Ραντεβού στον Παράδεισο!
Τριάντα χρόνια πίσω, ο πατέρας ήταν ένας προικισμένος και όμορφος 20χρονος που η μουσική βιομηχανία τού είχε ανοίξει την αγκαλιά της. Υπερβολικά ταλαντούχος αλλά και αυτοκαταστροφικός, έκανε τα πάντα για να… αποξενωθεί από το κοινό του, με αποκορύφωμα τον θάνατό του από ακούσια ανάμειξη ναρκωτικών ουσιών.
Οταν πέθανε, το 1975, είχε δει τον οκτάχρονο γιο του μόνο μία φορά! Οταν ο γιος μεγάλωσε, κατάφερε να νικήσει τα φαντάσματα που τον ταλαιπωρούσαν από το παρελθόν, το δικό του και του πατέρα του. Τα κατάφερε, βρήκε την αναγνώριση και, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις, εδώ και λίγους μήνες ετοίμαζε το μεγάλο άλμα στην καριέρα του, τον δεύτερο δίσκο του… Αλλά, φευ!, τον πρόλαβε η κατάρα των Μπάκλεϊ!
«Αν και όλα πήγανε στραβά, στον Αρχοντα των τραγουδιών μπροστά, όταν θα έρθει η στιγμή θα σηκωθώ· και μια φωνή θα βγάλω μόνο: Αλληλούια!» Λέοναρντ Κοέν, «Hallelujah», 1984
Απρίλιος 1991. Μπρούκλιν, Νέα Υόρκη. Ο Χαλ Ουίλνερ, παραγωγός δίσκων και καταλυτική φυσιογνωμία του νεοϋορκέζικου αντεργκράουντ, διοργανώνει ένα κοντσέρτο – φόρο τιμής στον Τιμ Μπάκλεϊ, τον προικισμένο τραγουδιστή/τραγουδοποιό που αποχαιρέτησε τα εγκόσμια το καλοκαίρι του ’75. Οι δραστηριότητες και οι διασυνδέσεις του Ουίλνερ είχαν, κατά κάποιον τρόπο, προκαθορίσει την αισθητική της βραδιάς. Από τον κιθαρίστα Βέρνον Ριντ (των Living Colour) ως τον βραζιλιάνο περκασιονίστα Νάνα Βασκοντσέλος, όλοι οι επιφανείς εκπρόσωποι της αβάν γκαρντ σκηνής του Μανχάταν που έγινε γνωστή ως σκηνή του «Knitting Factory», έδωσαν το «παρών»… Ανέβαιναν, με τη σειρά, στη σκηνή, όπου έπαιζαν τραγούδια του Τιμ Μπάκλεϊ, που τα είχαν μετατρέψει σε μακρόσυρτα, εγωκεντρικά, τζαζοειδή φληναφήματα!.. Κάτι τέτοιο το επέτρεπε ίσως ο χώρος που στέγαζε τη συναυλία. Γιατί η… εκκλησία της Αγίας Αννης είναι ένας ναός του Μπρούκλιν που συχνά από οίκος του Θεού μετατρέπεται σε οίκο μουσικών βραδιών με σπέσιαλ χαρακτήρα (όπως, π.χ., η παγκόσμια πρεμιέρα του αφιερώματος στον Αντι Γουόρχολ, που με τίτλο «Songs For Drella» παρουσίασαν εκεί οι κκ. Λου Ριντ και Τζον Κέιλ).
Αν όμως η μουσική προϊστορία του ναού επέτρεπε ή και επέβαλλε μια τέτοια αυθαίρετη αντιμετώπιση των τραγουδιών του τιμώμενου μακαρίτη, την απαγόρευαν τα ίδια ακριβώς τα τραγούδια που άφησε πίσω του. Τραγούδια γήινα, εμποτισμένα με συναίσθημα, φαντασία και μια θυμωμένη μελαγχολία και στολισμένα με τη φωνή του Μπάκλεϊ, που κατάφερνε να φτάσει σε (αισθητικές) περιοχές για τις οποίες ίσως και να μην υπάρχει συγκεκριμένη ονομασία… Οπως και αν έχει το πράγμα, το τελευταίο που ζητούσαν αυτά τα τραγούδια ήταν η ελιτίστικη και αυτάρεσκη μεταχείριση που τους επεφύλασσαν απόψε οι συμμετέχοντες μουσικοί. Σε αντίθεση πάντως με τους καλλιτέχνες, το κοινό που είχε συγκεντρωθεί για να θυμηθεί και να τιμήσει τον Τιμ Μπάκλεϊ, έδειξε να αντιλαμβάνεται αυτή τη σημαντική λεπτομέρεια. Και, κάπου μισή ώρα από την έναρξη της συναυλίας, άρχισε να αποδοκιμάζει, σφυρίζοντας, οποιονδήποτε ανέβαινε στη σκηνή!
Ο Ουίλνερ αποφάσισε τότε να κατεβάσει το κρυφό του χαρτί. Πλησίασε το συνεσταλμένο παλικάρι που κανένας δεν είχε προσέξει στα παρασκήνια και το ρώτησε αν ήταν έτοιμο. «Ναι», του απάντησε και έπιασε την κιθάρα του. «Μόνο, σε παρακαλώ, να μην ανάψετε ούτε ένα φως όσο θα τραγουδάω», πρόσθεσε και ανέβηκε στη (θεοσκότεινη) σκηνή. Οσο να τακτοποιήσει το μικρόφωνο και την κιθάρα του, το κοινό άρχισε να εκτοξεύει τα πρώτα «γιούχα!».
Ηταν έτοιμος! Η σκηνή παρέμενε σκοτεινή και η ομοίως σκοτεινή φιγούρα τού 24χρονου νεαρού άρχισε να παίζει ένα τραγούδι που έγραψε ο Τιμ Μπάκλεϊ πριν από 24 χρόνια. Ηταν το «Ι Never Asked to Be Your Mountain» και…
…Οι από κάτω κοίταζαν σαν χαμένοι! Εκεί μπροστά στα μάτια τους είχαν το… φάντασμα του Τιμ Μπάκλεϊ! Μια σκοτεινή φιγούρα που του έφερνε στο σουλούπι και που τραγουδούσε με τη μοναδική, τη «στοιχειωμένη» φωνή του μακαρίτη! Το κοινό άκουγε και δεν πίστευε στ’ αφτιά του… Γιατί, εκτός των άλλων, αγνοούσε και τη λεπτομέρεια ότι η σκοτεινή φιγούρα που τραγουδούσε ήταν ο Τζεφ Μπάκλεϊ, ο γιος του Τιμ, που αναφέρεται και στους στίχους του τραγουδιού που είχε μαγέψει το ακροατήριο. Τραγουδώντας το μέσα στην εκκλησία της Αγίας Αννης εκείνο το βράδυ, ο Τζεφ συναντούσε τον πατέρα του, Τιμ Μπάκλεϊ, μόλις για δεύτερη φορά!
…Γιατί, πίσω στο 1967, ο Τιμ Μπάκλεϊ άφηνε πίσω του στην Καλιφόρνια την πρώην συμμαθήτριά του Μαίρη Γκίμπερτ και τον νεογέννητο γιο τους Τζεφ και κατευθυνόταν ανατολικά, προς την πόλη όπου μεγάλωσε, τη Νέα Υόρκη.
Ηταν μόλις 20 χρόνων, όμορφος, ταλαντούχος, προικισμένος με μια φωνή απίστευτης έκτασης και οπλισμένος με τα παράξενα τραγούδια του, μερικά από τα οποία είχαν χωρέσει στον πρώτο δίσκο του, που είχε ήδη κυκλοφορήσει ένα χρόνο νωρίτερα. Αρχισε να παίζει στα κλαμπ του Βίλατζ και, γρήγορα, αυτοί που πήγαιναν να τον ακούσουν στριμωγμένοι άκουγαν σε ονόματα όπως Τζορτζ Χάρισον ή Φρανκ Ζάπα. Ο διορατικός μάνατζερ του τελευταίου, Χερμπ Κόεν, υπέγραψε αμέσως συμβόλαιο με τον νεαρό. Και ο Μπάκλεϊ, στριμώχνοντας τις ενοχές για την εγκατάλειψη της οικογένειάς του, τα όνειρα και τις αναζητήσεις της εύθραυστης ψυχής του και τα τοπία που εξερευνούσε με τη νέα μούσα του, Τζούντι, μέσα στα (ενίοτε εξάλεπτα ή οκτάλεπτα) κομψοτεχνήματά του, όπως το «Ι Never Asked to Be Your Mountain», μπήκε στο στούντιο για να ηχογραφήσει τον νέο του δίσκο.
Το «Goodbye And Hello», ένας αριστουργηματικός δίσκος που ήταν μέσα στο πνεύμα του «καλοκαιριού της αγάπης» του ’67, αλλά που ταυτόχρονα κρατούσε και αξιοσημείωτες αποστάσεις από τη χίπικη φιλοσοφία, κατάφερε να επιβάλει τον Μπάκλεϊ σε παγκόσμιο επίπεδο. Τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Βρετανία ήταν περιζήτητος, είτε για υπαίθρια φεστιβάλ μπροστά σε μυριάδες κόσμο είτε για θρυλικά μεγάλα κλαμπ της εποχής, όπως το «Fillmore East» της Ν. Υόρκης, είτε για εμφανίσεις σε τηλεοπτικά σόου…
Ο Τιμ Μπάκλεϊ άρχισε να νιώθει άβολα μέσα σε όλα αυτά. Ενθαρρημένος από την αποδοχή που είχε ο δίσκος του, αποφάσισε ότι μπορούσε να οδηγήσει τα τραγούδια του σε ακόμη πιο ακραίες περιοχές. Ξεχνούσε βέβαια τους κανόνες της μουσικής βιομηχανίας… Δεν είχε καλά καλά οριοθετήσει το κοινό του και επιχειρούσε να το «προβοκάρει» μεταθέτοντας συνεχώς τα όρια του στυλ του. Οι τέσσερις δίσκοι του, που ακολούθησαν στο διάστημα 1969-71, ήταν υψηλού επιπέδου, αλλά και σε υπερβολικό βαθμό φορτισμένοι από την ενδοσκοπική μελαγχολία του Μπάκλεϊ, που ήταν όλο και πιο δύσκολο να την αποκρυπτογραφήσεις.
Την απόσταση που άρχισε να τον χωρίζει από το κοινό του την αντελήφθη και ο ίδιος και αποσύρεται προσωρινά, αφιερώνοντας χρόνο στην Τζούντι, γράφοντας ένα κινηματογραφικό σενάριο και παίζοντας ως ηθοποιός σε θεατρικές παραγωγές έργων του Εντουαρντ Αλμπι και του Ζαν – Πολ Σαρτρ. «Επιστρέφει» μετά διετία, με τον δίσκο «Greetings From L.Α.», που έμελλε να τροφοδοτεί με υλικό τους d.j. ραδιοφωνικών σταθμών και κλαμπ σε όλο τον κόσμο ως σήμερα. Πάντοτε αυτοκαταστροφικός, ο Μπάκλεϊ απομακρύνεται από το (σχετικώς) φωτεινό κλίμα του δίσκου που φάνηκε ότι θα του ξαναδώσει πίσω το κοινό του. Ηχογραφεί άλλα δύο άλμπουμ, με τα οποία «επιτυγχάνει» να απομακρύνει τους περισσότερους «φαν» του και τελικά την άνοιξη του 1975 αποφασίζει πως ήρθε η ώρα για τον «μεγάλο» δίσκο του.
Ολα αυτά τα χρόνια ο Τζεφ μεγάλωνε στην Καλιφόρνια χωρίς να δει τον πατέρα του ούτε μία φορά! Οκτώ χρόνων πλέον, τον αντικρίζει για πρώτη φορά, όταν ο Τιμ βρίσκεται στην Καλιφόρνια για να συναντήσει τον σκηνοθέτη Χολ Ασμπι, ο οποίος τον προορίζει για τον (κεντρικό) ρόλο του Γούντι Γκάθρι στην ταινία «Bound For Glory» που ετοιμάζει!
Συγκλονισμένος από την πρώτη επαφή με τον γιο του, επιστρέφει στη Νέα Υόρκη, γράφει μερικά τραγούδια και (με σπουδαίους μουσικούς από δίπλα) μπαίνει στο στούντιο για να ηχογραφήσει τον καλύτερο δίσκο του, που λέγαμε… Βιάζεται να τελειώσει, για να επιστρέψει στην Καλιφόρνια, όπου τον περίμεναν ο Ασμπι για τα γυρίσματα και ο γιος του, ο Τζεφ, για τη δεύτερη συνάντησή τους…
Ιούλιος 1975. Σάντα Μόνικα, Καλιφόρνια. Ο αστυνόμος Πετρόσκι έδειχνε σοκαρισμένος. Δεν ήταν τόσο οι φάτσες των γενειοφόρων μακρυμάλληδων δημοσιογράφων από μουσικά περιοδικά και ραδιοσταθμούς που τον αντίκριζαν στριμωγμένοι ανάμεσα στους συνήθεις αστυνομικούς ρεπόρτερ. Η περιοχή που ήταν στον έλεγχο του τμήματός του τον είχε φυσιολογικά εξοικειώσει με τον παράξενο κόσμο των σταρ και των μίντια. Εκείνο που τον είχε σοκάρει ήταν αυτό που έπρεπε να αποκαλύψει σε τούτη την έκτακτη συνέντευξη Τύπου. Ξερόβηξε και άρχισε να μιλάει: «Εδώ και δέκα μέρες, από τις 29 Ιουνίου, οπότε ο τραγουδιστής Τιμ Μπάκλεϊ ξεψύχησε στο νοσοκομείο της Σάντα Μόνικα, πιστεύαμε ως αιτία του θανάτου του αυτό που εξαρχής ανακοίνωσε το νοσοκομείο και που όλοι γνωρίζετε: ανακοπή καρδίας. Παρά τις φήμες ότι πριν από χρόνια ήταν χρήστης ναρκωτικών, ο ιατροδικαστής δεν είχε εντοπίσει σημάδια στο σώμα του και το περιστατικό χαρακτηρίστηκε καρδιακό επεισόδιο. Υστερα όμως από πληροφορίες που συλλέξαμε, χάρη και στη δική του φλυαρία, συλλάβαμε χθες τον Ρίτσαρντ Κίλινγκ, 30 χρόνων, βοηθό ερευνητή στο Πανεπιστήμιο του Λος Αντζελες (UCLA), τον οποίο και παραπέμπουμε με την κατηγορία του φόνου σε δεύτερο βαθμό!».
Ο Πετρόσκι κοντοστάθηκε για λίγο… «Δεν το έχω ξανασυναντήσει στην καριέρα μου», συνέχισε, «αλλά με δυο λόγια, είτε το πιστεύει άνθρωπος είτε όχι, η ουσία είναι πως λίγο προτού καταρρεύσει στο σπίτι του και μεταφερθεί στο νοσοκομείο ο Μπάκλεϊ με τη γυναίκα του Τζούντι ήταν στο σπίτι του Κίλινγκ, ο οποίος και τον προέτρεψε σε επανειλημμένη εισρόφηση λευκόχροης σκόνης που του παρουσίασε ως κοκαΐνη ενώ ήταν μεγάλη ποσότητα μείγματος ηρωίνης και μορφίνης!».
Οταν το νέο έκανε τον κύκλο του, ο κόσμος ουδόλως στάθηκε στη λεπτομέρεια πως, ακόμη και αν είσαι πολύ ναΐφ και καλόπιστος, δεν παύει να είναι δική σου ευθύνη το τι βάζεις στο σώμα σου και ότι, ως εκ τούτου, ο κακόμοιρος ο Τιμ την πάτησε σαν αγράμματος, που λένε. Οι πιο σκληροπυρηνικοί οπαδοί του γρήγορα «τακτοποιήθηκαν» υιοθετώντας την ψυχωσική θεωρία ότι κάποιοι «μεγάλοι» (ίσως και η εταιρεία του σκληρού μάνατζερ Κόεν) έβγαλαν τον Τιμ από τη μέση… Οι υπόλοιποι βολεύτηκαν με τους εννέα δίσκους που άφησε πίσω του και, βοηθούσης της λήθης με την οποία περιβάλλει τους νεκρούς ήρωες ο χρόνος, τον τοποθέτησαν (αυθαίρετα!) στον κατάλογο των ρόκερ που ξέφυγαν πολύ στο ταξίδι με μέσο τα ναρκωτικά… Ο Ασμπι πήρε τον Ντέιβιντ Καραντάιν για τον ρόλο του Γκάθρι και η εν λόγω ταινία πήρε δύο Οσκαρ… Και ο Τζεφ πήρε την απόφαση πως η δεύτερη συνάντηση με τον πατέρα του θα αργήσει αρκετά… Κανένας δεν τον πήγε στην κηδεία του Τιμ και η ζωή του συνεχίστηκε δίπλα στη μητέρα του (που έπαιζε πιάνο και τσέλο επαγγελματικά) και στον πατριό του (που κατάφερε να μυήσει τον πιτσιρικά στο ροκ των Led Zeppelin και στα μπλουζ του Ρόμπερτ Τζόνσον). Ο Τζεφ έπαιζε κιθάρα και στα 13 του άρχισε να γράφει τραγούδια. Οταν η μητέρα του χώρισε και έμειναν μόνοι τους, ο πάντα διορατικός μάνατζερ Κόεν άρχισε να περνά πού και πού από το σπίτι τους, «just to see how the kid’s goin’, y’ know!». Αυτό γέννησε στον Τζεφ μια απέχθεια για τους ανθρώπους της μουσικής βιομηχανίας. Και, λίγο αργότερα, όταν ως κιθαρίστας συγκροτημάτων του Λος Αντζελες άρχισε να νιώθει την προσδοκία των ανθρώπων για έναν νέο Τιμ Μπάκλεϊ, αποφάσισε να κρύψει τη φωνή του περιοριζόμενος στο όργανό του. Και αυτό του γέννησε μια απέχθεια για τους ανθρώπους που στο πρόσωπό του ήθελαν να αναστήσουν τον (άγνωστο) πατέρα του. Οταν δέχθηκε την πρόταση του Ουίλνερ να εμφανισθεί στο καλλιτεχνικό μνημόσυνο του πατέρα του στο Μπρούκλιν, ήταν επιφυλακτικός. Μετά σκέφθηκε πως ήταν ευκαιρία να σκοτώσει μια για πάντα εκείνο το περίεργο συναίσθημα που του γεννούσε το γεγονός ότι ποτέ δεν τον αποχαιρέτησε. Και πήρε το αεροπλάνο για τη Νέα Υόρκη. Εκείνο που φυσικά δεν ήξερε ξεκινώντας ήταν πως, όταν θα τελείωνε την ερμηνεία τού «Ι Never Asked to Be Your Mountain» μέσα στην εκκλησία του Μπρούκλιν, θα βρισκόταν τριγυρισμένος από τα δύο είδη ανθρώπων που απεχθανόταν. Με το που επέστρεψε στα παρασκήνια, αντιμετώπισε ένα ντελιριακό κλίμα από παράγοντες της δισκογραφίας που του έδιναν τις κάρτες τους, από ατζέντηδες που του πρότειναν συναυλίες, από εκτροχιασμένους φανατικούς του πατέρα του που ήθελαν να τον αγγίξουν και μερικούς που ήθελαν να κλάψουν στην αγκαλιά του. Τρομαγμένος ο Τζεφ αποφάσισε να απομακρυνθεί τόσο από αυτούς όσο και από την «προοδευτική» σκηνή των μουσικών που είχαν παίξει νωρίτερα. Παρέμεινε στη Νέα Υόρκη και κρύφτηκε κάτω από το όνομα Gods & Monsters, ένα σουπεργκρούπ που έστησε μαζί με τον κιθαρίστα του Κάπτεν Μπίφχαρτ, τον Γκάρι Λούκας. Οταν τα «εγώ» που καραδοκούσαν εξέτρεψαν την πορεία αυτού του άτυχου συγκροτήματος, ο Τζεφ είχε πάρει ένα χρήσιμο μάθημα… Ισως και δύο.
Οπλισμένος με αυτοπεποίθηση και αποφασισμένος να βγάλει προς τα έξω τον κόσμο των δικών του τραγουδιών, πήρε την κιθάρα του και άρχισε να εμφανίζεται σε κλαμπ και παμπ του Σεντ Μαρκς, στην καρδιά του Βίλατζ. Οπως είχε γίνει και με τον πατέρα του ακριβώς μια 25ετία πριν, γρήγορα στους καπνισμένους χώρους αυτών των μαγαζιών άρχισαν να συγκεντρώνονται οι επώνυμοι αυτού του κόσμου, από τη Σινίντ Ο’ Κόνορ ως τους U2. Από κοντά και οι δισκογραφικές εταιρείες. Το κακό ήταν πως, πέρα από την απίστευτη φωνή του και το ελκυστικό παρουσιαστικό του, ο Τζεφ είχε και ένα διευρυμένο ρεπερτόριο, που περιελάμβανε από τραγούδια της Νίνα Σιμόν ως κομμάτια των Beach Boys. Ετσι κάθε στέλεχος της δισκογραφίας μπορούσε να οραματίζεται για τον Τζεφ ό,τι ήθελε: άλλος έβλεπε τον νέο Μάικλ Μπόλτον και άλλος τον νέο Μάικλ Στάιπ! Και πολλοί βέβαια έβλεπαν τον νέο Τιμ Μπάκλεϊ.
Στα όνειρά τους!
Γιατί ο Τζεφ αντιστάθηκε σε όλα αυτά, απομακρύνθηκε και άλλο από τους τύπους που απεχθανόταν και, τελικά, εκπλήσσοντας τους πάντες, ηχογράφησε τον πρώτο δίσκο του το 1994 για τη Sony. Δεν εξέπληξε για την επιλογή του (ήταν βέβαιο πως θα κατέληγε σε μεγάλη εταιρεία). Εξέπληξε γιατί ηχογράφησε το «Grace» όχι σόλο, όπως όλοι ανέμεναν, αλλά με τετραμελή μπάντα, που του έδωσε έναν ήχο απρόβλεπτο. Οπως ακριβώς το ίδιο το «Grace» του έδωσε έναν απρόβλεπτο κύκλο αντιδράσεων. Ακούγοντάς τον ο Μπόνο των U2 δήλωσε: «Αυτό που έχει στο… πίσω μέρος της φωνής του είναι κάτι μοναδικό. Είναι… είναι καλύτερός μου!».
Ο Μπάκλεϊ με την μπάντα του συντήρησαν την πολιτική του χαμηλού προφίλ παίζοντας ασταμάτητα σε Ευρώπη και ΗΠΑ, μιλώντας λίγο στα ΜΜΕ, απορρίπτοντας προτάσεις (όπως αυτή για φωτογράφιση με ρούχα «Gap») και αποφασισμένοι να κατεβάσουν το μεγάλο τους χαρτί με τον δεύτερο δίσκο τους. Ετσι, τον Φεβρουάριο της φετινής χρονιάς βρέθηκαν στο Μέμφις και έμειναν εκεί κάνοντας πρόβες, με σκοπό στις 30 Ιουνίου να αρχίσουν την ηχογράφηση.
Ιούνιος 1997. Μέμφις, Τενεσί. Ο υπαστυνόμος Ουίλι Λέμονς δεν έχει να πει τίποτε που το πλήθος των συγκεντρωμένων ρεπόρτερ δεν γνωρίζει εκ των προτέρων: «Οπως γνωρίζετε, εδώ και έξι μέρες ψάχνουμε στα νερά του Μισισιπί για τον 30χρονο τραγουδιστή Τζεφ Μπάκλεϊ. Σας υπενθυμίζω ότι στις 29 Μαΐου ο Μπάκλεϊ με έναν φίλο του βρίσκονταν σε μια προβλήτα του λιμανιού του Μέμφις, όπου και βούτηξαν με τα ρούχα στο νερό. Είχαν ξανακολυμπήσει εκεί, αλλά ο φίλος του λέει πως όταν, παρά τις φωνές του, πέρασε κοντά από τον Τζεφ ένα ρυμουλκό, σηκώθηκε ένα μεγάλο κύμα και από τότε ο Μπάκλεϊ δεν ξαναφάνηκε. Ωσπου σήμερα κάποιοι επιβάτες του ποταμόπλοιου “American Queen” είδαν το πτώμα του κοντά στο νησάκι Μαντ. Το πλήρωμα του ποταμόπλοιου συνέλεξε το πτώμα και το μετέφερε στο λιμάνι του Μέμφις. Ο μάνατζέρ του Τζιν Μπάουεν τον αναγνώρισε πριν από λίγο…».
Αλήθεια είναι! Οπως ο πατέρας του, έτσι και ο Τζεφ Μπάκλεϊ πήγε κατά πάσα πιθανότητα από την αβλεψία κάποιου άλλου. Οπως ο πατέρας του, πήγε γιατί βρέθηκε τη λάθος στιγμή στο λάθος σημείο. Οπως ο πατέρας του, πήγε τη στιγμή που ετοίμαζε το μεγάλο άλμα. Οπως ο πατέρας του, έζησε με κύριο μέλημα την ίδια του την τέχνη και τη στιγμή που θα την καταθέσει εκεί όπου ανήκει: στον Αρχοντα των τραγουδιών!
Και το πιθανότερο είναι πως, συναντώντας τον πρόσφατα στον Παράδεισο, ο Τζεφ Μπάκλεϊ έκανε επιτέλους ειρήνη με τον Τιμ Μπάκλεϊ! Ισως τώρα να γράφουν μαζί ένα τραγούδι… Ισως να αφήνουν ένα ακόμη «Αλληλούια!» στα πόδια του Αρχοντα των τραγουδιών.



