Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή


Δεν πέρασε ούτε ένας μήνας από τότε που τα διεθνή έντυπα άρχισαν να ασχολούνται με το δεκαπεντάχρονο μοντέλο Λόνεκε, τη νέα «Λολίτα» που γυρίζει ο Αντριαν Λιν, και την ανήλικη σταρ Νάταλι Πόρτμαν. Η αποθέωση της άγουρης γοητείας, οι συνειρμοί παιδοφιλίας και όλα τα σκανδαλιστικά συναφή είναι μια σαθρή τάση της εποχής, έγραψαν οι αρθρογράφοι του ξένου Τύπου, ενώ οι εξειδικευμένοι συντάκτες μόδας εξακολουθούν να αναρωτιούνται πώς μια τριαντάχρονη γυναίκα μπορεί να ταυτιστεί και να φανταστεί τον εαυτό της μέσα στα ρούχα που διαφημίζει ένα ψιμυθιωμένο κοριτσάκι με ασχημάτιστο ακόμη σώμα. Ενορχηστρωμένες εντυπώσεις; Διαρρέουσες πληροφορίες από τα στρατηγεία των οίκων ετοίμου ενδύματος; Οι πρόσφατες κολεξιόν πρετ α πορτέ στο Μιλάνο και στο Παρίσι για το καλοκαίρι του 1997 αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. «Μιλάνο», γράφει η Τάμσιν Μπλανσάρ στον «Independent» της παρελθούσης Τρίτης. «Σι θρου φορέματα, διάφανα σιφόν με στυλ κλέβουν την εντύπωση στα ιταλιάνικα σόου, όπου η Λολίτα έρχεται το ερχόμενο καλοκαίρι καυτή και προκλητική». Τα κακά κορίτσια, ως φαίνεται, δεν θα φοράνε πια μαύρα εφαρμοστά δερμάτινα.


Μια νότα εγγλέζικου ρομαντισμού για όσους θυμούνται εκείνα τα αντικείμενα του πόθου που ξύπνησε ο φακός του Ντέιβιντ Χάμιλτον με τις ονειρικές «Τρυφερές εξαδέλφες του». «Είμαστε τόσο χαριτωμένες», «We ‘re so pretty», σύμφωνα με το άσμα των Sex Pistols που οριοθετεί τις προσεχείς ενδυματολογικές τάσεις. «Αντίο, κουρέλια, θριαμβεύει το σέξι μπουστιέ», γράφει η Νατάλια Ασπέζι στη «Repubblica» περιγράφοντας την επίδειξη του οίκου Γκούτσι και του πρώτου τη τάξει σχεδιαστή του Τομ Φορντ, ο οποίος κατόρθωσε το 1995 να ανεβάσει το ποσοστό των πωλήσεων κατά 89,5% κάνοντας έναν τζίρο 500 εκατομμυρίων δολαρίων στην παγκόσμια αγορά. Το πρεστίζ των μεγάλων ονομάτων σαν αυτό του Τζιόρτζιο Αρμάνι, του Τζιανφράνκο Φερέ, του Τζιάνι Βερσάτσε παραμένει κραταιό. «Ο Αρμάνι αναβιώνει τον ρομαντισμό σε ένα μαγικό μιλανέζικο σόου και κλείνει θριαμβευτικά τον κύκλο των κολεξιόν».


Η Σούζι Μενκές του «International Herald Tribune» εξυμνεί τον 61χρονο σχεδιαστή και τις πλέον πρόσφατες δημιουργίες του από σιφόν τυνίκ και σατέν μπλε κομπάλτ, με τα ριχτά κιμονό, το στυλ οριεντάλ, τις βράκες του Αλαντίν και τις τουαλέτες του σε στυλ γοργόνας του βυθού (της πισίνας). «Η Τζέιν Οστιν στην πασαρέλα» με μουσική επένδυση του Ερικ Κλάπτον και με γκεστ σταρ τον ζωντανό μύθο της μεσογειακής θηλυκότητας, τη Σοφία Λόρεν, στις πρώτες σειρές των καθισμάτων. Ο Τζιάνι Βερσάτσε δεν αψήφησε το πνεύμα της εποχής. Οι «Εκλεκτικές συγγένειες» του Γκαίτε και των αδελφών Ταβιάνι (που προβάλλονται αυτή την περίοδο και στην Ελλάδα), «Τα χρόνια της αθωότητας» της Ιντιθ Γουόρτον και του Σκορσέζε και «Το πορτρέτο μιας κυρίας» του Χένρι Τζέιμς και της Τζέιν Κάμπιον μπήκαν στο μίξερ και έβγαλαν τη ρομαντική χυμώδη ιδανική γυναίκα του για το καλοκαίρι του ’97. «Καλόγριες άσεμνες τυλιγμένες με τούλι. Ο Φερέ ντύνει το σώμα της γυναίκας αλλά ξεχνά να του βάλει εσώρουχα». Τα μανεκέν με μια «σεμνή» προκλητικότητα κρύβουν το γυμνό στήθος τους και παρελαύνουν ενώπιον κοινού και αγοραστών με σατέν παντελόνια στο κόψιμο του τζιν. Κατά τα άλλα εμπνέεται από τα γλυπτά του Τζιακομέτι, «ένα στυλ περισσότερο αγαλματώδες παρά φυσικό, με τίποτα που να θυμίζει την απαλότητα και την ευαισθησία της τρέχουσας μόδας», καταλήγει αυστηρά η κυρία Μενκές, η οποία εκθειάζει τις επιρροές του από την Ινδία και τα σακάκια – τυνίκ πάνω από τα παντελόνια.


Για το τιμ που συνεχίζει το έργο του εκλιπόντος Φράνκο Μοσκίνο οι κριτικοί σημειώνουν ότι ο οίκος θα πρέπει να απαγκιστρωθεί από το πνεύμα και την αισθητική του δημιουργού της φίρμας και να προσπαθήσει να βρει έναν δικό του δρόμο. Μακριά λεπτή σιλουέτα, μια αναβίωση των ζεστών γλυκών χρωμάτων και των αφηρημένων εμπριμέ, πολλά πλεκτά και ο οίκος Μισόνι, που τα τελευταία χρόνια δεν προσέφερε ουδεμία νέα πρόταση, θριάμβευσε σύμφωνα με τους εξειδικευμένους συντάκτες μόδας. «Οι σχεδιαστές στο Λονδίνο και στο Παρίσι φαίνεται ότι νομίζουν πως οι γυναίκες του προσεχούς θέρους δεν θα φορέσουν τίποτε άλλο από διάφανο σιφόν βάζοντας στην άκρη την οποιαδήποτε σεμνότητα», συνοψίζει η Τάμσιν Μπλανσάρ. Στο Palazzo Reale μια μεγάλη δεξίωση προς τιμήν των δημιουργών της ιταλικής μόδας συγκεντρώνει ένα πολύχρωμο πλήθος. Ο Ελτον Τζον, ο Λάιαμ Γκάλαχερ του συγκροτήματος Oasis, η δημοφιλής παρουσιάστρια της RAI Αλμπα Παριέτι και η Τζέρι Χολ, τοπ μόντελ της δεκαετίας του ’80 και σύζυγος του Μικ Τζάγκερ, που «έδειξε» φέτος για το Iceberg, και πολύ πιο νέοι σαν τη Λολίτα Ιβάνκα Τραμπ που στα 14 της χρόνια ήταν η βεντέτα της νεανικής σειράς του Κόβερι «You Yung» ήταν μερικοί από τους παρευρεθέντες.


Ο φρενήρης ρυθμός των κολεξιόν δεν επιτρέπει την ανάπαυση των «κομψών» πολεμιστών της μόδας. Από το Λονδίνο στο Μιλάνο και από την περασμένη Δευτέρα κατευθείαν στο Παρίσι, την αδιαφιλονίκητη λόγω παράδοσης πόλη του αιωνίου φωτός, της υψηλής και ολίγον χαμηλότερης πρετ α πορτέ ραπτικής. Εδώ το μεγάλο σόου αρχίζει με τα πιο πρόσφατα καπρίτσια του Υβ Σεν Λοράν. «Ο Υβ ξεφεύγει από το τσίρκο της πασαρέλας», γράφει η Γκρέις Μπράντμπερι στους «Times». Ο σχεδιαστής που εφηύρε το πρετ α πορτέ δήλωσε ότι βαρέθηκε να δίνει παραστάσεις για εκατοντάδες δημοσιογράφους, να ασχολείται με την προετοιμασία μιας κολεξιόν και συγχρόνως να φροντίζει για τα φώτα, τη μουσική και το στήσιμο, που εκτός των άλλων στοιχίζει και αρκετά. Γι’ αυτό και επέλεξε 24 συντάκτες μόδας για να τους δείξει κεκλεισμένων των θυρών τις τελευταίες δημιουργίες του, που ήταν απλώς κομψές παραλλαγές παλαιοτέρων τάσεων που είχε επιβάλει ο ίδιος. Ο συνεταίρος του Πιερ Μπερζέ ανέλαβε αυτοπροσώπως την παρουσίαση των μοντέλων. «Ισως και οι άλλοι σχεδιαστές ακολουθήσουν στο μέλλον το παράδειγμα του Σεν Λοράν», προοιωνίζεται η κυρία Μπράντμπερι, «και αυτό ίσως σημάνει το τέλος των μεγαλοπρεπών επιδείξεων του πρετ α πορτέ για παρουσιάσεις πιο ουσιαστικές, πιο επαγγελματικές, στα πλαίσια της διεθνούς οικονομικής κρίσης».


Τι θα γίνει με τον Ντιόρ; Αυτό το ερώτημα πλανάται κάτω από τον ουρανό των Παρισίων μετά το τέλος της σύμβασης του Φερέ με τον παραδοσιακό οίκο, που δεν ανανεώθηκε δι’ ευνοήτους λόγους από τους μετόχους της εταιρείας. «Ο Φερέ στον Ντιόρ: Τσιάο, Παρίσι». Ο πηχυαίος τίτλος στον «Figaro» της περασμένης Τετάρτης και οι «συγκινητικές» δηλώσεις της κυρίας Εντουάρ Μπαλαντύρ «Ετσι είναι η… ζωή» ή της διάσημης «7 sur 7» δημοσιογράφου Ανν Σινκλέρ «Το σέξι στυλ του με γοήτευε, ειδικά τα θηλυκά ταγέρ – παντελόνια του» φαντάζουν σαν επικήδεια σπαραξικάρδια αποχαιρετιστήρια, ενώ οι πλέον κυνικοί ψιθυρίζουν ότι τα τελευταία χρόνια είχε παραμελήσει τον Ντιόρ για τις προσωπικές του γραμμές που είχαν έδρα το Μιλάνο. «Ο μαέστρος μας προσέφερε κομψές διαφάνειες, αιθέριες μουσελίνες, μπέιμπι ντολ από μαύρο κρεπ πολύ λευκό και δαντελένια μπουστιέ που συνδυάζονται αρμονικά με δερμάτινα παντελόνια», γράφει η Ζανί Σαμέ στον «Figaro». «Τη μεγάλη τέχνη μάς προσέφερε και πάλι ο Ισέι Μιγιάκε», συνεχίζει η μεγάλη κυρία της δημοσιογραφίας της μόδας συγκρίνοντας τις δημιουργίες του ιάπωνα εστέτ σχεδιαστή με έργα του Πικάσο και το μεγάλο φινάλε με τα 40 μοντέλα σαν μια χορογραφία του Μορίς Μπεζάρ. «Το καλοκαίρι του ’97 θα είναι διάφανο», δηλώνει σύσσωμος ο διεθνής Τύπος επισημαίνοντας την αμηχανία των μετρ και την έλλειψη φαντασίας για νέες φίρμες και τάσεις που θα ανανεώσουν το ενδιαφέρον του αγοραστικού κοινού. Αλλά αυτός ο ρετροφουτουρισμός δεν είναι τίποτε άλλο από ένα σύνηθες γεγονός στο τέλος του αιώνα ­ «Mal de siecle», όπως λένε και οι εταίροι μας Γάλλοι…