Τι είναι αυτό που καθιστά σήμερα ένα θέατρο «εθνικό»; Το ρεπερτόριο; Οι υψηλές κρατικές επιχορηγήσεις; Κάποιος συγκεκριμένος ιδεολογικός προσανατολισμός; Μια καλλιτεχνική πολιτική που ταυτίζεται με το ιδεολόγημα της εγχώριας παράδοσης; Και πώς όλα τα παραπάνω συνδυάζονται αν συνδυάζονται με την αυτονόητη ανάγκη της θεατρικής τέχνης να εξελίσσεται, να εντάσσεται στο διεθνές πολιτιστικό γίγνεσθαι; Στην Ουγγαρία αυτή η ένταση, ανάμεσα σε ένα Εθνικό Θέατρο που διαχειριζόταν εξ ορισμού και σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα την πολιτιστική κληρονομιά και σε εκείνους που ζητούσαν ένα θέατρο σε στενή σχέση με τη σύγχρονη πραγματικότητα, γέννησε το 1982 ένα από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά θέατρα ρεπερτορίου. Το θέατρο Κάτονα Γιόζεφ της Βουδαπέστης (που πήρε το όνομά του από τον περίφημο ούγγρο θεατρικό συγγραφέα των αρχών του 19ου αιώνα) προέκυψε όταν μια ομάδα καλλιτεχνών αποχώρησε από το Εθνικό Θέατρο για να δημιουργήσει, στην καρδιά της πόλης, έναν θεατρικό οργανισμό που επιβλήθηκε στη συνείδηση ενός μεγάλου μέρους του ουγγρικού κοινού ως το κατ’ εξοχήν «εθνικό θέατρο» της χώρας. Από την άλλη, οι εκτεταμένες περιοδείες του θιάσου στο εξωτερικό, οι πολυάριθμες συμμετοχές σε διεθνή φεστιβάλ, οι διακρίσεις, οι υμνητικές κριτικές έχουν κάνει σήμερα το Κάτονα Γιόζεφ συνώνυμο με το σύγχρονο ουγγρικό θέατρο.
Το θέατρο στην Ουγγαρία έχει παραδοσιακά παίξει έναν ρόλο προσδιορισμού και διατήρησης της εθνικής ταυτότητας από την εποχή των Αψβούργων ως τα χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, συντηρώντας ακόμη και την εθνική συνείδηση των ουγγρικών πληθυσμών (με την ενίσχυση ουγγρικών θιάσων στη Ρουμανία, στη Γιουγκοσλαβία, στη Σλοβακία) που έμειναν έξω από τα εδάφη του συρρικνωμένου σύγχρονου ουγγρικού κράτους. Το 1949 οι υπάρχοντες θεατρικοί οργανισμοί, στην πρωτεύουσα και στην επαρχία, έγιναν όλοι κρατικοί και καθιερώθηκαν επιχορηγήσεις, που κάλυπταν το 60% του προϋπολογισμού των θιάσων. Η κρατική θεατρική πολιτική της κομματικής ορθοδοξίας, με κεντρικό άξονα το Εθνικό Θέατρο της Ουγγαρίας, που είχε ιδρυθεί το 1840, καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τις καλλιτεχνικές επιλογές, που καθρέφτιζαν περισσότερο τα ιστορικά και πολιτικά δεδομένα και λιγότερο τις σύγχρονες αναζητήσεις της θεατρικής τέχνης. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 η κίνηση των καλλιτεχνών προς το κέντρο δημιούργησε μια ανισορροπία ανάμεσα στη θεατρική ζωή της Βουδαπέστης που, από ποσοτική τουλάχιστον άποψη, παρουσίαζε μεγάλη άνθηση και στη θεατρική ζωή της επαρχίας που περνούσε μια περίοδο παρακμής. Σε μια προσπάθεια εξομάλυνσης του θεατρικού τοπίου, νέοι καλλιτέχνες διορίστηκαν διευθυντές των επαρχιακών θεατρικών οργανισμών και η αντίστροφη κίνηση που προκάλεσε αυτή η δυναμική σηματοδότησε την ουσιαστική ανανέωση του σύγχρονου ουγγρικού θεάτρου. Μέσα σε λίγα χρόνια θέατρα όπως του Κάποσβαρ και του Σόλνοκ, που διηύθυναν αντίστοιχα ο Γκάμπορ Ζαμπέκι και ο Γκάμπορ Σέκελι, μετατράπηκαν σε εστίες καλλιτεχνικής παραγωγής, επισκιάζοντας τη θεατρική ζωή της πρωτεύουσας. Στο τέλος της δεκαετίας του ’70 η κρίση ταυτότητας του Εθνικού Θεάτρου της Βουδαπέστης και οι ολοένα πιο έντονες συζητήσεις για τον ρόλο και τη μορφή ενός εθνικού θεάτρου οδήγησαν στην τοποθέτηση των Σέκελι και Ζαμπέκι ως διευθυντικού διδύμου της πρώτης κρατικής σκηνής της Ουγγαρίας. Ωστόσο οι δύο σκηνοθέτες, απρόθυμοι να προσαρμοστούν σε ένα μοντέλο που οργανωνόταν γύρω από την ουγγρική γλώσσα και θεατρική παράδοση, εγκλωβισμένο σε μια παρωχημένη αισθητική, αποχώρησαν από το Εθνικό Θέατρο το 1982 και δημιούργησαν τον θίασο Κάτονα Γιόζεφ στο ομώνυμο θέατρο, που τους παραχωρήθηκε και το οποίο ως τότε λειτουργούσε ως δεύτερη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.
Το καλλιτεχνικό στίγμα του νέου θεάτρου ορίζεται από τη σχέση της θεατρικής πράξης με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Το Κάτονα Γιόζεφ διαλέγεται μόνον επιλεκτικά με την παράδοση. Η αισθητική που διέπει τη θεατρική πρακτική σκηνοθετών όπως ο Γκάμπορ Ζαμπέκι, ο Γκάμπορ Σέκελι, ο Τάμας Ασερ είναι ο ψυχολογικός ρεαλισμός, αλλά ένας ευκίνητος και ανοιχτός ρεαλισμός, που προφυλάσσεται από την παγίδα του νατουραλισμού, στέκεται κριτικά απέναντι στην παράδοση και εμπνέεται από την ευρωπαϊκή πρωτοπορία. Το Κάτονα Γιόζεφ μαζί με το θέατρο Μάλι της Αγίας Πετρούπολης, οι σημαντικότεροι σύγχρονοι ευρωπαϊκοί θίασοι «συνόλου» έχει υποκαταστήσει το Εθνικό Θέατρο της Ουγγαρίας, παρουσιάζοντας στα 15 χρόνια της λειτουργίας του περισσότερα από 90 έργα, ένα πλήρες ρεπερτόριο που εκτείνεται από το κλασικό θέατρο ως το καμπαρέ, στις δύο του αίθουσες, την Κάτονα Γιόζεφ (χωρητικότητας 400 θέσεων) και την Κάμρα (χωρητικότητας 100 θέσεων), που λειτουργεί από το 1991. Ο θίασος το «ευρωπαϊκό θαύμα του θεάτρου», όπως χαρακτηρίστηκε από τη γερμανική κριτική έχει ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο και έχει πάρει μέρος στα μεγαλύτερη διεθνή φεστιβάλ, αφήνοντας εποχή με παραστάσεις όπως είναι «Ο επιθεωρητής» του Γκόγκολ, «Οι τρεις αδελφές» και ο «Πλατόνοφ» του Τσέχοφ, «Ο βασιλιάς Ιμπί» του Τζαρί.
Το Κάτονα Γιόζεφ, με 40 ηθοποιούς στο δυναμικό του, παρουσιάζει κάθε χρόνο περίπου 15 παραγωγές από το ρεπερτόριό του και τέσσερις – πέντε νέες παραγωγές. Το πρόγραμμα του περασμένου μήνα είναι ενδεικτικό: σε δύο αίθουσες, δύο πρεμιέρες και 48 παραστάσεις 25 διαφορετικών παραγωγών, που εναλλάσσονται σχεδόν σε καθημερινή βάση. Ανάμεσά τους, τρεις φιλοξενούμενοι θίασοι από την ουγγρική επαρχία, δύο χορευτικές ομάδες, η παράσταση των τελειοφοίτων της δραματικής σχολής που συνδέεται με το Κάτονα Γιόζεφ καθώς και μικρά θεάματα που παρουσιάζουν τα πιο ανήσυχα και πολυτάλαντα μέλη του θιάσου. Οι μεγάλες επιτυχίες της φετινής θεατρικής περιόδου είναι η «Υβόννη, πριγκίπισσα της Βουργουνδίας» του Γκομπρόβιτς, σε σκηνοθεσία Γκάμπορ Ζαμπέκι και το άπαιχτο στην Ελλάδα έργο του Βέρνερ Σβαμπ «Οι κυρίες πρόεδροι» σε σκηνοθεσία Τάμας Ασερ. Στο Κάτονα Γιόζεφ βέβαια μια μεγάλη επιτυχία μετριέται με διαφορετικά μέτρα, αφού το θέατρο είναι κατάμεστο κάθε βράδυ τόσο για τις παλιές όσο και για τις καινούργιες παραγωγές. Και τα στατιστικά τους στοιχεία, που παρουσιάζουν κάποιες ημέρες πληρότητα της τάξης του 107%, είναι ακριβή και ελέγξιμα. Οι θέσεις των ορθίων, των καθισμένων σε σκαλάκια θεατών, δεν εκπλήσσουν πλέον το θεατρόφιλο κοινό της Βουδαπέστης, μιας πόλης με πληθυσμό 2 εκατ. και με περισσότερα από 20 θέατρα ρεπερτορίου σε μόνιμη λειτουργία.



