ΣΑΝ ΝΑ ήταν το δικό τους προπατορικό αμάρτημα, τα στελέχη του υπουργείου Οικονομικών συνεχίζουν να μην κατανοούν ότι δεν πρέπει η ανάγκη αντιμετώπισης των δημοσιονομικών δυσκολιών να κάνει ακόμη πιο εύθραυστη την ελληνική οικονομία. Η περίπτωση των ασφαλιστηρίων ζωής είναι χαρακτηριστική.
* Ξεχνούν ότι το κίνητρο του αφορολόγητου ποσού για τη δημιουργία ενός πρόσθετου κεφαλαίου εξασφάλισης των απόστρατων της εργασίας δεν είχε θεσπισθεί ως παροχή προς τους «κατέχοντες» αλλά ως ενθάρρυνση μιας νέας και σύγχρονης μορφής αποταμίευσης.
* Επιβάλλουν μια αναδρομική φορολογία, αφού είναι δύσκολο και ασύμφορο για τους ασφαλισμένους να σπάσουν τώρα τα συμβόλαιά τους.
* Φορολογούν διπλά το ίδιο αντικείμενο, αφού οι αποδόσεις των ασφαλιστηρίων αλλά και όλων των άλλων πράξεων που διενεργούν οι εταιρείες φορολογούνται στην πηγή.
* Αμφισβητούν το δικαίωμα των πολιτών να ελπίζουν σε μια καλύτερη σύνταξη αφού το κρατικό σύστημα ασφάλισης επιβάλλει ανώτατο όριο παροχών για την υγεία του συνταξιούχου και ανώτατο επίπεδο στη σύνταξη των ασφαλισμένων, ενώ οι κρατήσεις γίνονται αναλογικά στο αποκτούμενο εισόδημα.
* Θέτουν σε δυσμενέστερη θέση τον έλληνα φορολογούμενο σε σύγκριση με τους άλλους Ευρωπαίους, οι οποίοι απολαμβάνουν ολοένα και σημαντικότερα κίνητρα για παρόμοιες μορφές αποταμίευσης.
* Απορρίπτουν, χωρίς εξηγήσεις, την πρόταση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, που ζήτησε το αφορολόγητο όριο να αυξηθεί στις 300.000 δραχμές, τη στιγμή όπου η κυβέρνηση διακηρύττει την πίστη της στην κοινωνική συναίνεση.
Ο κ. Γιώργος Δρυς, αρμόδιος υφυπουργός Οικονομικών, που βεβαίως αντιλαμβάνεται όσα δεν του λένε οι «τεχνοκράτες» του υπουργείου, θα έπρεπε να διστάζει να χρησιμοποιεί ως επιχείρημα ότι «δεν είναι και μεγάλη η πρόσθετη δαπάνη για όσους έχουν εισοδήματα πάνω από 5 εκατομμύρια». Γιατί αυτοί είναι που στηρίζουν τα έσοδα του κράτους και από αυτούς θα προέλθει το μεγάλο «άι σιχτίρ» στην επί τόσα έτη φορολαγνεία.



