά της (το προεξοφλητικό στο 2,5% και το επιτόκιο Lombard στο 4,5% από τον Απρίλιο 1996), ανακοίνωσε ότι το τρίτο επιτόκιο – κλειδί, το επιτόκιο των repos, που το άφησε και αυτό αμετάβλητο (3% από τον Αύγουστο 1996) θα καθορίζεται κάθε Τρίτη και όχι κάθε δεύτερη Πέμπτη όπου συνεδριάζει το Κεντρικό Συμβούλιο της Buba. Αυτή είναι μια μέθοδος που την ακολουθούσε και στο παρελθόν και εκτιμάται ότι αποσκοπεί στο να αυξήσει τη νευρικότητα και αβεβαιότητα των αγορών χρήματος για τα γερμανικά επιτόκια, προειδοποιώντας ότι κάθε εβδομάδα θα είναι πλέον έτοιμη να το αυξήσει. Η σαφής αυτή προειδοποίηση διατηρεί έτσι στην επικαιρότητα το πιο ισχυρό κίνητρο υπέρ του μάρκου και κατά του δολαρίου, δηλαδή το ενδεχόμενο αύξησης των γερμανικών επιτοκίων.
Είναι γνωστό ότι οι επενδυτές, κυρίως στην Ευρώπη, κρέμονται από τα χείλη του προέδρου και των μελών της Μπούντεσμπανκ προσπαθώντας κάθε φορά να ερμηνεύσουν τις δηλώσεις και ανακοινώσεις τους περί τα επιτόκια και αναλόγως να πράξουν. Το σενάριο ωστόσο της αύξησης των γερμανικών επιτοκίων ενισχύθηκε περαιτέρω από τα πληθωριστικά στοιχεία προχθές Παρασκευή και από την έκθεση για την πορεία της οικονομίας του ινστιτούτου Ifo, του πιο αξιοσέβαστου και αξιόπιστου think tank της Γερμανίας που προέβλεψε ότι η Buba θα αυξήσει τα επιτόκια κατά μισή ποσοστιαία μονάδα στις αρχές του 1998.
Στη Βρετανία τα πράγματα αντεστράφησαν για τη στερλίνα. Μετά το ζενίθ πριν από τρεις εβδομάδες άνω των 3,00 μάρκων, τώρα έχει υποχωρήσει στα 2,92 μάρκα παρά το γεγονός ότι έχει τα υψηλότερα επίπεδα επιτοκίων μεταξύ των ισχυρών βιομηχανικών χωρών.
Στην έκθεσή του ο Σύνδεσμος Βρετανικών Βιομηχανιών (CBI) προειδοποιεί ότι, αν η ισοτιμία της στερλίνας παραμείνει στα τρέχοντα επίπεδα, οι αναπτυξιακοί ρυθμοί της Βρετανίας θα μειωθούν κάτω από το 2% το 1998. Αλλά και αυτό να μη συμβεί, οι βρετανοί βιομήχανοι προβλέπουν τώρα χαμηλότερα ποσοστά ανάπτυξης για το 1998, από το 2,7% των προηγούμενων προβλέψεων σε 2,5% του ΑΕΠ. Το ηγετικό επιχειρηματικό λόμπι της Βρετανίας επίσης υπογραμμίζει ότι η αλματώδης άνοδος της στερλίνας έχει στραγγαλίσει τις εξαγωγές. Συγκεκριμένα το 48% των βιομηχάνων κατήγγειλε ότι οι εξαγωγικές παραγγελίες έχουν υποχωρήσει κάτω του μέσου όρου, ενώ μόνο το 11% δηλώνει το αντίθετο, με αποτέλεσμα το ποσοστό των ανησυχούντων βιομηχάνων τώρα να φθάνει στο 37%.
Η νομισματική κρίση στις αγορές χρήματος της Νοτιοανατολικής Ασίας δεν λέει να τελειώσει. Οι νομισματικές αρχές του Χονγκ Κονγκ αισιοδοξούν ότι με την αύξηση των επιτοκίων αγοράς κερδήθηκε ο αγώνας κατά των κερδοσκόπων, υποσχόμενες ότι θα διατηρήσουν την πρόσδεση του νομίσματος με το αμερικανικό δολάριο και ότι θα «κάψουν» τους κερδοσκόπους με τα υψηλά επιτόκια.



