Πενήντα δύο (από τους 230 επιβαίνοντες) επέζησαν τελικά από τη μοιραία πτήση


του αιθιοπικού αεροσκάφους που κατέπεσε στις 23 Νοεμβρίου στον Ινδικό Ωκεανό. Τυχεροί


ή κάτι περισσότερο; Νέες επιστημονικές έρευνες εξετάζουν το ενδεχόμενο οι επιζώντες από τραγωδίες (τροχαία, σεισμούς, ναυάγια κλπ.) να ανήκουν σε μια ιδιαίτερη, προνομιούχα «τάξη»



Με δυσκολία κατάφεραν να ξεκολλήσουν τα δάχτυλά του από την ιστιοσανίδα. Σαν να είχαν γίνει ένα με το σαγρέ πλαστικό. Το πλήρωμα του δεξαμενόπλοιου «Πετρογκάζ 2» εντόπισε τον 30χρονο σέρφερ στα τέλη του περασμένου Οκτωβρίου εννέα μίλια νότια από το ακρωτήριο Ποσείδι της Χαλκιδικής. Είχε ζήσει 46 ώρες γαντζωμένος στη σανίδα, πίνοντας θαλασσινό νερό, με μοναδική πυξίδα την κορυφή του Ολύμπου και τα φώτα των σκαφών του Λιμενικού που τον αναζητούσαν. Ενας ακόμη επιζών, από αυτούς που, σύμφωνα με τα τηλεοπτικά δίκτυα, «κερδίζουν χρυσά μετάλλια στους Ολυμπιακούς της ζωής», από τους λίγους εκείνους που «ξετρυπώνουν» από χαλάσματα, πυρκαϊές, ναυάγια, σεισμούς, καταποντισμούς και μετωπικές συγκρούσεις, από αυτούς τους «από μηχανής» νικητές σε καθημερινές τραγωδίες. Απλή τύχη; Οι επιστήμονες απαντούν ότι ίσως τα γονίδια διεκδικούν και εδώ το μερίδιό τους, ότι, ναι, τα θύματα διαφέρουν από τους επιζώντες.


Σε πρόσφατο δημοσίευμά τους οι «Times» του Λονδίνου έφεραν στο φως νέες θεωρίες για μια προνομιούχα τάξη ­ όχι τελικά και τόσο κοινών ­ θνητών. Είναι οι «άνθρωποι γεννημένοι να επιβιώνουν» («natural born fighters»). Το παράδειγμα του Πολ Μπάρνι, ενός από τους επιζήσαντες του πλοίου «Εσθονία» που βυθίστηκε τον Σεπτέμβριο του 1994 παίρνοντας μαζί του τις ζωές 852 ατόμων, είναι για τους επιστήμονες ενδεικτικό των διαφορετικών αντιδράσεων που έχουν οι άνθρωποι όταν απειλούνται. «Υπήρχε μια παρέα πέντε ανθρώπων που κάθονταν χωρίς να κάνουν απολύτως τίποτε», θα πει ο Μπάρνι. «Εμοιαζαν σαν να περίμεναν από κάποιον άλλον να τους πει τι να κάνουν». Ο ίδιος όχι μόνο κατάφερε να σκαρφαλώσει στις σωληνώσεις του πλοίου και να βγει έξω καταφεύγοντας σε μια σχεδία αλλά και να μείνει ώρες ολόκληρες στο παγωμένο νερό τη στιγμή όπου οι περισσότεροι γύρω του υπέκυπταν.


Οπως εξηγεί στους «Times» ο καθηγητής της Ψυχολογίας Χανς Αϊζενκ, γνωστός για τη θεωρία του περί αποδόμησης της ανθρώπινης προσωπικότητας, οι άνθρωποι διακρίνονται με βάση τρία κύρια χαρακτηριστικά: την ψύχωση, την εξωστρέφεια και τη νεύρωση. Κάποιες φορές προστίθεται και ένα τέταρτο: η εσωστρέφεια. Εκτιμάται ότι ένα άτομο με υψηλά επίπεδα νεύρωσης ­ και εσωστρέφειας ­ πανικοβάλλεται τόσο πολύ ώστε δεν είναι σε θέση να αντιδράσει όταν απειλείται. Αντιθέτως τα υψηλά επίπεδα ψύχωσης μπορεί να επιδράσουν ευεργετικά σε μια κρίσιμη κατάσταση. «Είναι το κοινό χάρισμα που διακρίνει ένα μέλος των βρετανικών ειδικών αντιτρομοκρατικών μονάδων και έναν ληστή τραπεζών», έρχεται να συμπληρώσει ο καθηγητής Τζέφρι Γκρέι, επικεφαλής του Ψυχιατρικού τμήματος του Ινστιτούτου Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. «Και οι δύο παίρνουν ρίσκα και ελάχιστα ενδιαφέρονται για τις επιπτώσεις της συμπεριφοράς τους στους άλλους. Επικεντρώνονται στις ανάγκες τους ­ γεγονός πολύ χρήσιμο για κάποιον που προσπαθεί να επιζήσει».


Το πορτρέτο ενός επιζώντος


Μιλώντας προς «Το Βήμα» ο δρ Τζον Λιτς, καθηγητής της Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λάνκαστερ, από τους ελάχιστους σήμερα ειδικούς στη μελέτη της συμπεριφοράς των επιζώντων από τραγωδίες (survival psychologists), επιχειρεί να σκιαγραφήσει το πορτρέτο του ατόμου που «γαντζώνεται» από τη ζωή. «Αν πάρεις μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων και εξετάσεις πώς αντιδρά κάθε μέλος της στις κρίσιμες καταστάσεις, θα διακρίνεις ότι κάποιοι από αυτούς έχουν τη δυνατότητα να επεξεργασθούν ταχύτερα τα απειλητικά ερεθίσματα και να θέσουν σε λειτουργία την κατάλληλη γνωστική διαδικασία. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να αντιδράσουν πιο γρήγορα από τους άλλους, να κρατήσουν την ψυχραιμία τους και να πάρουν πρωτοβουλίες που θα τους σώσουν τη ζωή». Βασικό χαρακτηριστικό αυτών των «γεννημένων επιζώντων» είναι ότι «κατορθώνουν να αποστασιοποιηθούν από οποιοδήποτε συναίσθημα, εκπλήσσοντας ακόμη και τους εαυτούς τους με το πόσο “ψυχρά” ενεργούν όταν βρίσκονται μπροστά σε κίνδυνο».


Τα ποσοστά λένε ότι μόλις ένα 12-20% ανήκει στην κατηγορία που θα παλέψει «με νύχια και με δόντια» να κρατηθεί στη ζωή, ενώ η πλειονότητα, ένα 70-75%, θα πανικοβληθεί (παρουσιάζοντας τα κλασικά συμπτώματα: κρύο ιδρώτα, ρίγη κλπ,) και ένα 10-20 % θα φθάσει στο ακριβώς αντίθετο άκρο (καθολικό «μπλοκάρισμα», υστερία, αδυναμία να κάνει οτιδήποτε για να σωθεί). Σύμφωνα με τον δόκτορα Λιτς, εξαιρετικά κρίσιμες είναι και οι μετατραυματικές διαταραχές των επιζώντων. «Υπάρχουν και αυτοί που θα καταρρεύσουν τελείως αργότερα, όταν πια θα έχουν ξεπεράσει τον κίνδυνο». Το μεγαλύτερο παράδοξο όμως στην πλειονότητα των περιπτώσεων είναι ένα αδικαιολόγητο αλλά λίαν βασανιστικό συναίσθημα ενοχής: «Πολλές φορές αισθάνονται ότι δεν αντέδρασαν όπως θα έπρεπε ή ότι ­ ιδιαίτερα όταν οι περισσότεροι άλλοι γύρω τους έχουν τραυματιστεί θανάσιμα ­ δεν τραυματίστηκαν όσο θα έπρεπε».


Η μελέτη της συμπεριφοράς των επιζώντων δεν είναι απλώς μία ­ ακόμη ­ μακάβρια εμμονή της επιστήμης. «Απώτερος στόχος μας είναι να προβλέψουμε τη συμπεριφορά των υποψήφιων θυμάτων», εξηγεί ο δρ Λιτς. Ο ίδιος συνεργάζεται την περίοδο αυτή με τη Βρετανική Αεροπορία συμβάλλοντας στην αρτιότερη κατάρτιση πιλότων και πληρώματος με ένα πακέτο «ψυχολογικών πρώτων βοηθειών». Οσο για τη θεραπεία των μετατραυματικών συμπτωμάτων, «είναι όπως όταν σπας το πόδι σου και πηγαίνεις στον ορθοπεδικό, μόνο που στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να ζητήσεις τη βοήθεια ενός ψυχιάτρου». Ακόμη όμως θεωρείται ταμπού: «Οι περισσότεροι αποφεύγουν να επισκεφθούν τον γιατρό ή πηγαίνουν όταν είναι πλέον πολύ αργά».


Τι γίνεται όμως στις περιπτώσεις όπου η καταστροφή χτυπήσει ξανά την πόρτα; «Αν το συγκεκριμένο άτομο αντιδράσει καλά την πρώτη φορά που θα βρεθεί σε κίνδυνο, το πιθανόν είναι ότι θα αντεπεξέλθει και τη δεύτερη», λέει ο ερευνητής του Πανεπιστημίου του Λάνκαστερ. «Αν όμως την πρώτη φορά είχε πρόβλημα, είναι σχεδόν σίγουρο ότι και την επόμενη δεν θα τα καταφέρει, ίσως θα αντιδράσει ακόμη χειρότερα. Χαρακτηριστική η περίπτωση ενός αστυνομικού που κατάφερε να επιζήσει από μια σφοδρή ανταλλαγή πυρών με κάποια συμμορία: «Τη δεύτερη φορά που βρέθηκε σε ανάλογη κατάσταση πίστευε ότι όλα θα είναι ευκολότερα. Με το που άκουσε όμως τον πρώτο πυροβολισμό, κρύφτηκε πίσω από έναν τοίχο».


Αντλώντας από τη 15χρονη έρευνά του στον παραπαίοντα κόσμο των επιζώντων ο δρ Λιτς καταθέτει ότι οι πιο επώδυνες είναι οι περιπτώσεις ατόμων που «δραπέτευσαν» από στρατόπεδα συγκεντρώσεως και πεδία μαχών (π.χ. Βοσνία) ­ κυρίως παιδιών. Δηλώνει ότι ακόμη δεν είμαστε σε θέση να μιλάμε με ποσοστά για το ποιο από τα δύο φύλα παρουσιάζει την υψηλότερη… βιωσιμότητα. Οσο για το αν «η ανάγκη ή η επιθυμία να κρατηθούμε στη ζωή» είναι γραμμένη στο DNA μας, η απάντησή του είναι κατηγορηματική: «Ακόμη δεν γνωρίζουμε τίποτε».


Το ταξίδι με το «Μεγαλόνησος Κρήτη» της Ολυμπιακής πριν από 26 ακριβώς χρόνια (Νοέμβριος 1970) προστέθηκε στη μακρά λίστα των παρ’ ολίγον αεροπορικών τραγωδιών. «Ενώ προσγειωνόμασταν στην Κέρκυρα ξεκόλλησε το μπροστινό τμήμα του αεροσκάφους και βρεθήκαμε στα νερά της γειτονικής λιμνοθάλασσας», θυμάται σήμερα ο Αλέκος Φλαμπουράρης, ένας από τους επιβάτες του. «Ημουν από τους πρώτους που αντελήφθησαν τι ακριβώς συνέβαινε. Επικράτησε πανικός, τα μπιτόνια με το νερό άρχισαν να βολτάρουν στον διάδρομο, οι τσάντες έπεφταν από τα ράφια, κανένας δεν μπορούσε να το πιστέψει». Η πρώτη αντίδραση: οργή. «Σκέφθηκα ότι τελείωσε η ζωή μου, ότι ήταν αδικία να “πάω” από αεροπορικό». Τα επόμενα δευτερόλεπτα η απόφαση να μην υποκύψει στις αυθαιρεσίες της μοίρας: «Εσπασα το τζάμι και έπεσα στη λίμνη. Ημουν ο πρώτος που βγήκε από το αεροπλάνο. Φοβόμουν ότι θα ανατιναχθεί και ήθελα να απομακρυνθώ όσο πιο γρήγορα γινόταν. Πήρα ένα ταξί και πήγα στο ξενοδοχείο. Το μόνο που επιθυμούσα ήταν να ξεμπερδεύω μια ώρα αρχύτερα».


Τις επόμενες ημέρες έγιναν οι πρώτες ­ άκαρπες ­ προσπάθειες να επουλωθεί το «τραύμα»: «Επιχείρησα να γυρίσω αεροπορικώς από την Κέρκυρα. Ηταν ένας εφιάλτης: έμετοι, λιποθυμίες, παραισθήσεις ­ νόμιζα διαρκώς ότι πέφταμε ή ότι όποιος πήγαινε στην τουαλέτα ήταν αεροπειρατής». Εκτοτε ο φόβος έγινε μόνιμος «θαμών». «Προσπάθησα να τον ιδεολογικοποιήσω: ταξίδια έχω κάνει αρκετά στη ζωή μου, στην Αμερική δεν είχα ποτέ όρεξη να πάω, αν χρειαστεί να πάω κάπου, υπάρχουν και τα πλοία». Πόσο αλλάζει η στάση σου απέναντι στα πράγματα μετά από μια τέτοια εμπειρία; «Δεν ξέρω αν ανήκω στους “γεννημένους να επιβιώνουν”», λέει ο κ. Φλαμπουράρης. «Ούτως ή άλλως η στάση μου απέναντι στη ζωή δεν άλλαξε, πάντα την αγαπούσα. Ισως μετά το αεροπορικό άρχισε να μου αρέσει λίγο πιο πολύ. Με τον θάνατο πάντως δεν εξοικειώθηκα καθόλου. Αρχισε να με τρομάζει ακόμη περισσότερο, είναι τόσο άδικος και απότομος».


Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση οι μετατραυματικές διαταραχές λίγο έλειψε να αποβούν εξίσου μοιραίες. Ενα πρόβλημα υγείας το περασμένο καλοκαίρι κατέστησε αναγκαία τη μεταφορά του στην Αθήνα με ελικόπτερο του ΕΚΑΒ. «Οι παλμοί μου έφθασαν στα ύψη, ο φόβος μου για το ελικόπτερο ήταν πολύ μεγαλύτερος από αυτόν για την καρδιά μου». Οι γιατροί πανικοβλήθηκαν, μια ένεση ήταν το μοναδικό φάρμακο για τον εναέριο πανικό του ασθενούς, ο οποίος πραγματοποίησε αναίσθητος το πρώτο του αεροπορικό ταξίδι μετά από μία ολόκληρη εικοσαετία.


Υπάρχουν όμως και εκείνοι που κάνουν ευθύς αμέσως τον «ισολογισμό» τους. Η 32χρονη Μαριάννα Παπαδάτου, γραφίστρια, έσπευσε να εκτιμήσει ζημίες και κέρδη από το τροχαίο που λίγο έλειψε να της στοιχίσει τη ζωή. «Είναι πραγματικά παράξενο πόσο γρήγορα προσαρμόζεσαι στα νέα δεδομένα, πώς ξεχνάς πόσο κοντά ήσουν στο μοιραίο». Το ατύχημα έλαβε χώρα πριν από τέσσερα περίπου χρόνια. Πρώτος απολογισμός: τραύματα στο πρόσωπο και κάκωση του λάρυγγος. «Για μεγάλο διάστημα είχα θραύσματα συνείδησης. Σιγά σιγά όμως άρχισα να αντιλαμβάνομαι τι συνέβη και αντέδρασα. Ηξερα ότι έπρεπε να βγω όχι μόνο από τη λαμαρίνα αλλά και από τον εαυτό μου».


Η ίδια δηλώνει επιρρεπής στα ατυχήματα, σαν να έλκεται από τις μετωπικές με τον θάνατο ­ «κάποιες στιγμές έχω και τη νοσηρή περιέργεια να “ξαναδώ” αυτό που μου συνέβη». Ποτέ όμως δεν υποχώρησε: «Είμαι εκ φύσεως άνθρωπος της δράσης. Κάθε τι που φέρει τη στάμπα του αναπόφευκτου, του αναπόδραστου με πεισμώνει, θέλω να σηκωθώ και να το αντιμετωπίσω». Οι πλαστικές εγχειρήσεις και τα προβλήματα στη φωνή δεν σήκωναν καμία αναβολή: «Δεν άργησα να αποδεχθώ το νέο μου πρόσωπο. Ηξερα ότι δεν θα γινόμουν ποτέ αυτό που ήμουν. Τελευταία μάλιστα μπόρεσα να ανακαλύψω και κάποιες γοητευτικές πινελιές στον καινούργιο μου εαυτό». Και σίγουρα ένας επιζών δεν αργεί να συνειδητοποιήσει τη διαφορετικότητά του: «Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει κάθε φορά που έχεις μια έξω από τα ειωθότα εμπειρία. Λες στον εαυτό σου: “Αυτό το προσκοπάκι έχει πάρει και αυτό το αστεράκι”».


Η περίπτωση του Χρήστου Κούτελη, εικονολήπτη της ΕΡΤ, ο οποίος βρέθηκε τον Απρίλιο του 1992 να παλεύει απεγνωσμένα να κρατηθεί στη ζωή, έρχεται και αυτή να επιβεβαιώσει τις νεοαφιχθείσες θεωρίες περί «ανθρώπων γεννημένων να επιβιώνουν». Ολα έγιναν σε ένα συνηθισμένο κατά τα άλλα επαγγελματικό ταξίδι με ελικόπτερο. «Εκείνη την ημέρα είχε συγκρουσθεί ένα τουρκικό με ένα ελληνικό πλοίο κάπου 14 μίλια ανοιχτά της Καλαμάτας και πηγαίναμε με δύο συναδέλφους για μερικές λήψεις», θυμάται ο ίδιος. Ομίχλη σαν βαμβάκι, ένας τρομακτικός θόρυβος, το ελικόπτερο ξαφνικά ακινητοποιημένο. «Δεν είχα καταλάβει τι γινόταν ώσπου συνειδητοποίησα ότι η θάλασσα ήταν από πάνω μας και ο ουρανός από κάτω». Το σκάφος μετατράπηκε σε σβούρα, κάποιος ρώτησε «Παιδιά πέφτουμε;» και η βουτιά ήταν αναπόφευκτη.


Τα επόμενα δευτερόλεπτα κύλησαν σχεδόν κινηματογραφικά. «Η καμπίνα άρχισε να γεμίζει νερό, η κάμερα είχε πεταχτεί από τα χέρια μου, ο πιλότος και οι δύο συνάδελφοι έφθασαν γρήγορα στην πόρτα, τράβηξαν το χερούλι και βρέθηκαν έξω». Για τον ίδιο όμως η κατάσταση ήταν απελπιστική: «Βρισκόμουν μέσα σε ένα αναποδογυρισμένο ελικόπτερο μέσα στη θάλασσα και μου ήταν αδύνατον να λύσω τη ζώνη ασφαλείας». Υποβρύχιος πανικός, σπασμωδικές κινήσεις, η εικόνα ενός αγαπημένου προσώπου πέρασε φευγαλέα από μπροστά του. «Σκεφτόμουν: “Την πάτησες”». Και ενώ το τέλος πλησίαζε, ένα ξαφνικό «κλικ»: «Είπα “Ηρέμησε”, βρήκα με την ησυχία μου πλέον το άνοιγμα της ζώνης και… ήμουν ελεύθερος». Ακολουθούν μερικά λεπτά γλυκιάς ευδαιμονίας, εκεί στη μέση του πελάγους, κάπου 30 μίλια από την Καλαμάτα.


Το σοκ ήταν μεγάλο, η βοήθεια ενός ειδικού κρίθηκε απαραίτητη: «Πήγα σε ψυχίατρο για περίπου έξι μήνες μετά το ατύχημα και με βοήθησε πολύ να το ξεπεράσω». Κάποιες «ασκήσεις θάρρους» ­ «με έστελνε σε αεροδρόμια να βλέπω από κοντά αεροπλάνα να προσγειώνονται» ­ και από το τραύμα δεν έμεινε παρά μια ανεπαίσθητη γρατσουνιά. «Αυτό που ένιωσα περισσότερο την ώρα του εφιάλτη ήταν τι σημαίνει να αφήνεις πίσω σου το παιδί σου, τη γυναίκα σου, τα αγαπημένα σου πρόσωπα. Από τότε έγινα πιο προσεκτικός, αισθάνομαι πλέον πιο υπεύθυνος για τον εαυτό μου και για τους άλλους».


Παρόμοιες στιγμές οδύνης και τρόμου φέρνει στο μυαλό του ο Θανάσης Σταματόπουλος, μηχανικός του Εμπορικού Ναυτικού. Φεβρουάριος του 1963: το τάνκερ «Πήγασος» ταξιδεύει φορτωμένο από τη Βενεζουέλα στη Νέα Υόρκη. Στον Κόλπο του Χάτερ το πλοίο μένει ακυβέρνητο εξαιτίας της σφοδρής θαλασσοταραχής, το μηχανοστάσιο έχει πάρει φωτιά, κανένας δεν πιστεύει ότι θα μπορέσουν να βγουν ζωντανοί. «”Η ζωή σου τελείωσε” ήταν η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό μου», αφηγείται την εμπειρία του. «Η θέση μου όμως ­ ήμουν β’ μηχανικός ­ μου υπαγόρευε να φανώ ψύχραιμος και να κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να σωθεί το μηχανοστάσιο». Αρκετά μέλη του πληρώματος δεν επέδειξαν ανάλογο ψυχικό σθένος. «Κάποιος έπεσε ημιλιπόθυμος και μέσα σε όλα τρέχαμε να τον συνεφέρουμε». Το πλοίο άρχισε να εκπέμπει SOS, η βοήθεια του αμερικανικού στόλου καθυστέρησε αλλά ήρθε. «Δεν ξέρω τι ακριβώς άλλαξε για μένα μετά από αυτό», επιχειρεί έναν προσωπικό απολογισμό του ναυαγίου. «Σίγουρα όταν δεις τον Χάρο με τα μάτια σου κάτι γίνεται μέσα σου, έτσι δεν είναι;». Οδηγός επιβίωσης


ΤΟ ΠΑΚΕΤΟ «ψυχολογικών πρώτων βοηθειών» («Psychological First Aid: Α Practical Aide – Memoire») που συνέταξε ο δρ Τζον Λιτς, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Λάνκαστερ, δίνει πρακτικές πληροφορίες και συμβουλές για τους επιζώντες από τραγωδίες. Μεταξύ άλλων επισημαίνονται τα εξής [σ.σ.: το εν λόγω πακέτο δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Aviation, Space and Environmental Medicine» (τεύχος 66, Νο 7, Ιούνιος 1995)]:


* Είναι φυσιολογικό οι επιζώντες να παρουσιάζουν συμπτώματα μετατραυματικού στρες. Στην περίπτωση όμως όπου αυτά συνεχίζονται για διάστημα μεγαλύτερο από εννέα μήνες, ο «ασθενής» καλείται να ζητήσει τη βοήθεια ενός ειδικού.


* Ακόμη και μέλη των σωστικών συνεργείων ενδέχεται να παρουσιάσουν διαταραχές που θυμίζουν πολύ το μετατραυματικό στρες (θυμός, ναυτία, παράλογη συμπεριφορά κλπ.). Χαρακτηριστική η περίπτωση ενός αστυνομικού ο οποίος κατέρρευσε μόλις βρήκε ένα τετράχρονο κορίτσι κάτω από τα ερείπια ενός κτιρίου.


* Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αποχωρίζονται τα παιδιά από τους γονείς τους. Σύμφωνα με μελέτες, τα παιδιά που παρέμειναν κοντά στην οικογένειά τους στον βομβαρδισμό του Λονδίνου κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου παρουσίασαν πολύ λιγότερα προβλήματα από εκείνα που έζησαν μακριά από τους γονείς τους.


* Οι περισσότερες μαρτυρίες μιλούν για υπερδιέγερση των αισθήσεων κατά τη διάρκεια του ατυχήματος: της όρασης (π.χ. η λάμψη που αντίκρισαν τα θύματα της Χιροσίμα), της ακοής («θυμάμαι τον απαίσιο θόρυβο από τις φλόγες»), της όσφρησης («ακόμη μυρίζω τον καπνό. Ηταν καυστικός, σχεδόν λιπαρός»), της γεύσης («κατάπια αρκετό νερό. Ηταν πολύ πικρό και μου έφερε αηδία»), της αφής («έπεσα πάνω στον μπουλμέ του πλοίου»).


* Από τα πλέον συνήθη μετατραυματικά συμπτώματα είναι η άρνηση (συνοδευόμενη ενίοτε από απάθεια). Πολλοί επιζώντες εμφανίζονται αποκομμένοι από το εξωτερικό περιβάλλον και αρνούνται να αποδεχθούν την καταστροφή. Στην υπερχείλιση του ποταμού Κάνσας, κατά τη διάρκεια της οποίας περισσότεροι από 10.000 άνθρωποι έμειναν άστεγοι, η απάθεια ήταν η βασική αντίδραση των θυμάτων. Κάτι παρόμοιο συνέβη με τους επιζώντες στις πλημμύρες του Μπρίστολ της Αγγλίας (1968) και στα νησιά Φόκλαντς.