Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

«Τον βλέπω τώρα μπροστά μου, με τα ψαρά του μαλλιά, τα έντονα μάτια του. Πού διάολο είναι ο π…, θα τον βρούμε!» φώναζε ο κ. Φώτης Νασιάκος έχοντας δίπλα του τον υπουργό Δημόσιας Τάξης κ. Μιχάλη Χρυσοχοΐδη και τον εισαγγελέα κ. Γιάννη Διώτη απέναντί του. Ο υπουργός και οι δύο στενοί συνεργάτες του ήξεραν ότι είχαν τον σωστό άνθρωπο στο μυαλό τους, αλλά ποιος ήταν, τι όνομα είχε σήμερα, πού και πώς ζούσε; Η ώρα ήταν προχωρημένη, οι άνθρωποι που κάθονταν γύρω από το τραπέζι συσκέψεων πολύ κουρασμένοι καθώς ήταν η πολλοστή φορά που έκαναν ξανά την ίδια κουβέντα. Ο κ. Χρυσοχοΐδης είχε μιαν… απλή εντολή από τον πρωθυπουργό κ. Σημίτη: «Να τελειώνουμε με τη 17Ν». Οταν πρωτοπήγε στο κτίριο της οδού Κατεχάκη κάλεσε τον κ. Νασιάκο, που ήταν τότε επικεφαλής της ΔΑΕΒ (Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας), στο γραφείο του και κατόπιν φώναζε έναν έναν τους αναλυτές της υπηρεσίας και του παρουσίαζαν όλα τα στοιχεία από κάθε φάκελο υπόθεσης της 17Ν. Τα στοιχεία ήταν πάμπολλα, αλλά πάντοτε οδηγούσαν σε αδιέξοδο. Τώρα που η υπόθεση έχει σχεδόν κλείσει, ένας-δύο αξιωματικοί «τραβάνε τα μαλλιά τους» γιατί αγνόησαν μερικά στοιχεία, όπως π.χ. ένα δελτίο παρακολούθησης που κάποτε θα περάσει στην Ιστορία.





* Η κόντρα Νασιάκου – Αμερικανών


Ο κ. Χρυσοχοΐδης δεν είχε ακόμη τότε τις στενές σχέσεις που έχει σήμερα με τον κ. Νασιάκο. Η σχέση τους άλλαξε θεαματικά όταν ο τότε αμερικανός πρεσβευτής κ. Νίκολας Μπερνς τον επισκέφθηκε και ζήτησε με αρκετά πιεστικό τρόπο να «φύγει ο Νασιάκος από την Αντιτρομοκρατική». Τι είχε συμβεί; Η CIA σε συνεργασία με την ΕΥΠ είχαν στήσει μια «μαύρη» επιχείρηση με την επωνυμία «Δύτης» τον Νοέμβριο του 1998. Εβγαλαν από τη φυλακή έναν κρατούμενο για σοβαρότατα ποινικά αδικήματα και του έδωσαν όπλα που περιείχαν μικροπομπούς, από τους οποίους μπορούσαν να εντοπισθούν ανά πάσα στιγμή. Η εντολή ήταν να «τα σπρώξει» στα Εξάρχεια σε συνήθεις υπόπτους για συμμετοχή στη 17Ν. Πράγματι τα όπλα κατέληξαν στα χέρια συνήθων υπόπτων και οι Αμερικανοί θεώρησαν ότι είχαν στα χέρια τους το «μεγάλο ψάρι». Ο κ. Νασιάκος διεφώνησε πλήρως με την εκτίμησή τους και αρνήθηκε να συλλάβει τους εμπλεκόμενους «υπόπτους». «Αυτά είναι παραμύθια που θα μας εκθέσουν ανεπανόρθωτα, θα γίνουμε ρεζίλι» φώναζε. Οι Αμερικανοί ενοχλήθηκαν από τη στάση του και ο κ. Μπερνς ήταν σαφής: «Τέλος η εκπαίδευση στελεχών σας ώσπου να φύγει ο Νασιάκος από την Αντιτρομοκρατική».


Ο κ. Χρυσοχοΐδης που κληρονόμησε αυτή την κατάσταση αρκετούς μήνες αργότερα κάλυψε τον έλληνα αξιωματικό και, όπως υπογραμμίζουν συνεργάτες του, «από εκείνη την ώρα αποφάσισε ότι ο Νασιάκος είναι όχι μόνο πατριώτης αλλά και ο μόνος που έχει την καπατσοσύνη να βγάλει πέρα την υπόθεση». Ο υπουργός έκανε παράλληλα μια καθαρή εξήγηση στον κ. Μπερνς ότι «δεν θα σας κρύβουμε τίποτε, αλλά το ίδιο θα κάνετε και εσείς». Πράγματι οι Αμερικανοί άρχισαν από εκείνο το σημείο να ανοίγονται σιγά σιγά αποκαλύπτοντας στοιχεία που τα κρατούσαν ως υπεραπόρρητα έως τότε.


* Η σκιά του Γιωτόπουλου


Λίγους μήνες πριν από τη δολοφονία του Στίβεν Σόντερς ο κ. Χρυσοχοΐδης και η ομάδα του είχαν αρχίσει να επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στον «ψηλό, ψαρομάλλη» αρχηγό. Κατέβαζαν βιβλία, παλιά τεύχη περιοδικών και συζητούσαν επί ώρες το ίδιο πράγμα: «Από πού ήρθαν αυτοί οι τύποι; Γιατί εμφανίζεται ένοπλη πάλη μετά το ’74; Ποιον έχουν ως πρότυπο;». Τα Σαββατοκύριακα ο κ. Χρυσοχοΐδης προτού πάει στο χωριό του έξω από τη Βέροια σταματούσε πολλές φορές στη Θεσσαλονίκη και ξόδευε πολλές ώρες μιλώντας με βετεράνους και «γκουρού» της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς για την παράδοση του ένοπλου αγώνα σ’ αυτόν τον χώρο. Εκεί άκουγε πράγματα για οργανώσεις που δρούσαν στη Λατινική Αμερική τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, για την οργάνωση «Διεθνής Ταξιαρχία» που λειτούργησε για ένα μικρό διάστημα στη Γαλλία και για τη γεωγραφία της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς την περίοδο της αντίστασης κατά της χούντας.


Ο υπουργός και οι συνεργάτες του συμφωνούσαν ότι είχαν το «σκιαγράφημα» αλλά όχι το πρόσωπο που ζητούσαν.


* Οι Γάλλοι δίνουν το όνομα


Το όνομα «Αλέκος Γιωτόπουλος» υπήρχε σε non paper με λίστα υπόπτων που είχε δώσει η CIA στην Αθήνα στις αρχές του ’90. Η πληροφορία όμως – και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό – είχε δοθεί από τις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες στους Αμερικανούς. Οι αξιωματούχοι της γαλλικής μυστικής υπηρεσίας DST δεν εμπιστεύονταν την Ελλάδα, αλλά ποτέ κανείς έλληνας αξιωματούχος δεν είχε ζητήσει τη συνδρομή τους. Ο πρώτος που τους επισκέφθηκε άκουσε το περίφημο: «Μα, πού ήσασταν τα τελευταία 25 χρόνια;». Οι Γάλλοι είχαν ανακρίνει τον κ. Γιωτόπουλο τη δεκαετία του ’60 και είχαν κάποια στοιχεία γι’ αυτόν. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν ήταν σίγουροι αν το όνομά του ήταν Γιωτόπουλος ή Γιατρόπουλος, ενώ στην ίδια λίστα υπήρχαν δύο ακόμη ονόματα που δεν είχαν – όπως αποδείχθηκε – τίποτε να κάνουν με την υπόθεση της 17Ν. Ο ένας ήταν στενός του φίλος από το Παρίσι και ο άλλος ένας νεότερος κατά δέκα χρόνια ο οποίος ενεπλάκη από λάθος στην υπόθεση και παρακολουθείτο επί πολλά χρόνια από διαφορετικές υπηρεσίες.


Οι ελληνικές αρχές δεν μπορούσαν να βρουν τον Γιωτόπουλο παρά τις προσπάθειές τους. Οι αναλυτές γνώριζαν ότι ο αρχηγός συναντιόταν σε τακτά διαστήματα με τα εκτελεστικά στελέχη αλλά δεν είχε άλλη δράση που θα μπορούσε να οδηγήσει στον εντοπισμό του.


* Η δολοφονία Σόντερς


Το πρωί της 6ης Ιουνίου 2000 ένα μηχανάκι με δύο άτομα πλησίασε το λευκό «Ρόβερ» του Στίβεν Σόντερς. Οδηγούσε ο Σάββας Ξηρός, ο οποίος πυροβόλησε τον Σόντερς με το 45άρι περίστροφο, και πίσω του ήταν ο Δημήτρης Κουφοντίνας, ο οποίος κρατούσε το G3. Η δολοφονία του Στίβεν Σόντερς ταρακούνησε για τα καλά την ελληνική κυβέρνηση και κατέστησε την εξάρθρωση της «17 Νοέμβρη» βασική της προτεραιότητα. Ο κ. Χρυσοχοΐδης άρχισε να συναντιέται με τον κ. Νασιάκο, με τον κ. Διώτη και ενίοτε με τον αρχηγό της Αντιτρομοκρατικής κ. Στέλιο Σύρο από τις 8 το πρωί ως τις 3 τα ξημερώματα. Ο αρχηγός της ΕΥΠ κ. Παύλος Αποστολίδης είχε παράλληλα ενεργοποιήσει κάθε πιθανή ξένη συνεργασία και επισκέφθηκε ως και την Αβάνα για να βρει απαντήσεις. Ακόμη και οι Παλαιστίνιοι υπόσχονταν να βοηθήσουν, δεσμεύθηκαν μάλιστα ενώπιον των Αμερικανών, αλλά εκτός από πολύ «μπλα, μπλα» δεν έδωσαν ποτέ κανένα στοιχείο για πρόσωπα, σχέσεις με το PFLP (Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης) ή εκπαίδευση ανθρώπων.


* Η στροφή των Αμερικανών


Οι Αμερικανοί είχαν εν τω μεταξύ αρχίσει να δείχνουν σχετική εμπιστοσύνη μετά το αίσιον τέλος του επεισοδίου Νασιάκου – Μπερνς, αλλά το FBI επέμενε να επικεντρώνεται στους συνήθεις υπόπτους των Εξαρχείων. Ο κ. Τομ Μίλερ άρχισε να πείθεται ότι «μπορεί και να κάνουν λάθος», ενώ στον κ. Χρυσοχοΐδη δημιούργησε την πεποίθηση πως «ό,τι λέει ισχύει και ό,τι ξέρει το λέει».


Εξι μήνες μετά τη δολοφονία του Σόντερς, οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες είχαν καταλήξει στη δική τους θεωρία. «Είμαστε βέβαιοι ότι αρχηγός είναι ο κ. Γιωτόπουλος, ο οποίος σχεδίασε την πρώτη επιχείρηση της δολοφονίας του Ρίτσαρντ Γουέλς μαζί με τον ιδρυτή του ΕΛΑ Χρήστο Κασσίμη» τόνισε στον έλληνα συνομιλητή του, αξιωματούχος των βρετανικών υπηρεσιών. Η βρετανική θεωρία έπεσε στο τραπέζι συσκέψεων του έλληνα υπουργού και πολύ γρήγορα έκανε το «κλικ» που όλοι περίμεναν εδώ και χρόνια. Το πρόβλημα ήταν ότι κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν ο Γιωτόπουλος, ποιο όνομα χρησιμοποιούσε και πώς ακριβώς έμοιαζε. Ο περίφημος γαλλικός φάκελος δεν περιείχε δακτυλικό του αποτύπωμα ούτε και φωτογραφία.


Πριν από περίπου έναν χρόνο ο κ. Χρυσοχοΐδης και οι συνεργάτες του είχαν την πρώτη σημαντική πληροφορία που τους επέτρεψε για πρώτη φορά να εντοπίσουν ένα τμήμα της 17Ν. Κανείς δεν μιλάει για το αν κάποιος «έσπασε» και μίλησε. Είναι όμως απολύτως σαφές ότι τότε οι αρχές εντόπισαν την πρώτη επιχειρησιακή ομάδα της οργάνωσης. Πρόκειται για την ομάδα του Βασίλη Τζωρτζάτου, τα μέλη της οποίας άρχισαν να παρακολουθούνται από μια κλειστή ομάδα ανδρών της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας. Τα μέλη της ομάδας αυτής δεν επισκέπτονταν ποτέ γιάφκες και δεν έρχονταν σε συχνή επαφή με την ομάδα Ξηρού, για την οποία οι αρχές δεν είχαν ιδέα ως εκείνη την ώρα. Ο κ. Χρυσοχοΐδης προετοίμαζε τη σύλληψη κάποιων μελών της ομάδας Τζωρτζάτου, είχε πολλά στοιχεία σε βάρος τους, αλλά η ομάδα του είχε αναστολές – «μήπως βιαστούμε, μήπως να βρούμε πρώτα στοιχεία για όλους».


* Από τον Σάββα στον αρχηγό


Οταν ο Σάββας Ξηρός τραυματίστηκε το βράδυ της 29ης Ιουνίου στον Πειραιά, οι ελληνικές υπηρεσίες μπήκαν σε απίστευτους ρυθμούς και εκεί φάνηκε πόσο κοφτερό και γρήγορο ήταν το μυαλό του αρχηγού της Αντιτρομοκρατικής κ. Σύρου, ο οποίος «φτιάχνεται» όταν μιλάει με παλιούς κακοποιούς που συνέλαβε ο ίδιος και αντιπαθούσε ως πριν από δύο χρόνια σφόδρα την όποια ενασχόληση με τον τομέα της… τρομοκρατίας. Ο Σάββας Ξηρός μιλούσε στην αρχή αινιγματικά για τον «αρχηγό», αλλά ήταν πασίδηλο ότι εννοούσε τον Γιωτόπουλο. Ελληνικές, αμερικανικές και βρετανικές υπηρεσίες αναζητούσαν εναγωνίως μια φωτογραφία του. Κάποια στιγμή βρέθηκε, από μυστηριώδη πηγή, μία από τα νεανικά του χρόνια. Κανείς όμως δεν ήξερε πού ζούσε και με τι όνομα. Οι Αμερικανοί ως και μερικές ημέρες πριν από το τέλος δεν ήταν βέβαιοι ότι ο Γιωτόπουλος ήταν ο πραγματικός αρχηγός.


Την περασμένη Τρίτη ο νοσηλευόμενος Σ. Ξηρός έδωσε… μία παραπάνω πληροφορία: «Τον φωνάζουμε Λάμπρο, νομίζω ότι τον ξέρει ο κόσμος ως Μιχάλη και ξοδεύει πολύ χρόνο στους Λειψούς». Ο αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. τηλεφώνησε στον αστυφύλακα που υπηρετεί στο μικρό νησί και τον ρώτησε αν υπάρχει εκεί κάποιος που να ταιριάζει με την περιγραφή του «αρχηγού» και να χρησιμοποιεί το όνομα «Μιχάλης». «Μάλιστα, κύριε αρχηγέ» απάντησε σε λίγη ώρα ο αστυφύλακας, που πήρε την εντολή να επιτηρεί τον «Μιχάλη Οικονόμου» χωρίς να προκαλεί οιανδήποτε υποψία. Το επόμενο πρωί ο εν λόγω αστυφύλακας πήγε στο πρακτορείο των Ιπτάμενων Δελφινιών και με τη δικαιολογία ότι «ψάχνει να βρει αν φεύγει ένας Γερμανός με το μεσημεριανό» ζήτησε να δει την κατάσταση των επιβατών. Ο,τι δεν πέτυχαν οι καλύτερες μυστικές υπηρεσίες του κόσμου, το πετύχαινε σε μία ημέρα ένας αστυφύλακας που τηλεφώνησε στον κ. Νασιάκο, τον ειδοποίησε ότι «ο Μιχάλης πάει να το σκάσει» και ζήτησε οδηγίες.


* «Θα με πάτε στο Γκουαντανάμο»;


Το δελφίνι στο οποίο θα επιβιβαζόταν ο Γιωτόπουλος προερχόταν από τη Λέρο. Σε αυτό μπήκαν ένας υπαστυνόμος από τη Λέρο και τέσσερις άνδρες της ΕΛ.ΑΣ., ενώ ένα κόκκινο ελικόπτερο της Πυροσβεστικής μετέφερε την ίδια ώρα πέντε αξιωματικούς της Αντιτρομοκρατικής στους Λειψούς. Μόλις κατέβηκαν τη σκάλα του Δελφινιού οι πέντε αστυνομικοί αντίκρισαν τον Γιωτόπουλο, τον περικύκλωσαν και τον σήκωσαν κυριολεκτικά στα χέρια. «Δεν μιλάω σε νενέκους» τους είπε ο Γιωτόπουλος, ενώ όταν αντίκρισε τους αξιωματικούς που κατέβηκαν από το ελικόπτερο ρώτησε: «Θα με παραδώσετε στους Αμερικανούς, θα με πάτε στο Γκουαντανάμο, ε;».


Ο Γιωτόπουλος βρισκόταν λίγες ώρες αργότερα κλειδωμένος σε ένα γραφείο της Αντιτρομοκρατικής στον 12ο όροφο του κτιρίου της ΓΑΔΑ στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. «Και αυτό είχε τη σημασία του, να πάει εκεί, στα γραφεία της Αντιτρομοκρατικής και όχι σε ένα σπίτι που χρησιμοποιούσε η Αστυνομία» τόνιζε κυβερνητικός αξιωματούχος. Οι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. τράβηξαν μία φωτογραφία του και την έδειξαν στον Χριστόδουλο Ξηρό. «Τον ξέρεις αυτόν;» ρώτησαν. «Αυτός είναι ο αρχηγός» δήλωσε. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Χριστόδουλος αντίκριζε τον αρχηγό του στα μάτια και του έλεγε: «Γεια σου, Λάμπρο». «Ποιος είστε, κύριε, δεν σας γνωρίζω» απάντησε ο Γιωτόπουλος, για να εισπράξει την πιο πεζή απάντηση που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς για την τελευταία ατάκα μιας τόσο σημαντικής ελληνικής τραγωδίας: «Τι λες, ρε γαϊδούρι» φώναξε ο Χριστόδουλος καθώς η αυλαία έπεφτε σε μια παράσταση που φαίνεται ότι έκρυβε ανύπαρκτους ήρωες και λίγες εκπλήξεις.


Τέσσερις εκτελεστές ζητούν πρόσωπο


Η ιστορία της γένεσης της «17 Νοέμβρη» αρχίζει να ξεκαθαρίζει καθώς οι έρευνες προχωρούν. Υπάρχουν όμως ακόμη ερωτήματα για το αν θα αποκαλυφθεί η ταυτότητα όλων των ιδρυτικών μελών της, αν θα βρεθούν στοιχεία εις βάρος όλων και αν θα συλληφθούν. Ο κ. Αλέξανδρος Γιωτόπουλος εμφανίζεται στην Αθήνα την άνοιξη του 1975 με σκοπό να ιδρύσει μια νέα ομάδα ένοπλης πάλης. Συναντά τον Χρήστο Κασσίμη, τον οποίο γνωρίζει από τη Γαλλία και ενδεχομένως από ένα ταξίδι στην Κούβα, ο οποίος έχει εν τω μεταξύ ιδρύσει τον ΕΛΑ, που κάνει την πρώτη του ενέργεια στις 29 Απριλίου 1975, όταν έκαψε αμερικανικά αυτοκίνητα στην Ελευσίνα.


Ο Γιωτόπουλος και ο Κασσίμης αποφασίζουν να συνεργασθούν σε μια επιχείρηση απαγωγής αμερικανού αξιωματούχου και επιλέγουν ως πρώτο στόχο τον σταθμάρχη της CIA Ρίτσαρντ Γουέλς αφού απορρίπτουν έναν υφιστάμενό του λόγω «τεχνικών δυσκολιών». Κατά την προετοιμασία της επιχείρησης ανακαλύπτουν ότι δεν έχουν την επιχειρησιακή ικανότητα να φέρουν εις πέρας μια απαγωγή και προχωρούν στη δολοφονία του Γουέλς.


Σύμφωνα με τις αρχές, τα άτομα που συμμετείχαν στην ιδρυτική αυτή πράξη ήταν:


* Ο Γιωτόπουλος, ο οποίος πιστεύεται ότι τράβηξε τη σκανδάλη στο 45άρι που σκότωσε τον αμερικανό αξιωματούχο.


* Ενας συνεργάτης του Γιωτόπουλου ο οποίος συνεργαζόταν και με τον Κασσίμη κατά τη δικτατορία. Ο άνθρωπος αυτός έπαιζε ρόλο συντονιστή στην πρώτη φάση της «17 Νοέμβρη», στρατολόγησε στελέχη δεύτερης γενιάς από τον ΕΛΑ τη δεκαετία του 1980 και έδινε μεγάλη σημασία στις λεπτομέρειες οργάνωσης μιας επιχείρησης. Υπάρχουν διιστάμενες απόψεις για το αν συνέχισε να είναι ενεργός ως πρόσφατα βοηθώντας τον Γιωτόπουλο.


* Μια γυναίκα που εκείνη την περίοδο φέρεται ως ερωμένη του Γιωτόπουλου. Κανένας δεν μιλάει για το πού βρίσκεται σήμερα, ενώ έντονες φήμες την εμφανίζουν να είναι ο άνθρωπος που ξεκλείδωσε το 27χρονο μυστήριο. Ο ρόλος της ήταν πάντως περιφερειακός.


* Ενας νεαρός που οι αρχές δεν θέλουν να μιλάνε γι’ αυτόν. Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες, ήταν ο ίδιος ο Χρήστος Κασσίμης ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι ήταν ο Χρήστος Τσουτσουβής.


* Ενας άλλος νεαρός τότε, ο οποίος είχε συγγενική σχέση με έναν από τους παραπάνω και ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δολοφονία του Γουέλς. Αργότερα σταμάτησε κάθε δραστηριότητα όταν έπεσε θύμα τροχαίου με σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία του. Είναι ο άνθρωπος που έγινε γνωστός ως «Νικήτας».


Οπως και αν έχουν τα πράγματα, οι διωκτικές αρχές μοιάζουν να έχουν μια καθαρή, λεπτομερή εικόνα τού τι συνέβη στις 23 Δεκεμβρίου 1975. Οι λεπτομέρειες που γνωρίζουν, για το αν π.χ. το αρχικό σχέδιο επικεντρωνόταν στο ενδεχόμενο μιας απαγωγής, δείχνουν ότι κάποιος από τους «παλιούς» έχει περιγράψει τη γένεση της οργάνωσης. Οι άνθρωποι που γνωρίζουν τι συνέβη τότε είναι ελάχιστοι: οι πέντε που ήταν στην οδό Φρειδερίκης εκείνο το βράδυ, οι συνεργάτες του Κασσίμη στον ΕΛΑ και άνθρωποι του άμεσου περιβάλλοντός τους.


Οι Αμερικανοί θεωρούν ζήτημα τιμής τη σύλληψη των ιδρυτών γιατί σκότωσαν «έναν δικό τους». «Αν έχετε διαβάσει λίγα βιβλία, θα ξέρετε ότι οι Αμερικανοί κυνηγούν ως τον τάφο κάποιον που σκότωσε στέλεχος των υπηρεσιών τους» υπογράμμιζε χαρακτηριστικά έλληνας διπλωμάτης που έχει συνεχή επαφή με την αμερικανική πρεσβεία. Το ερώτημα είναι αν οι αρχές θα βρουν στοιχεία που να μπορούν να στηρίξουν κατηγορίες εναντίον τους.


Μια ξεχωριστή υπόθεση είναι το ποιος έδωσε την πρώτη προκήρυξη στην εφημερίδα «Libération». Οι ελληνικές αρχές δεν θεωρούν ότι έχουν την απάντηση, ενώ οι Αμερικανοί έχουν κάνει μεγάλη έρευνα χωρίς να αποκαλύψουν τα ευρήματά τους.