Δεν είναι τυχαίο ότι το σύγγραμμα του Γιάννη Πλεμμένου κυκλοφόρησε στις εκδόσεις Ψηφίδα. Οι πληροφορίες που έχουμε για τη ζωή των μουσικών μας που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο κατά την περίοδο του Διαφωτισμού (1730-1830) είναι τόσο λίγες και αποσπασματικές που μοιάζουν με ψηφίδες σκορπισμένες στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Αν δεν βρισκόταν κάποιος να τις συμμαζέψει και να τις συνταιριάξει, πολλά από τα κενά που αφήνουν οι έντυπες και χειρόγραφες πηγές ίσως να μη συμπληρώνονταν ποτέ. Οι περισσότερες από τις επτά κορυφαίες φυσιογνωμίες που παρελαύνουν στις σελίδες του βιβλίου, ως άνθρωποι, ήταν για μας μέχρι τώρα σχεδόν ανύπαρκτοι, κάτι σαν σκιές. Ο Γιάννης Πλεμμένος ωστόσο καταφέρνει να εμφυσήσει σ’ αυτούς ζωή και να τους δώσει σάρκα και οστά. Αυτά που μας εντυπωσιάζουν στον συγγραφέα μας, πέρα από την ευρυμάθειά του, είναι η γόνιμη φαντασία και η συνδυαστική του ικανότητα. Οι αρετές αυτές του επιτρέπουν να πραγματοποιήσει τολμηρά και καλοζυγισμένα άλματα, χωρίς τα οποία θα ήταν αδύνατον να τα βγάλει πέρα μ’ ένα τόσο δύσκολο θέμα.


Λαμπαδάριος και μεβλεβήδες


Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου αφορά τον άρχοντα πρωτοψάλτη Παναγιώτη Χαλάτζογλου (θ. 1748). Είναι γνωστοί οι δεσμοί που συνδέουν την περσική με την οθωμανική και τη δική μας εκκλησιαστική μουσική. Αλλά εδώ αποκαλύπτονται άγνωστες λεπτομέρειες, όπως ότι ο Χαλάτζογλου οικειοποιήθηκε μια σύνθεση του Πέρση Dervish Omer (1542-1630). Το επόμενο πρόσωπο που απασχολεί τον Γιάννη Πλεμμένο είναι ο Πέτρος Λαμπαδάριος ο Πελοποννήσιος (θ. 1778), ο οποίος θεωρείται ο μεγαλύτερος έλληνας μουσικός της Τουρκοκρατίας. H σχέση του με τους Μεβλεβί δερβίσηδες που παραδίδεται από τους βιογράφους του εξηγείται εδώ διαφορετικά. H θέση αυτή τεκμηριώνεται και με φιλολογικές μαρτυρίες που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθούν.


Στη συνέχεια ο Γιάννης Πλεμμένος καταπιάνεται με τον Αγάπιο Παλιέρμο (θ. 1815), που λίγοι ξέρουν ότι το 1797-98 δίδαξε στα Πατριαρχεία (με την άδεια του Γρηγορίου E´) το δυτικό πεντάγραμμο και ότι παραλίγο να επιτύχει την εισαγωγή του στην Εκκλησία σε αντικατάσταση της βυζαντινής παρασημαντικής. H ανανεωτική αυτή προσπάθεια ναυάγησε κυρίως γιατί πολεμήθηκε υπόγεια από τον τότε πρωτοψάλτη Ιάκωβο (θ. 1800). Λίγο αργότερα ο Αγάπιος, πάλι χωρίς επιτυχία, δοκίμασε να εκτοπίσει την ισχύουσα σημειογραφία με ένα αρχαιοελληνικού τύπου αλφαβητικό σύστημα. Στην περίπτωση του τόσο αγνοημένου από την ιστορία Αγάπιου ο συγγραφέας δίνει επιτέλους τη σημασία που της αξίζει.


Για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό (θ. 1826), το πρόσωπο του τέταρτου κεφαλαίου του βιβλίου, υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία. Το ενδιαφέρον του Γιάννη Πλεμμένου για τον σημαίνοντα αυτόν κληρικό επικεντρώνεται στην ποίησή του. Τα τρία ποιήματα που είναι βέβαιο ότι έγραψε ο Γερμανός απευθύνονται στη φαναριώτισσα καλλονή Αικατερίνη (Κατήνκω) Γκίκα, τη γυναίκα που φαίνεται ότι υπήρξε ο μεγάλος έρωτάς του. Ο Γιάννης Πλεμμένος αναλύει σε βάθος τα στιχουργήματα αυτά εισάγοντάς μας με τον καλύτερο τρόπο στον περίπλοκο κόσμο της λεγόμενης φαναριώτικης ποίησης, η οποία τελικά δεν είναι και «τόσο ανούσια και άδροση», όπως την είχε χαρακτηρίσει παλαιότερα ο Λέανδρος Βρανούσης. Μάλιστα παρατήρησα ότι μερικά στοιχεία της έχουν μεταφυτευθεί στην ποίηση των αμανέδων και των ρεμπέτικων.


Ερωτικά στιχουργήματα


Ο διάδοχος του Ιακώβου, Πέτρος Βυζάντιος (θ. 1808), εμπνέει τον Γιάννη Πλεμμένο να γράψει το πέμπτο και ίσως πιο γλαφυρό κεφάλαιό του. Εχοντας επισημάνει στο Αγιον Ορος εννέα στιχουργήματα ερωτικού χαρακτήρα που φέρουν το όνομα του Βυζαντίου στους επιτίτλους τους, τα τοποθετεί σε μια χρονολογική σειρά και με τη βοήθειά τους ξετυλίγει το νήμα της ζωής του. Μια ζωή βασανισμένη από την απιστία της πρώτης γυναίκας του, τον επακολουθήσαντα οδυνηρό χωρισμό, την άδικη απομάκρυνσή του από τη θέση του Πρωτοψάλτη εξαιτίας ενός δικαιολογημένου δεύτερου γάμου, ως την περιπλάνηση και τον θάνατό του στην Ανατολική Ευρώπη (Ουκρανία – Ρουμανία).


Το προτελευταίο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στον Μητροπολίτη Χρύσανθο των εκ Μαδύτων (θ. 1843;). Οσοι ασχολούνται με την εκκλησιαστική μας μουσική γνωρίζουν ότι ο Χρύσανθος με τους συνεργάτες του Γρηγόριο και Χουρμούζιο επινόησαν τη λεγόμενη «νέα μέθοδο» της βυζαντινής σημειογραφίας, η οποία ουσιαστικά είναι η ίδια η παλιά, απλοποιημένη και αποσαφηνισμένη. Το χρυσανθινό σύστημα, παρ’ όλο που επικρίθηκε έντονα, το 1814 έγινε (και εξακολουθεί να είναι ως σήμερα) η επίσημη μουσική γραφή της Εκκλησίας μας. Ο Χρύσανθος εξέθεσε τις λεπτομέρειες της γραφής του σε δύο βιβλία, το Μικρό και το Μεγάλο Θεωρητικό (Παρίσι 1821, Τεργέστη 1832). Ο τόμος του 1832 είναι το πρώτο βιβλίο έλληνα μουσικού μετά τον 14ο αιώνα που δίνει πληροφορίες για την αρχαία ελληνική μουσική. Παράλληλα ο Χρύσανθος, που ήταν γλωσσομαθής, αναφέρεται και στη δυτική πολυφωνική μουσική. Είχε προφανώς διαβάσει το Εγχειρίδιον Αρμονίας του Rameau, καθώς και άλλα δυτικά συγγράμματα για την αισθητική και φιλοσοφία της μουσικής. Κατά τον Γιάννη Πλεμμένο, ο Χρύσανθος, ιδίως στο κεφάλαιο του Μεγάλου Θεωρητικού που επιγράφεται «Διαθέσεις των ακροωμένων της μουσικής», επηρεάζεται από τον γερμανό μουσικό και θεωρητικό Η. C. Koch (1749-1816), αλλά και από δύο άλλους Γερμανούς, τον μουσικοκριτικό και συγγραφέα F. Rochlitz (1769-1842) και τον διανοητή J. G. Sulzer (1720-1779), τον οποίο μάλιστα είχε μελετήσει και ο Koch.


Και ερχόμαστε στο τελευταίο κεφάλαιο που είναι σχετικό με τη ζωή και το έργο του χιώτη αρχιδιακόνου Νικηφόρου Ναυτουνιάρη (θ. περ. 1830). Στον Νικηφόρο οφείλουμε, εκτός από πολλές δικές του εκκλησιαστικές και κοσμικές συνθέσεις, τις πρώτες παρασημάνσεις της μουσικής τουλάχιστον τριών δημοτικών μελωδιών και την αποτύπωση σε βυζαντινές νότες πολυάριθμων φαναριώτικων και μερικών ευρωπαϊκών, τουρκικών, αραβικών και τσιγγάνικων τραγουδιών. H ανθολογία του τιτλοφορείται Μελπομένη και ανήκει στη βιβλιοθήκη της Μονής του Βατοπεδίου. Τα χειρόγραφα του Νικηφόρου δεν είναι πολύτιμα μόνο για το εξαιρετικά πρωτότυπο υλικό που περιέχουν αλλά και γιατί παραθέτουν συστηματικά τους συνθέτες και στιχουργούς των έργων που ανθολογεί. Επιπλέον συχνά διανθίζει τις καταγραφές του με διάφορα σχόλια που φανερώνουν τις συμπάθειες ή τις αντιπάθειές του για μερικά από τα έργα αλλά και τα πρόσωπα που τον απασχολούν στα χειρόγραφά του.


Το μόνο που θα μπορούσε να προσάψει κανείς στον συγγραφέα μας είναι ορισμένα κενά που παρουσιάζει η βιβλιογραφία του. Από εδώ λείπουν μερικές σημαντικές εργασίες, όπως του Γρηγόρη Στάθη για τον Πέτρο Λαμπαδάριο και τον Νικηφόρο Ναυτουνιάρη.


Ο κ. Μάρκος Δραγούμης είναι διευθυντής του Μουσικού Λαογραφικού Αρχείου «Μέλπω Μερλιέ» στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών.