Αποκάλυψη στη νήσο Φράξο
Τριάντα ένα χρόνια μετά την πρώτη του δημοσίευση (1966), μεταφράστηκε επιτέλους και στα ελληνικά ο Μάγος, ένα από τα πλέον πολυσυζητημένα μυθιστορήματα της εποχής μας. Εχει ήδη μεταφραστεί σε 17 γλώσσες και εξακολουθεί, παρά το «δύσκολο» περιεχόμενό του, να διατηρεί τον τίτλο του μπεστ σέλερ. Λέμε «επιτέλους» γιατί παρ’ ότι θα περίμενε κανείς να είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Φάουλς που θα μεταφραζόταν στη γλώσσα μας, λόγω του «ελληνικού» περιεχομένου του, είδαμε να μεταφράζονται πρώτα, προφανώς διότι έγιναν κινηματογραφικές επιτυχίες, η Ερωμένη του Γάλλου ανθυποπλοιάρχου (μετάφραση Μπέτη Μπαλλή, Bell, 1985), ο Συλλέκτης και ο Εβένινος πύργος (και τα δύο το 1988 από τον Φαίδωνα Ταμβακάκη, εκδόσεις Εστία). Βέβαια, ταινία γυρίστηκε και ο Μάγος (και μάλιστα χολιγουντιανή), αποτυχημένη όμως, πράγμα που έδειξε ότι η επιτυχία του μυθιστορήματος δεν χρειάστηκε κινηματογραφικά στηρίγματα. Ο δισταγμός ή η καθυστέρηση των ελλήνων εκδοτών να μεταφέρουν το βιβλίο στη γλώσσα μας δεν φαίνεται να οφείλεται στον όγκο του (775 σελίδες στην παρούσα ελληνική έκδοση), αφού τα εξίσου ογκώδη μυθιστορήματα του Ουμπέρτο Εκο έχουν μεταφραστεί εδώ και χρόνια. Η αργοπορία θα πρέπει να οφείλεται μάλλον στις μεταφραστικές δυσκολίες, που ο Φαίδων Ταμβακάκης, εξοικειωμένος με τη γραφή του Φάουλς από τις δύο προηγούμενες μεταφράσεις του, μπόρεσε να υπερβεί.
«Ο Μάγος» αρχίζει και τελειώνει με το ρεαλιστικά απεικονιζόμενο μεταπολεμικό Λονδίνο της δεκαετίας του 1950. Το κεντρικό του μέρος εξιστορεί το θαυμάσιο, όμως δύσκολο και γεμάτο κινδύνους, «μυητικό ταξίδι» στην Ελλάδα του Αγγλου Νίκολας Ούρφε νέου φιλόδοξου (επίδοξου ποιητή), εγωκεντρικού, χωρίς ανθρώπινη γνώση, απαίσιου στις σχέσεις του με τις γυναίκες, ευαίσθητου αλλά και καλοπροαίρετου. Το κέντρο αυτού του «ταξιδιού», που μπορεί να παρομοιασθεί με ένα είδος νέκυιας, είναι η εμπειρία του ήρωα στο νησί της Φράξου, στο οποίο θα ζήσει ένα χρόνο εργαζόμενος ως καθηγητής της αγγλικής (Φράξος είναι το μυθιστορηματικό όνομα των Σπετσών. Σημαίνει το περιφραγμένο νησί, the «fenced» island, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας γράφει στο εισαγωγικό του σημείωμα που συνόδευε την έκδοση της ποιητικής συλλογής του «Poems», Νέα Υόρκη, 1973). Το εν μέρει αυτοβιογραφικό στοιχείο γίνεται προφανές· είναι γνωστό ότι τα ίδια χρόνια με την ιστορία του μυθιστορήματος ο Φάουλς δίδασκε αγγλικά στην Κοργιαλένειο Σχολή των Σπετσών. Τον ρόλο του Τειρεσία σε αυτή την «κατάβαση», που περιλαμβάνει μυστηριακές συναντήσεις, πλαστά ερωτικά και δραματικά γεγονότα και ένα απίθανο ψυχόδραμα, παίζει μια δαιμονική προσωπικότητα, ένας «μάγος», εν μέρει Ελληνας, ο Μορίς Κόνσις, ένας ηθικά αμφίβολος χαρακτήρας, που η δυναστική, όμως καλοήθης φαντασία του θα οδηγήσει τελικά τον ήρωα στον «εξανθρωπισμό». Μέσα από δοκιμασίες στις οποίες υποβάλλεται από τον Μάγο, και οι οποίες προκαλούν τη σταδιακή συνειδητοποίηση των εσωτερικών του δυνάμεων, ο νεαρός ήρωας βλέπει τις ιδέες του για την πραγματικότητα και την αλήθεια να αλλάζουν και κατακτά την αυτεπίγνωση και την ωριμότητα.
Τα παραπάνω δείχνουν ότι ο Μάγος είναι ένα είδος Bildungsroman, ένα «μυθιστόρημα διαμόρφωσης». Η κριτική έχει παραβάλει τόσο το περιεχόμενο όσο και την απήχησή του στο αναγνωστικό κοινό με ορισμένα έργα του Χέρμαν Εσσε και του Λώρενς Ντάρελ· πιο εύστοχη όμως, από μια συγχρονισμένη οπτική γωνία, ίσως θα ήταν, πιστεύουμε, η σύγκρισή του με το Ονομα του Ρόδου. Οχι βέβαια λόγω του ίδιου μεγάλου όγκου τους, ούτε γιατί παρουσιάζουν με αρκετές αναλογίες το, κλασικό αλλά και σύνηθες στα «μυθιστορήματα διαμόρφωσης», ζεύγος δασκάλου – μαθητή, αλλά για το πυκνότατο πλέγμα των διακειμενικών αναφορών τους που είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά τους. Οπως το μυθιστόρημα του Εκο, έτσι και ο Μάγος συγχωνεύει συστατικά διαφορετικών λογοτεχνικών ειδών και έργων: στοιχεία του μύθου, της αυτοβιογραφίας, της σύγχρονης ποίησης, της λογοτεχνικής κριτικής, της ιστορίας, του θεάτρου, του αστυνομικού μυθιστορήματος, του φιλοσοφικού δοκιμίου, της ψυχολογικής μελέτης αλλά και της αποκρυφιστικής φιλολογίας μπαίνουν στην υπηρεσία της απεικόνισης ενός οντολογικής υφής, όμως χυμώδους, ανθρώπινου οράματος για να δώσουν ένα πολυπρισματικό και πολυφωνικό μυθιστόρημα. Ο ίδιος ο Φάουλς έχει δηλώσει ότι ο Μάγος πατάει σε τρία αγαπημένα του μυθιστορήματα: Ο Μεγάλος Μολν του Αλέν Φουρνιέ, Bevis του Ρίτσαρντ Τζέφφερι νατουραλιστή άγγλου συγγραφέα του 19ου αιώνα, και Μεγάλες προσδοκίες του Καρόλου Ντίκενς. Ο συνεκτικός ιστός όλων αυτών όμως είναι, όπως έχει επισημάνει η κριτική, η χρήση της «μυθιστορίας» (romance). «Αν σκεφτούμε», γράφει ο Peter Conradi (1982), «ότι η μυθιστορία επιδιώκει αυτό που ο Χόθορν αποκάλεσε “αλήθεια της καρδιάς” συχνά μέσα από τη συνειδητή αλληγοροποίηση των χαρακτήρων και τη μυθική απεικόνιση που προσπαθεί να επανεισαγάγει το θαυμαστό και το απίθανο στην ανθρώπινη ζωή, τότε ο Μάγος είναι μια μυθιστορία». Αυτή ίσως να είναι η αιτία όπου το έργο του Φάουλς εκτιμήθηκε περισσότερο στις ΗΠΑ από ό,τι στην Αγγλία, όπου μόλις την τελευταία δεκαετία γνώρισε την αναγνώριση που του άξιζε, γιατί στη χώρα του η μυθιστορία αντιμετωπιζόταν με φιλυποψία, σαν ένα είδος συναισθηματικής απόδρασης στάση που έχει υποχωρήσει χάρη ακριβώς και στο ίδιο το έργο του Φάουλς.
Ο,τι όμως διακρίνει τον Μάγο δεν είναι τόσο η μυθιστοριακή ανάπτυξη όσο η συνύπαρξη του μυθιστοριακού με τον ρεαλισμό. Ο Φάουλς, παρατηρεί ένας άλλος κριτικός, ο Ronald Binns, «ανατρέπει την παραδοσιακή διχοτομία ανάμεσα στον μυθιστοριακό και στον ρεαλιστή συγγραφέα χρησιμοποιώντας τη μορφή του romance, για να προβεί αφενός σε μια σκεπτικιστική εξέταση της μυθιστοριακής εμπειρίας και αφετέρου ακόμη ριζικότερα σε μια κριτική του σημερινού μυθιστορήματος, στο οποίο διαπιστώνει έλλειψη ηθικής υπευθυνότητας». Η ηθική διάσταση των αναζητήσεών του, καθώς εκφράζεται και με στοιχεία που θεωρούνται γνωρίσματα του μεταμοντέρνου μυθιστορήματος (ο μυθοπλασιακός προβληματισμός που θεματοποιείται στις σελίδες του, η σχεδόν παρωδιακή σχέση του βιβλίου με τον κλασικό ρεαλισμό και τον μοντερνισμό, το ανοιχτό του τέλος), μας βοηθά να προσδιορίσουμε την καλλιτεχνική ταυτότητα του Μάγου και να θεωρήσουμε τον συγγραφέα του έναν ιδιότυπο μεταμοντέρνο ουμανιστή. Χαρακτηρισμός παράδοξος σε μια πρώτη ματιά, αλλά που η αντιφατικότητά του, πιστεύουμε, αίρεται, όταν τη δούμε μέσα στο πλαίσιο των ιδεών του Φάουλς για την ανθρώπινη ζωή, που διατυπώνονται στο κοσμοθεωρητικό βιβλίο του The Aristos (1964) και βρίσκουν την καλύτερη καλλιτεχνική μορφή τους στον Μάγο.
Το παράδοξο όμως δεν υποχωρεί ολοκληρωτικά, διατηρείται σε μια μορφή που δίνει στον Μάγο ένα μέρος από τον καλλιτεχνικό δυναμισμό του. Ελευθέριος αλλά και διδακτικός, σχετικιστής αλλά και στρατευμένος στις αξίες ενός ρομαντικού ιδεαλισμού, ο Φάουλς προσπαθεί να ξεπεράσει τις αντιθέσεις του με μια προσπάθεια ηρακλείτειας σύνθεσης των αντιθέσεων που τροφοδοτείται από την υπαρξιστική φιλοσοφία της εποχής κατά την οποία γράφτηκε το βιβλίο. Ολα τούτα συντελούν στη γοητεία του Μάγου, η οποία βέβαια είναι κυρίως αποτέλεσμα της δεξιοτεχνίας του Φάουλς, ο οποίος μπόρεσε να δώσει μια «εσωτερική» περιγραφή του φυσικού τοπίου και των προσώπων του μυθιστορήματος και να δημιουργήσει μια μυστηριακή ατμόσφαιρα. Στοιχεία που κατορθώνει, όπως είπαμε, να μεταφέρει στα ελληνικά η πετυχημένη μετάφραση του Ταμβακάκη.
Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που έχει ο Μάγος για μας τους Ελληνες είναι ότι η «ενηλικίωση» του ήρωα όχι μόνο γίνεται στον ελληνικό χώρο, αλλά και προκαλείται και συναρτάται με αυτόν. Το τοπίο της Ελλάδας, η θάλασσά της, το φως και η μυθική της ατμόσφαιρα κάνουν τον Ούρφε να νιώσει ότι βρίσκεται σε έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό από εκείνον του βρετανικού ρασιοναλισμού, σε έναν χώρο του θαύματος, όπου μπορεί κανείς να εξερευνήσει και τις πιο απόκρυφες πτυχές της ανθρώπινης φύσης. Ο Φάουλς περιγράφει με έξαρση την Ελλάδα της δεκαετίας του 1950, έξαρση παρόμοια με εκείνη της αποκάλυψης που συμβαίνει στην Κίχλη του Σεφέρη, ένα έργο με το οποίο φαίνεται να βρίσκεται σε συνειδητή συνομιλία. Αλλά την περιγράφει και με ενθουσιασμό ανάλογο ως ένα βαθμό με εκείνον του Χένρι Μίλερ στον Κολοσσό του Μαρουσιού (1941), ένα βιβλίο που, πιστεύουμε, θα πρέπει να προστεθεί στα άλλα τρία που ανέφερε ο Φάουλς ως βασικό διακειμενικό φόντο του Μάγου. Η κύρια διαφορά του από τον Μίλερ είναι ότι η δική του εικόνα της Ελλάδας είναι πιο περίπλοκη και πιο βαθιά. Η προοπτική του Φάουλς έχει μια διαχρονικότητα, αφού από τη μια ο συγγραφέας προβάλλει μια εναλλακτική, φιλελληνική εικόνα της Ελλάδας, μια άλλη εκδοχή της στα μέσα του 20ού αιώνα, η οποία διαφοροποιείται από τις φιλελληνικές εντυπώσεις του 19ου αιώνα και του πρώτου μισού του 20ού. Από την άλλη μεριά εκσυγχρονίζει τους αρχαίους ελληνικούς μύθους συγχωνεύοντας μοτίβα και εικόνες τους με στοιχεία από την προσωπική ελληνική εμπειρία του. Σίγουρα αυτή η δημιουργική αντίφαση κάνει την ανάγνωση αυτού του κλασικού και ταυτόχρονα μοντέρνου μυθιστορήματος ακόμη πιο συναρπαστική.
* Το βιβλίο παρουσιάζεται στις 3 Ιουνίου, στην αίθουσα εκθέσεων της Γενναδείου Βιβλιοθήκης (ώρα 12.30 μ.μ.). Στην εκδήλωση θα παρευρεθεί και ο ίδιος ο συγγραφέας. «Σαν ταξίδι στο Διάστημα»
(Το απόσπασμα από τον «Μάγο» που ακολουθεί δίνει την καταχθόνια, μαγευτική δύναμη του ελληνικού τοπίου)
Η Φράξος βρισκόταν οκτώ ζαλιστικές ώρες με βαποράκι, νότια από την Αθήνα, κάπου έξι μίλια από την Πελοπόννησο και στο κέντρο ενός τοπίου τόσο αξέχαστου όσο και εκείνη: στο βορρά και στη δύση ένας μεγάλος βραχίονας βουνών, που στο τσιγκέλι του έστεκε το νησί: στην ανατολή ένα μακρινό με ομαλές κορυφές αρχιπέλαγος, στο νότο η γαλάζια έρημος του Αιγαίου που απλωνόταν ως την Κρήτη. Η Φράξος ήταν όμορφη. Δεν υπήρχε άλλο επίθετο: δεν ήταν απλά συμπαθητική, γραφική, χαριτωμένη ήταν απλά και αβίαστα όμορφη. Μου κόπηκε η ανάσα, όταν την πρωτοείδα να πλέει κάτω από την Αφροδίτη σαν μια μεγαλόπρεπη μαύρη φάλαινα σε μια νυχτερινή θάλασσα από αμέθυστο, και ακόμα μου κόβεται η ανάσα, όταν τώρα κλείνω τα μάτια και τη θυμάμαι. Η ομορφιά της ήταν σπάνια ακόμα και για το Αιγαίο, γιατί οι λόφοι της ήταν σκεπασμένοι με πεύκα, μεσογειακά πεύκα ελαφριά σαν φτερά φλώρου. Τα εννέα δέκατα του νησιού ήταν ακατοίκητα και ακαλλιέργητα: μόνο πεύκα, κολπίσκοι, ησυχία, θάλασσα. Μαζεμένη σε μια γωνιά, τη βορειοδυτική, βρισκόταν η εντυπωσιακή ρυμοτομία κατάλευκων σπιτιών γύρω από δύο μικρά λιμάνια.
Υπήρχαν και δύο εξαμβλώματα που χτυπούσαν στο μάτι πολύ πριν αράξουμε. Το ένα ήταν ένα χοντροκομμένο ελληνο-εδουαρδιανό ξενοδοχείο κοντά στο μεγαλύτερο λιμάνι, που ταίριαζε με τη Φράξο σαν εγγλέζικη άμαξα σε δωρικό ναό. Το άλλο, σε παρόμοια αντίθεση με το τοπίο, βρισκόταν έξω από το χωριό και εξαφάνιζε τα σπιτάκια που βρίσκονταν γύρω του: ένα υπερβολικά μακρύ κτίριο, με πολλούς ορόφους, που θύμιζε εργοστάσιο, παρ’ όλη την περίτεχνη πρόσοψη κορινθιακού ρυθμού, μια ομοιότητα που δεν ήταν μόνο οπτική, όπως θα ανακάλυπτα αργότερα.
Ομως εκτός από τη Σχολή «Λόρδος Βύρων», το ξενοδοχείο «Φιλαδέλφεια» και το χωριό, το κυρίως σώμα του νησιού, και τα τριάντα τετραγωνικά μίλια, ήταν παρθένο. Υπήρχαν ασημένιοι ελαιώνες και μερικά αμφιθεατρικά καλλιεργημένα χωράφια στις απότομες πλαγιές της βορινής όχθης, ενώ τα υπόλοιπα ήταν πανάρχαια πευκοδάση. Δεν υπήρχαν αρχαιότητες. Στους αρχαίους Ελληνες δεν άρεσε πολύ το νερό της στέρνας.
Αυτή η έλλειψη νερού έδειχνε πως δεν υπήρχαν άγρια ζώα και ελάχιστα πουλιά στο νησί. Το ξεχωριστό χαρακτηριστικό μακριά από το χωριό ήταν η ησυχία. Πάνω στους λόφους μπορούσε να συναντήσει κανείς έναν βοσκό με το χειμερινό του κοπάδι (το καλοκαίρι δεν υπήρχε βοσκή), τα κατσίκια με τα μπρούντζινα κουδούνια, ή μια σκυφτή χωριάτισσα, φορτωμένη ένα πελώριο δέμα, ή έναν χωρικό να μαζεύει ρετσίνι: όμως κι αυτές οι συναντήσεις σπάνιζαν. Ηταν ο κόσμος πριν από τη μηχανή, σχεδόν πριν από τον άνθρωπο, και όποια μικρογεγονότα συνέβαιναν το πέρασμα μιας τσίχλας, η ανακάλυψη ενός νέου μονοπατιού, η θέα ενός καϊκιού πέρα μακριά κάτω αποκτούσαν μιαν υπέρμετρη αξία, σαν να ήταν απομονωμένα, πλαισιωμένα, μεγεθυσμένα από τη μοναξιά. Ηταν η λιγότερο απόκοσμη, η πιο αντίθετη από την Αρκτική, μοναξιά στον κόσμο. Ο φόβος δεν είχε ποτέ αγγίξει το νησί. Αν ήταν στοιχειωμένο ήταν από νύμφες, όχι τέρατα.
Ημουν αναγκασμένος να κάνω τακτικούς περιπάτους για ν’ αποφεύγω την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα της Σχολής «Λόρδος Βύρων». Κατ’ αρχήν υπήρχε κάτι ευχάριστα παράλογο στη διδασκαλία σε οικοτροφείο (που υποτίθεται ότι λειτουργούσε κατά τον πρότυπο τρόπο του Ητον ή του Χάροου), μόλις ένα βήμα μακριά από εκεί όπου η Κλυταιμνήστρα σκότωσε τον Αγαμέμνονα. Σίγουρα οι καθηγητές, θύματα μιας χώρας με μόνο δύο πανεπιστήμια, ήταν ακαδημαϊκά σε πολύ υψηλότερα επίπεδα απ’ όσο πίστευε ο Μίτφορντ, και τα ίδια τα αγόρια δεν ήταν καλύτερα ή χειρότερα από τα αγόρια όλου του κόσμου. Ομως ήταν ανελέητα πρακτικοί όσον αφορά την αγγλική γλώσσα. Δεν ενδιαφέρονταν καθόλου για τη λογοτεχνία, αντίθετα έδιναν τα πάντα για τις θετικές επιστήμες. Αν προσπαθούσα να διαβάσω ποίημα του ομώνυμου της Σχολής, χασμουριόνταν, αν όμως δίδασκα στα αγγλικά τα μέρη του αυτοκινήτου, είχα δυσκολία να τους βγάλω από την τάξη στο τέλος του μαθήματος: και πολύ συχνά έφερναν αμερικάνικα επιστημονικά εγχειρίδια, γεμάτα ορολογία που για μένα ήταν τόσο ξένη όσο αγγλική ήταν για τα πρόσωπα που αδημονούσαν να ακούσουν μιαν απλή παράφραση.
Και τα αγόρια και οι δάσκαλοι μισούσαν το νησί και το αντιμετώπιζαν σαν ένα εθελοντικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου κανείς ερχόταν να δουλέψει, να δουλέψει, να δουλέψει. Είχα φανταστεί κάτι πιο ληθαργικό από εγγλέζικο σχολείο, ενώ αντίθετα ήταν πολύ πιο σκληρό. Το αποκορύφωμα της ειρωνείας ήταν πως αυτή η ψυχαναγκαστική βιομηχανία, αυτή η στραβομάρα τυφλοπόντικα για το φυσικό τους περιβάλλον, ήταν αυτό που θεωρούσαν πιο αγγλικό χαρακτηριστικό του συστήματος. Ισως για τους Ελληνες που γίνονται μπλαζέ ζώντας ανάμεσα στα πιο όμορφα τοπία του κόσμου, δεν ήταν παραφωνία να στριμώχνονται σε μια τέτοια φωλιά τερμιτών: όμως με εκνεύριζε μέχρι τρέλας.
Ενας – δύο δάσκαλοι μιλούσαν λίγα αγγλικά, και αρκετοί μιλούσαν γαλλικά, όμως είχα λίγα κοινά μαζί τους. Τον μόνο που ανεχόμουν ήταν ο Δημητριάδης, ο άλλος καθηγητής αγγλικών, και αυτό μόνο γιατί μιλούσε και καταλάβαινε τη γλώσσα πολύ πιο άνετα απ’ ό,τι οι άλλοι. Μ’ αυτόν μπορούσα να ξεφύγω από τα στοιχειώδη.
Με πήγε στα καφενεία και τις ταβέρνες του χωριού, και δοκίμασα τα ελληνικά φαγητά και την ελληνική λαϊκή μουσική. Ομως ο τόπος ήταν πένθιμος την ημέρα. Ηταν τόσο πολλές κατοικημένες βίλες και ήταν τόσο λίγοι οι άνθρωποι στα δρομάκια, έπρεπε κανείς να πηγαίνει πάντα στις καλύτερες ταβέρνες για φαγητό και να συναντά τα ίδια πρόσωπα, μια στενή λεβαντίνικη επαρχιακή κοινωνία που ανήκε περισσότερο στον κόσμο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ένας Μπαλζάκ με φέσι, παρά στο 1950. Επρεπε να συμφωνήσω με τον Μίτφορντ: ήταν απελπιστικά ανιαρή. Δοκίμασα ένα ή δύο από τα καπηλειά των ψαράδων. Ηταν πιο χαρούμενα, όμως ένιωθα ότι ένιωθαν πως έκαναν φιλανθρωπία, και τα ελληνικά μου δεν έφτασαν ποτέ μέχρι τη διάλεκτο που μιλούσαν στο νησί.
Ρώτησα για τον άνθρωπο που είχε τσακωθεί μαζί του ο Μίτφορντ, όμως κανείς δεν έδειχνε να έχει ακούσει γι’ αυτόν ή για τον καβγά. Ούτε μάλιστα για την «αίθουσα αναμονής». Φαίνεται πως ο Μίτφορντ περνούσε αρκετό καιρό στο χωριό, και είχε γίνει αντιπαθής και σε άλλους δασκάλους εκτός από τον Δημητριάδη. Υπήρχε και η επακόλουθη αγγλοφοβία, που γινόταν πιο έντονη εξαιτίας της σύγχρονης πολιτικής κατάστασης που έπρεπε να ανέχομαι.
Σύντομα πήρα τους λόφους. Κανένας άλλος καθηγητής δεν κουνούσε μια σπιθαμή πέρα από ό,τι χρειαζόταν, και τα αγόρια δεν επιτρεπόταν να ξεμυτίσουν πέρα από τα chevaux de frise των ψηλών τοίχων του σχολείου, εκτός από την Κυριακή, και τότε μόνο για να διανύσουν το μισό μίλι του παραλιακού δρόμου ως το χωριό. Οι λόφοι ήταν πάντοτε μεθυστικά καθαροί και ανάλαφροι και απόμακροι. Με συντροφιά μοναδική τη βαρεμάρα μου, άρχισα για πρώτη φορά στη ζωή μου να κοιτώ τη φύση και λυπάμαι που τότε ήξερα τη γλώσσα της τόσο λίγο όσο και τα ελληνικά. Πρόσεχα τις πέτρες, τα πουλιά, τα λουλούδια, τη γη, με έναν καινούργιο τρόπο, και το περπάτημα, το κολύμπι, το υπέροχο κλίμα, η απουσία κυκλοφορίας σε γη και ουρανό γιατί δεν υπήρχε ούτε ένα αυτοκίνητο στο νησί, αφού δεν υπήρχαν δρόμοι έξω από το χωριό και τα αεροπλάνα δεν περνούσαν ούτε μία φορά το μήνα , όλα αυτά με έκαναν να νιώθω πιο υγιής από ποτέ. Αρχισα να αποκτώ μια αρμονία σώματος και πνεύματος· ή έτσι μου φάνηκε. Ηταν αυταπάτη.
Ενα είδος φιλέλληνα
Ακούγοντάς τους να μιλούν, τους κομψούς εκπατρισμένους η ουσία της Ελλάδας και τα συναφή με στίχους του Σεφέρη ή τι μόλις είπαν ο Γκίκας και του Μίλλερ ο Κατσίμπαλης.
Ούτε ένας δεν περπάτησε στην αληθινή γη εκεί όπου ένας όποιος χωρικός σου δίνει το μεδούλι της Ελλάδας από το τέλος της ως την αρχή.
Ποιος είσαι;
Πούθε είσαι;
Πού πηγαίνεις; και πώς βγάζεις το ψωμί;
Ολοι εσείς που έρχεστε για να «γράψετε» ή να «ζωγραφίσετε», ο Θεός να σας φυλά εάν το χείλι σας χαμογελά μ’ αυτές τις ερωτήσεις τις παράξενες.
(Από το βιβλίο «Τζων Φάουλς, Η ελληνική εμπειρία»)
Η κυρία Κίρκη Κεφαλέα διδάσκει λογοτεχνία στο ΤΕΙ Αθηνών. Εχει επιμεληθεί και έχει μεταφράσει το βιβλίο «Τζων Φάουλς, Η ελληνική εμπειρία», εκδόσεις Ολκός.



