Με τον τίτλο του «πιο σέξι εν ζωή άνδρα» ­ από αυτούς που σκορπίζει αφειδώς το αμερικανικό περιοδικό «People» ­, μια υποψηφιότητα για Οσκαρ και μπόλικες καταχρήσεις ­ οι γυναίκες και το αλκοόλ ποτέ δεν έπαψαν να τον καταδυναστεύουν ­, ο Νικ Νόλτε επιστρέφει με ένα φιλμ νουάρ τοποθετημένο στα 50s για να δώσει στο Χόλιγουντ άλλη μια


Ο πρίγκιπας της Νεμπράσκα



Μάταια αγωνίζονται να τον «ευπρεπίσουν» στυλίστες και αμπιγιέρ· το μέικ απ και το σμόκινγκ δεν επαρκούν για ένα παιδί της Νεμπράσκα. Πόσο μάλλον το savoir faire μιας εκ πεποιθήσεως «άξεστης» βιομηχανίας. Ο Κένεθ Γκόρντον, σκηνοθέτης της τελευταίας του ταινίας «Mother Night» ­ σ.σ. η οποία δεν έχει ακόμη έρθει στην Ελλάδα ­, γνώρισε από πρώτο χέρι τις… βαρβαρότητες των μεσοδυτικών Πολιτειών. «Σε μια σκηνή ο Νικ εκλήθη να ξεσπάσει σε δυνατά γέλια. Χρειάστηκε να την γυρίσουμε ξανά και ξανά, αλλά δεν του έβγαινε». Σε τι προέβη ο πρωταγωνιστής; Πολύ απλά σε μια… ηχηρότατη εκτόξευση αερίων! Το αποτέλεσμα; «Επεσε κάτω από τα γέλια. Οπως άλλωστε συνέβη και με σύσσωμο το συνεργείο». Το επιμύθιο; «Ο Νόλτε δεν ντρέπεται να κάνει οτιδήποτε θα τον βοηθήσει να μπει στην ατμόσφαιρα του εκάστοτε ρόλου». Χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι δεν δεινοπάθησαν στη συνέχεια οι ηχολήπτες της ταινίας.


Ο «πρίγκιπας της παλίρροιας» γεννήθηκε ­ βάτραχος; ­ στην Ομάχα στις 8 Φεβρουαρίου του 1940. Το οικογενειακό περιβάλλον δεν προλειαίνει το έδαφος για καλλιτεχνικές ανησυχίες: ο πατέρας μηχανικός αρδευτικών συστημάτων, η μητέρα νοικοκυρά. Ο υιός θα διακριθεί από νωρίς στο αμερικανικό ποδόσφαιρο ­ όπως και στην πυγμαχία, στο μπέιζμπωλ, στο μπάσκετ ­, πέντε όμως κολέγια θα σπεύσουν διαδοχικά να τον αποβάλουν ­ οι ακαδημαϊκές επιδόσεις του τιμώνται κάτω του μετρίου. Μόλις στα 21 του χρόνια καταδικάζεται σε 45 χρόνια φυλάκιση για την πώληση «παραποιημένων» δελτίων κατατάξεως στον αμερικανικό στρατό ­ η ποινή του αναστέλλεται τελικώς λόγω καλής διαγωγής. Ο ίδιος πάντως επιμένει ότι η ατασθαλία του είχε καθαρά αντιμιλιταριστικό χαρακτήρα ­ πώς θα μπορούσε άλλωστε ένα τέτοιος φέρελπις να ασεβήσει προς το κράτος;


Στο City College της Πασαντένα είναι που θα πάρει την απόφαση να δοκιμάσει τους απαγορευμένους ως τότε καρπούς της δραματικής τέχνης. Ηθικός αυτουργός ένας «κολλητός» που τον μυεί στο Playhouse. Βέβαια η επιβίωση στην Πόλη του Λος Αντζελες συνεπάγεται θυσίες ­ η προσφιλής λίστα με τις αγγαροδουλειές του επίδοξου σταρ δεν θα λείψει από το βιογραφικό του. Κάποια στιγμή όμως θα εγκαταλείψει διά παντός το χαλυβουργείο στο οποίο εργάζεται και τα διαφημιστικά για το σαμπουάν «Clairol» για να τρέξει πίσω από περιοδεύοντες θιάσους της αμερικανικής ενδοχώρας. Οπως άλλωστε θα εξομολογηθεί αργότερα, ήταν ο καλύτερος δυνατός τρόπος για έναν ηθοποιό που επιθυμούσε όντας ακόμη στην ηλικία των 20 και κάτι να παίξει στον «Θάνατο του Εμποράκου».


Οταν μια ταινία αξίζει τον κόπο, καλό είναι να τα «δίνεις» όλα


Μέσα σε 10 χρόνια συμμετέχει σε περισσότερες από 150 παραγωγές ανά τις ΗΠΑ ­ από το 1968 ως το 1971 είναι μέλος του «Old Log Theatre». Η όχι και τόσο ευκαταφρόνητη αυτή περίοδος αναμονής φθάνει στο τέλος της στο Φίνιξ της Αριζόνα, εν έτει 1973. Ο Γουίλιαμ Ινγκ, συγγραφέας του έργου «The Last Pad», όπου πρωταγωνιστεί ο Νόλτε, τυγχάνει μεταξύ των θεατών και ενθουσιάζεται. Λίγο αργότερα, στα παρασκήνια, του προτείνει μια «μετάθεση» στο Westport Playhouse του Λος Αντζελες. Ο ­ ώριμος πλέον ­ ενζενί όμως θα χρειαστεί να περιμένει λίγο ακόμη. Η είδηση της αυτοκτονίας του Ινγκ θα ανατρέψει τις προοπτικές του στο σανίδι. Είναι η σειρά της μικρής οθόνης: ο από μηχανής θεός κάθε νιόμπαρκης καριέρας. Οι προτάσεις ουκ ολίγες: «Winter Kill» και «The California Kid», δίπλα στον Μάρτιν Σιν (1974), «Death Sentence», «Adams of Eagle Lake», «The Runaway Barge» με συμπρωταγωνιστή τον Μπο Χόπκινς (όλα το 1975).


Στην επόμενη στροφή βρίσκεται δίπλα στον έτερο αυτόχθονα βαρέων βαρών ­ με το σύνηθες ιλουστρασιόν μαύρισμα ­ Ντον Τζόνσον για τις ανάγκες του φιλμ «Return to Macon County Line», σίκουελ του «Macon County Line». Και όπως είναι αναμενόμενο αμφότεροι υποδύονται ανερχόμενα μέλη του υποκόσμου. Το 1976 καταφθάνει αισίως η μεγάλη ευκαιρία. Η συμμετοχή του στη βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ιρβιν Σο μίνι τηλεοπτική σειρά «Rich Man Poor Man» θα εκσφενδονίσει τις μετοχές του. Παρέα με τον Πίτερ Στράους καθηλώνει επί σειρά ετών τις αμερικανικές φαμίλιες στον καναπέ. Η επιτυχία της σειράς είναι τέτοια που ακολουθεί προδιαγραφές πρώιμης σαπουνόπερας. Ο Νόλτε όμως εμφανίζεται πιο διορατικός από ό,τι θεωρούν τα τηλεοπτικά δεδομένα της εποχής και απορρίπτει την πρόταση να παίξει σε δεύτερο κύκλο επεισοδίων («Rich Man Poor Man: Book Two»). Φαίνεται ότι η ιδέα να υποδυθεί τον γιο του αποθανόντος εαυτού του δεν είναι και τόσο δελεαστική.


Την επόμενη χρονιά έρχεται ο «Βυθός» του Πίτερ Γέιτς με συμπρωταγωνιστές τους Ρόμπερτ Σο και Ζακλίν Μπισέ, ένα υποβρύχιο έπος χαμένων θησαυρών. Οι κριτικές θα εκθειάσουν τα σωματικά του προσόντα ­ ίσως αυτός είναι και ο λόγος που ευθύς αμέσως του γίνεται πρόταση να υποδυθεί τον «Σούπερμαν». Οι σχέσεις του με το άλλο φύλο ­ σε λίγο θα πάρει διαζύγιο από την πρώτη κατά σειρά σύζυγό του Σίλα Πέιτζ ­ δείχνουν να φέρουν ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το «όχι» που θα πει στον Ηρωα του Χόλιγουντ.


Αντ’ αυτού δέχεται να πρωταγωνιστήσει στη «Σκυλίσια καταδίωξη» του Κάρελ Ράις (1978), η οποία θα φέρει στο φως βεβαίως αρκετές ευνοϊκές κριτικές ­ «ένας ηθοποιός, για τον οποίο ουδέποτε φανταζόμουν ότι θα έγραφα καλά λόγια, δίνει μια μοναδική ερμηνεία…», σχολιάζει ο Ντέιβιντ Ντένμπι. Ακολουθεί το «North Dallas Forty», βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Πίτερ Γκεντ, όπου προβλήματα με τα δικαιώματα θα τον πείσουν να γράψει ο ίδιος το σενάριο για την Παραμάουντ με τη συνδρομή του φίλου του Χαλ Χάουζερ. Το φιλμ θα είναι παταγώδης ­ και όχι μόνο εμπορική ­ αποτυχία. Ανάλογη τύχη θα έχουν το «Χτυποκάρδι» (1980), στον ρόλο του Νιλ Κάσιντι, συγγραφέα της γενιάς των «μπιτ» και «Ο δρόμος με τις φάμπρικες» (1982) ­ κατά κοινή ομολογία εξαιρετικά δύσπεπτη η διασκευή του έργου του Στάινμπεκ. Οσο για τη συμπρωταγωνίστριά του στο τελευταίο, Ντέμπρα Γουίνγκερ, θα αναρωτηθεί ­ για τους δικούς της λόγους ­ στο πέρας των γυρισμάτων αν ο Νικ Νόλτε είναι τολμηρός ή… απλά ηλίθιος!


Η δεκαετία του ’80 θα φέρει και τα μαζικά «χιτς» της: «48 ώρες» (1982) παρέα με τον Εντι Μέρφι και «Μούτρο του Μπέβερλι Χιλς» (1986). Στο μεταξύ το αλκοόλ έχει καταλάβει περίοπτη θέση στην καθημερινότητά του, το ίδιο και οι ροζ ­ ή μαύρες, ανάλογα με την οπτική γωνία που έχει κανείς ­ περιπέτειες (δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί κακοήθεις θεωρούν τον βίο του πολύ πιο ενδιαφέροντα από τη φιλμογραφία του στο σύνολό της). Το 1984 η δεύτερη σύζυγός του Σάρον Χαντάντ δίνει τη σκυτάλη στην Μπέκι Λίνγκερ ­ το τρίτο διαζύγιο θα λάβει χώρα δέκα χρόνια αργότερα. Εχει βεβαίως μεσολαβήσει μια περιπέτεια με την Κάρεν Εκλουντ, η οποία και θα διεκδικήσει ανεπιτυχώς «διατροφή» της τάξεως των 4.500.000 δολαρίων, η ταινία «Κόντρα στο σύστημα» του Αρθουρ Χίλερ (1984) και το καυστικό σχόλιο της Κάθριν Χέπμπορν, συμπρωταγωνίστριάς του στην «Τελευταία λύση της Γκρέις Κίγκλεϊ» (1985): «Εμαθα ότι μεθάς σε κάθε γωνιά αυτής της πόλης».


Οι «Ιστορίες της Νέας Υόρκης», η χλιαρότατη τριλογία που υπογράφουν οι Μάρτιν Σκορσέζε, Φράνσις Φορντ Κόπολα και Γούντι Αλεν δεν θα είναι και ό,τι καλύτερο για τη μάλλον παραπαίουσα σχέση του με τον κινηματογράφο ­ τα ταμεία συγκεντρώνουν κάτι παραπάνω από 4.000.000 δολάρια. Ο Νόλτε υποδύεται τον ερωτοχτυπημένο εξπρεσιονιστή ζωγράφο του Σκορσέζε που πέφτει θύμα των ευσεβών πόθων του ­ πάντως η Ροζάνα Αρκέτ θα μιλήσει επανειλημμένα για τον επαγγελματισμό του.


Ευτυχώς δηλαδή που η δεκαετία του ’90 επιφυλάσσει προνοητικότερες επιλογές. Ο ρόλος του στον «Πρίγκιπα της παλίρροιας» (1991, υποψηφιότητα για Οσκαρ α’ ανδρικού ρόλου), σε σκηνοθεσία Μπάρμπρα Στράιζαντ, θα καταπλήξει εχθρούς και φίλους. Κάτι παρόμοιο θα γίνει και με τον ρόλο του απειλούμενου από τους απανταχού Ντε Νίρο οικογενειάρχη στο «Ακρωτήρι του Φόβου» (1991) με τον Σκορσέζε ξανά πίσω από την κάμερα. Ακολουθεί το «Λορέντζο» (1992) του Τζορτζ Μίλερ, ένας απαρατήρητος «Πρωτοσέλιδος Ερωτας» (1994) και ο «Τζέφερσον στο Παρίσι» (1995). Στο Μαλιμπού, όπου ζει σήμερα ­ ποιος ξέρει με πια υποψήφια σύντροφο της ζωής του ­, οι προτάσεις έρχονται πυκνότερα. Οι σκηνοθέτες του Χόλιγουντ αποφάσισαν με κάποια ελαφρά καθυστέρηση να τον εμπιστευθούν ­ εξ ου και το άρτι αφιχθέν «Εντολή εν λευκώ». Οσο για την εταιρεία παραγωγής του «King Skate Productions» μοιάζει να παίρνει σιγά σιγά χρώμα. Ενα από αυτά της Νεμπράσκα.