«Ενας μπάρμπας δεν μπορούσε να κουνήσει ούτε τα δάχτυλά του από τα αρθριτικά. Αφού τον πήγανε σ’ όλους τους γιατρούς, του λέει ένας: “Απ’ τη Λαμία είσαι, στα Ψωρονέρια δίπλα. Γιατί δεν πας εκεί;”. Πάει στα Ψωρονέρια ο μπάρμπας, πέφτει μέσα και μετά από δεκατρία μπάνια πήρε μια σακούλα κι έφυγε να μάσει ελιές!». Πράγματι τα ιαματικά λουτρά έχουν θεραπευτικές ιδιότητες. Εξ ου και η λέξη «λουτρά» δημιουργεί συνειρμούς γήρατος και ασθενείας. Μια επίσκεψη όμως σε χαμάμ σαν και αυτό του Σιδηροκάστρου μπορεί να πείσει και τον πιο δύσπιστο ότι οι ιαματικές απολαύσεις ταιριάζουν γάντι στους νέους και υγιείς: η πόρτα κλείνει, το bain mixte επιτρέπεται, η πολυτέλεια είναι βυζαντινή, η θερμοκρασία του νερού φθάνει τους 40 βαθμούς. Επιπλέον λειτουργεί ως αργά το βράδυ. Ακούγονται όλα αυτά «γεροντικά»;
Στον περιηγητικό οδηγό Τα λουτρά της Ελλάδας υπάρχουν όλοι οι τύποι των λουτρών. Εντάξει, δεν είναι όλα σαν τα πολυτελή λουτρά των Σερρών ή της Λέσβου, υπάρχουν και οι πηγές για απλό ποδόλουτρο. Ολες οι διαδρομές που περιγράφονται, όμως, με 100 στάσεις σε όλη την επικράτεια, φαίνονται συναρπαστικές. Οι συντάκτες του τόμου πήγαν «σε θέρμες, σε λουτρονέρια, βρωμονέρια, ψωρονέρια, ομορφονέρια, ιαματικά νερά, λασπόλουτρα, αγιάσματα, spa, ατμοθέρμες, χαμάμια, λίτζα, χαβούζες, άμπλες και άλλα περίεργα». Να εξηγήσουμε όμως λιγάκι αυτούς τους όρους γνωρίζοντας ότι κάποιοι ακούγονται κάπως αποκρουστικοί: «Λουτρονέρια ονομάζουν τα αλκαλικά – θειούχα νερά που χρησιμοποιούνται για λουτρό. Ψωρονέρια ονομάζουν τα θειούχα που κάνουν καλό στις δερματικές παθήσεις και ειδικά στην ψωρίαση. Βρωμονέρια ή ψωρονέρια ονομάζουν τα υδροθειούχα νερά με τη χαρακτηριστική οσμή του κλούβιου αβγού. Ξορκίζοντας την κακόηχη λέξη, συχνά τα βρωμονέρια τα αποκαλούν και μοσχονέρια».
Είναι εμφανές από τα κείμενα ότι οι συγγραφείς βούτηξαν οι ίδιοι στα νερά ή στις λάσπες για να δοκιμάσουν την αίσθηση και να αξιολογήσουν ως αυτόπτες μάρτυρες το κάθε μέρος. Εν τούτοις γίνεται αμέσως κατανοητό ότι δεν πήγαν στα λουτρά με σκοπό να τα βαθμολογήσουν. Ξεκίνησαν τις εκδρομές τους το 1996 και στην πορεία σκέφτηκαν να μοιραστούν τις εμπειρίες τους. Δεν γνωρίζουμε αν έχουν ειδικές γνώσεις επί του θέματος καθώς πουθενά δεν δημοσιεύεται βιογραφικό τους. Μαθαίνουμε τα ονόματά τους στο εσώφυλλο: Κώστας Ζαχαρόπουλος, Ηλίας Μπαρμπίκας, Χρήστος Σχοινάς και Γιώργος Χριστοδουλόπουλος. Η εργασία τους έχει έναν παρεΐστικο τόνο, χωρίς να στερείται σοβαρότητας.
Το βιβλίο χαρακτηρίζεται από τη μεθοδικότητα των συγγραφέων και από τη διάθεση να εκδώσουν ένα βιβλίο χρήσιμο. Στην αρχή παρατίθενται πληροφορίες ιστορικές, γεωλογικές, ιατρικές και χρηστικές. Ετσι, αφού ταξιδέψουμε στον χρόνο, από τα βαλανεία των αρχαίων Ελλήνων ως τα σημερινά spa, παίρνουμε διάφορες πληροφορίες για ζητήματα όπως «πότε στερεύει μια θερμοπηγή;» ή «γιατί εμφανίζεται διοξείδιο του άνθρακα στις περισσότερες ιαματικές πηγές;». Στη συνέχεια μαθαίνουμε ότι τα ιαματικά λουτρά θεραπεύουν σχεδόν τα πάντα (από γυναικολογικά και δερματολογικά προβλήματα ως κακοήθεις νεοπλασίες και ψυχικές παθήσεις), αρκεί βεβαίως τα μπάνια να είναι 21, όπως είχε υποδείξει και ο Ηρόδοτος.
Το βιβλίο συνεχίζει με την αναλυτική περιγραφή κάθε λουτρικού χώρου ανά γεωγραφική περιοχή (Κυκλάδες, Δωδεκάνησα, Ανατολικό – Βόρειο Αιγαίο, Θράκη – Μακεδονία, Ηπειρος, Θεσσαλία, Δυτική Στερεά, Ανατολική Στερεά). Για κάθε πηγή υπάρχει αναλυτικό κείμενο (20 γραμμών κατά μέσον όρο). Επίσης δημοσιεύονται πληροφορίες για τη θερμοκρασία του νερού, τη μυρωδιά, τον τύπο του λουτρού (είναι χαβούζα ή μπανιέρα;), αν υπάρχει εισιτήριο και βαθμολογία με αστερίσκους. Στη συνέχεια υπάρχουν οδηγίες «πώς θα πάω;» «πού θα μείνω;», «να μπω…» (π.χ. με το κεφάλι μέσα), «Ενδείξεις» («Συγκρότημα αλκαλικών, χλωριούχων οξυπηγών, με μικρή ποσότητα υδροθείου και ικανή ποσότητα στρόντιου, λιθίου και βρωμίου. Συνιστώνται για ρευματοπάθειες, αρθροπάθειες, γυναικολογικά, νευραλγίες, μυαλγίες. Στα λουτρά απασχολούνται δύο γιατροί…») και σημειώσεις.
Τα λουτρά είναι ένα κομμάτι του ελληνικού πολιτισμού που τελικά δεν έχει εκλείψει, όπως θα νόμιζε ο υπεροπτικός επισκέπτης της Σουβάλας ή της Αιδηψού. Οι συγγραφείς αναφέρουν στην εισαγωγή τους:
«Παλιά όμως οι ταξιδιώτες, μοναχικοί ή σε καραβάνια, διανυκτέρευαν κοντά σε λουτρά και εκμεταλλεύονταν τη στάση για να καθαριστούν και να πάρουν δυνάμεις για τη συνέχεια. Αυτή η χρήση των λουτρών έχει πια ξεχαστεί. Οχι επειδή τα σημερινά μέσα μεταφοράς είναι πιο ξεκούραστα αλλά επειδή όντας πιο γρήγορα παρασέρνουν τον επιβάτη στην ψυχολογία της ταχύτητας». Μια καλή ιδέα είναι να έχει κανείς τον οδηγό σε κάθε οδικό ταξίδι μαζί με τους χάρτες. Παντού κυριολεκτικά υπάρχει κάτι για εναλλακτικό μπάνιο. Για όσους θυμήθηκαν με όλα αυτά τη Μαρίκα Σουέζ, να πούμε ότι τον τόμο προλογίζει ο Γιάννης Ξανθούλης. Γράφει μεταξύ άλλων: «Οι πηγές αυτές εμπεριέχουν τα συστατικά των θαυμάτων προσφέροντας αιώνες τώρα την ίαση, την ελπίδα, το αισθησιακό άγγιγμά τους στα κουρασμένα σώματα των ασθενών, των εραστών της φύσης ή και των μοναχικών οδοιπόρων με το ένστικτο του σοφού γερόλυκου».
Για όσους δεν έχουν δοκιμάσει ποτέ να πλατσουρίσουν σε μια θέρμη να σημειώσουμε ότι οι λουόμενοι έχουν πάντοτε φιλική συμπεριφορά στους νεοφερμένους: «Οταν βλέπουν κάποιον καινούργιο, δεν τον αντιμετωπίζουν όπως τα μικρά παιδιά τον καινούργιο συμμαθητή. Είναι πολύ ώριμοι για τέτοια και βασανισμένοι οι περισσότεροι. Ο καινούργιος, ακόμη και αν προέρχεται από άλλον πολιτισμό, έστω και αν έχει διαφορετικούς στόχους, είναι καλοδεχούμενος. Τον περιβάλλουν με ζεστασιά και τον κατατοπίζουν». Να σημειώσουμε ότι η έκδοση περιέχει πολύ αντιπροσωπευτικές φωτογραφίες τραβηγμένες από το κουαρτέτο των συγγραφέων και από την Πέπη Λουλακάκη. keza@tovima.gr



