Στις 5.30 το πρωί, προτού ακόμη ο ήλιος ανατείλει, ξυπνήσαμε από ακατάληπτες φωνές που έδιναν οδηγίες από μεγάφωνα. Δυσκολευόμασταν να πιστέψουμε ότι βρισκόμαστε σε διακοπές. Ο τυφώνας έξω από το καταφύγιο στο όρος Γιαριγκαντάκε μαινόταν και καθώς ήμαστε σίγουροι ότι δεν θα μπορούσαμε να μετακινηθούμε εκείνη την ημέρα, βυθιστήκαμε ξανά στα κρεβάτια μας. Οι φωνές όμως εξακολούθησαν και συνειδητοποιήσαμε ότι πρέπει να υπακούσουμε στις εντολές που απηύθυναν. Μεταφερθήκαμε στην τραπεζαρία του καταφυγίου όπου φάγαμε σούπα μίσο, ρύζι και πίκλες, ήπιαμε πράσινο τσάι και επιστρέψαμε γρήγορα στα κρεβάτια μας. Ηταν η έβδομη ημέρα του ταξιδιού μας στις ιαπωνικές Αλπεις, όπου θα διασχίζαμε περί τα 250 χλμ. στα ιαπωνικά βουνά.
Οι ιαπωνικές Αλπεις είναι διάσπαρτες με 250 κρατικά και ιδιωτικά καταφύγια, όπως αυτό σε υψόμετρο 3.000 μέτρων, κάτω από την κορυφή του όρους Γιαριγκαντάκε , ώστε οι ορειβάτες να μη βρίσκονται ποτέ μακριά από τις στοιχειώδεις ανέσεις. Τα σάνσο, που μπορούν να φιλοξενήσουν ως και 500 ορειβάτες, είναι καταφύγια πολυτελείας αν τα συγκρίνει κανείς με τα καταφύγια στην Αλμπέρτα. Στα Βραχώδη Ορη υπάρχουν μικρά καταφύγια που διευθύνει ο Αλπικός Ομιλος του Καναδά, χωρίς ηλεκτρικό ή άλλες ευκολίες. Στην Ιαπωνία, τα ορεινά καταφύγια διαθέτουν τηλεόραση, τηλέφωνα, εξαιρετικό φαγητό, αυτόματους πωλητές που πωλούν καφέ, μπίρα και τσιγάρα.
Αρχίσαμε την περιήγησή μας από το οροπέδιο Μορούντο, τουριστική τοποθεσία στα δυτικά της Τογιάμα. Ο ήλιος έλαμπε καθώς φθάναμε στο οροπέδιο μαζί με τα πλήθη επισκεπτών που κατευθύνονταν στο όρος Ογιάμα, όπου συρρέουν 60.000 ορειβάτες κάθε χρόνο. Στην κορυφή του όρους, στον ναό Σίντο, οι προσκυνητές προσεύχονταν: χτυπούσαν τρεις φορές τα χέρια τους για να ξυπνήσουν τους θεούς και κατόπιν έψελναν όλοι μαζί. Αντίθετα, στις κορυφές των αμερικανικών ορέων, η ύπαρξη ενός τύμβου μαρτυρεί το πέρασμα, από εκεί, των ανθρώπων, το πνεύμα των πρωτοπόρων, την προσπάθειά τους να «κατακτήσουν» τη φύση. Στην Ιαπωνία, όπου η παράδοση σίντο υπαγορεύει την αρμονία με τη φύση, οι ορεινές κορυφές συμβολίζουν τον ιερό σύνδεσμο με τον πνευματικό κόσμο.
Από εκεί ψηλά δύσκολα φανταζόμαστε ότι βρισκόμαστε στην πιο πυκνοκατοικημένη χώρα του κόσμου. Ευτυχώς η γεωγραφία υπαγορεύει τη μοίρα της. Το 80% του εδάφους της Ιαπωνίας είναι ορεινό και καθώς δεν προσφέρεται για οικοδόμηση και βιομηχανική ανάπτυξη, πολλές ορεινές περιοχές έχουν γλιτώσει από τη μανία των εκσκαφέων και των επιχειρηματιών που επενδύουν σε ακίνητα. Οι Βόρειες και οι Νότιες ιαπωνικές Αλπεις προστατεύονται από τα εθνικά πάρκα Τσούμπου Σανγκάκου και Μινάμι αντιστοίχως και έχουν μετατραπεί σε καταφύγια για τους κατοίκους της πόλης και για σύγχρονους περιηγητές όπως εμείς, που επισκέπτονται τα βουνά για να «ξαναγεμίσουν την ψυχή τους».
Το δίκτυο των καταφυγίων στα ιαπωνικά βουνά που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία 80 χρόνια διευκολύνει πολύ τη διαβίωση των χιλιάδων φυσιολατρών που συρρέουν εκεί κάθε καλοκαίρι. Τα καταφύγια είναι χτισμένα σε στρατηγικά σημεία που απέχουν τρεις ως τέσσερις ώρες μεταξύ τους. Ετσι οι ορειβάτες μπορούν άνετα να περάσουν ένα Σαββατοκύριακο ή μια βδομάδα ή ακόμη και 40 μέρες, όπως εμείς στα βουνά κουβαλώντας μόνο ένα μικρό σάκο με τα απαραίτητα στην πλάτη. Η διαμονή στα τατάμι (μακρείς διάδρομοι με σειρές από κουκέτες), στην οποία περιλαμβάνεται πρωινό και ένα γεύμα, κοστίζει περίπου 3.500 – 4.000 δραχμές το βράδυ.
Περάσαμε τρεις μέρες στο Μορούντο σάνσο. Ο τυφώνας έξω από το καταφύγιο μαινόταν με την ορμή ενός σαμουράι. Γύρω μας υψώνονταν απόκρημνα βουνά που τα ονόματά τους παραπέμπουν στις φωτιές της κόλασης: Δαίμονας, Ξίφος, Βασιλιάς Δράκος. Κοντά στο Τζιγκόκου – ντάνι, την Κοιλάδα της Κόλασης, ο φλοιός της γης έχει σχιστεί, πριν από πολλά χρόνια, από ηφαιστειακές δυνάμεις. Σήμερα οι σχισμές αυτές αναδίδουν δυσάρεστες οσμές θείου. Την τελευταία μας βραδιά στο καταφύγιο ο ιδιοκτήτης του ο Τσιχίρο-σαν διοργάνωσε μια αποχαιρετιστήρια γιορτή μαζί με τους νέους που δουλεύουν εκεί. Απογοητευμένοι από τον άκρατο καπιταλισμό και την καταναλωτική μανία της δεκαετίας του 1980, αυτοί οι νεαροί Ιάπωνες αποφάσισαν να εγκατασταθούν στα βουνά αναζητώντας διαφυγή.
Ολοι όσοι συναντήσαμε στην περιοχή είχαν την περιέργεια να μάθουν γιατί εμείς οι γκαϊτζίν, οι ξένοι, είχαμε έλθει στα βουνά τους. Εξω από τις ιαπωνικές πόλεις συναντά κανείς ελάχιστους Δυτικούς. Εξηγήσαμε λοιπόν απλά στους καινούργιους μας φίλους ότι μας είχαν κινήσει την περιέργεια οι πολλές αντιφάσεις αυτής της σε έντονα βιομηχανοποιημένης χώρας, όπου το υπερσύγχρονο συνυπάρχει με το παραδοσιακόΩ όπου οι κήποι Ζεν, οι αρχαίοι ναοί βρίσκονται σε σχιζοφρενική αντιπαράθεση δίπλα σε νέον επιγραφές και σε «ροζ» ξενοδοχείαΩ όπου αυτόματοι πωλητές υπάρχουν πάνω σε ιερά βουνά. Φύγαμε από το καταφύγιο Μορούντο ευχαριστώντας θερμά τον οικοδεσπότη μας και ξεκινήσαμε για άλλες απότομες κορυφές. Ακολουθώντας τα χαραγμένα μονοπάτια, ψηλά πάνω από τις απόκρημνες κοιλάδες, ρεύματα θερμού αέρα που μύριζε θειάφι έφθανε από τις κρυμμένες πλαγιές υπενθυμίζοντάς μας κάθε τόσο ότι η Ιαπωνία είναι χτισμένη σε ένα ηφαίστειο που βράζει.
Κάθε καταφύγιο στο μονοπάτι έχει τον δικό του χαρακτήρα. Το Γιάριντάκε Σάνσο, είναι χτισμένο πριν από 700 χρόνια και κατασκευασμένο κυρίως από ξύλο είναι σίγουρα μεσαιωνικό. Ενώ βρίσκεται σε εκπληκτική τοποθεσία, σκαρφαλωμένο στον αυχένα του όρους Γιαρικαντάκε ύψους 3.180 μέτρων το εσωτερικό του, χτισμένο σε διαφορετικά επίπεδα που συνδέονται μεταξύ τους με σκοτεινές σκάλες, ήταν μουντό, όπως και ο καιρός. Εκεί μαζευόμαστε συνήθως γύρω από μια θερμάστρα κηροζίνης παρατηρώντας άλλοτε τους περαστικούς ορειβάτες που «έσπρωχνε» στο καταφύγιο ο αέρας και άλλοτε τα γεμάτα λίπος σώματα των αθλητών του σούμο στους αγώνες που μετέδιδε η τηλεόραση.
Η διαδρομή νότια του όρους Γιάρι προς το καταφύγιο Κιταχοτάκα ήταν σίγουρα η πιο δύσκολη και πιο συναρπαστική σε όλο το ταξίδι στις ιαπωνικές Αλπεις. Είναι ιδιαιτέρως δημοφιλής στους ορειβάτες που της έχουν δώσει το παρατσούκλι «Διαδρομή Γκίνζα», που παραπέμπει στην ομώνυμη εμπορική περιοχή, στο κέντρο του Τόκιο. Οι κορυφές γίνονταν απότομες και κοφτερές σαν λεπίδες και μας ανάγκασαν να ακολουθήσουμε ένα επικίνδυνο μονοπάτι στη ραχοκοκαλιά του βουνού. Το τελευταίο εμπόδιο του όρους Κιταχοτάκα (ύψους 3.106 μέτρων), ένας απειλητικός απόκρημνος βράχος, υψωνόταν μπροστά μας. Καθώς πλησιάσαμε, το μονοπάτι διαγραφόταν καθαρά και σκαρφαλώσαμε προσεκτικά, σε ένα χορό με τη βαρύτητα, κολλημένοι σε αλυσίδες και ατσάλινες ανεμόσκαλες. Στην κορυφή του βράχου, σκαρφαλωμένο σε ένα πλάτωμα όπως μια φωλιά αετού, βρισκόταν το καταφύγιο Κιταχοτάκα.
Σε υψόμετρο 3.100 μέτρων είναι το υψηλότερο καταφύγιο, με εξαίρεση αυτό του όρους Φούτζι. Το καταφύγιο είναι μικρό, μπορεί να φιλοξενήσει μόνο 50 ορειβάτες (σε περίπτωση ανάγκης και 200). Διακρίνεται όμως για τη φινέτσα του. Φρέσκα λουλούδια σε μικρά ανθοδοχεία κοσμούσαν όλα τα τραπέζια στην τραπεζαρία ενώ τους τοίχους στόλιζαν πίνακες που είχε ζωγραφίσει ο πατέρας του ιδιοκτήτη. Δειπνήσαμε υπό τους ήχους της μουσικής του Σούμπερτ. Το φαγητό ήταν εξαιρετικό.
Τις επόμενες ημέρες επισκεφθήκαμε το Οκοχοτάκε Σάνσο, που βρίσκεται ανάμεσα στις απότομες κορυφές των ορέων Χοτάκα-ντάκε, Καρασάουα-ντάκε, Οκουχοτάκα-ντάκε και Ματσοντάκα-ντάκε. Ο παγωμένος άνεμος μας έσπρωξε κυριολεκτικά στο εσωτερικό του καταφυγίου. Κλασική μουσική πλημμύριζε το ξύλινο καταφύγιο που είχε χτιστεί πριν από 72 χρόνια. Το Οκοχοτάκε Σάνσο, που μπορεί να στεγάσει 350 ορειβάτες, ηλεκτροδοτείται από ηλιακούς θερμοσυσσωρευτές. Βολευτήκαμε γρήγορα στους καναπέδες του καταφυγίου, κοντά στον ιδιοκτήτη, τον Ιμέντα-σαν. Ολοι οι ορειβάτες που βρίσκονταν εκεί έμοιαζαν εξίσου ικανοποιημένοι. Δύσκολα τους φανταζόμασταν να στριμώχνονται σε σινκάνσεν (τρένα υπερβολικής ταχύτητας) καθώς πηγαίνουν ή επιστρέφουν από τις δουλειές τους. Γι’ αυτούς αυτά τα βουνά αποτελούν μια ανάσα στη σφαγή της καθημερινής ζωής. Για μας είναι ο γοητευτικός μικρόκοσμος ενός περίπλοκου πολιτισμού.



