Ιδιαίτερη ανησυχία έχει προκαλέσει στους κατοίκους της περιοχής της Νότιας Πυλίας στη Μεσσηνία η ανίχνευση αυξημένων συγκεντρώσεων βαρέων μετάλλων (μολύβδου, υδραργύρου και καδμίου) σε ψάρια που αλιεύθηκαν από τη θαλάσσια περιοχή γύρω από το νησί Σχίζα. Μάλιστα μόλις πριν από λίγες ημέρες τα πρώτα αποτελέσματα των αναλύσεων της Νομαρχίας Μεσσηνίας σε δείγματα θαλασσινού νερού από τη θαλάσσια περιοχή των Οινουσών δείχνουν συγκεντρώσεις μολύβδου οκτώ φορές πάνω από τα επιτρεπτά όρια!


Στο μεταξύ αναμένονται αποτελέσματα από αναλύσεις σε δείγματα ψαριών και νερού που εστάλησαν από τις αρμόδιες αρχές της νομαρχίας στη Χημική Υπηρεσία Πατρών, στο Πανεπιστήμιο Πατρών και στο Εργαστήριο Καταλοίπων του υπουργείου Γεωργίας. Αξίζει να επισημανθεί ότι η περιοχή της Σχίζας στη Μεσσηνία αποτελεί εδώ και πολλά χρόνια πεδίο βολής και, όπως καταγγέλλουν κάτοικοι, ο βυθός είναι γεμάτος βλήματα από τα οποία, σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών, ενδεχομένως προέρχεται η επιβάρυνση της θάλασσας και των ψαριών, εφόσον αυτή αποδειχθεί από την παρακολούθηση της περιοχής. Ούτε η κινδυνολογία αρμόζει στην περίπτωση ούτε ο εφησυχασμός…


* Αλλοιώσεις στα εντόσθια


Τον περασμένο χειμώνα, μέλη της Κίνησης Πολιτών Μεσσηνίας ΚΙΝΩ παρατήρησαν αλλοιώσεις σε εντόσθια ψαριών που αλιεύθηκαν στη θαλάσσια περιοχή της Σχίζας από ντόπιους ψαράδες και ψαροντουφεκάδες. Ετσι, ήλθαν σε επικοινωνία με τον Οργανισμό Πιστοποίησης Βιολογικών Προϊόντων ΔΗΩ και ζήτησαν την υποστήριξη στο θέμα των αναλύσεων. Εστάλη δείγμα ψαριού (στήρα) στο διαπιστευμένο ιταλικό εργαστήριο στο Πράτο της Τοσκάνης, με το οποίο συνεργάζεται η ΔΗΩ. Τα αποτελέσματα έδειξαν αυξημένες συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων (μόλυβδος 0,093 mg/kg, κάδμιο 0,302 mg/kg, υδράργυρος 0,853 mg/kg). Για να αποκλείσουν όμως την πιθανότητα τυχαίου περιστατικού, η Κίνηση Πολιτών παίρνει και δεύτερο δείγμα ύστερα από δέκα μήνες (Νοέμβριος 2001) και σε συνεργασία με τη ΔΗΩ αποστέλλεται ξανά στην Ιταλία. Τα αποτελέσματα των δεύτερων αναλύσεων σήμαναν «συναγερμό» (μόλυβδος 0,104 mg/kg, κάδμιο 0,383 mg/kg και υδράργυρος 1,77 mg/kg ). «Οι συγκεντρώσεις ήταν άνω των επιτρεπτών ορίων της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι οι αυξημένες τιμές καδμίου. Στην περιοχή δεν υπάρχει μεγάλη βιομηχανία ούτε ποταμός που θα μπορούσε να “κατεβάζει” στη θάλασσα τα επικίνδυνα μέταλλα» παρατηρεί ο κ. Ηλίας Κάνταρος, διευθυντής ελέγχων της ΔΗΩ.


* Μολυσμένα δείγματα


Για περαιτέρω διερεύνηση, εφέτος τον Φεβρουάριο η Κίνηση Πολιτών Μεσσηνίας έστειλε δείγματα ψαριών και στο Γενικό Χημείο του Κράτους. Μάλιστα σε ένα από τα δείγματα ψαριού οι συγκεντρώσεις μολύβδου ξεπερνούσαν 34 φορές το ανώτατο επιτρεπτό όριο. Σύμφωνα με τη γνωμάτευση του ΓΧτΚ, το εν λόγω δείγμα (κέφαλος από την περιοχή Κούλουρας) περιέχει μόλυβδο 13,6 mg/kg ενώ το ανώτατο προβλεπόμενο επιτρεπτό όριο είναι 0,4 mg/kg. Μάλιστα, όπως αναφέρεται, «εκτιμάται ότι το εν λόγω δείγμα δεν πρέπει να διατεθεί στην κατανάλωση». Ακατάλληλη για κατανάλωση ήταν και η σκαρολάπενα από την περιοχή Κούλουρας διότι, όπως σημειώνεται στα αποτελέσματα της χημικής εξέτασης, περιείχε κάδμιο σε ποσοστό 0,07 mg/kg και μόλυβδο σε ποσοστό 1,1 mg/kg, ενώ τα προβλεπόμενα επιτρεπτά όρια είναι 0,05 mg/kg και 0,2 mg/kg αντίστοιχα. Οι συγκεντρώσεις των βαρέων μετάλλων στο τρίτο δείγμα – στήρα που αλιεύθηκε από την περιοχή Τρία Χαντάκια – ήταν σύμφωνες με τα ευρωπαϊκά όρια, κατά τις αναλύσεις του ΓΧτΚ.


Τώρα τη σκυτάλη των δειγματοληψιών έχει πάρει η Νομαρχία Μεσσηνίας. Πριν από περίπου έναν μήνα, υπάλληλοι της Κτηνιατρικής Διεύθυνσης Μεσσηνίας πήραν από αλιείς του Φοινικούντα ψάρια τα οποία εστάλησαν στο Εργαστήριο Καταλοίπων του υπουργείου Γεωργίας. «Ακόμα δεν έχουν έρθει εγγράφως τα επίσημα αποτελέσματα, αλλά σύμφωνα με προφορικές διαβεβαιώσεις από το εργαστήριο τα δείγματα ήταν κανονικά. Πάντως οι δειγματοληψίες θα συνεχιστούν» λέει ο διευθυντής της Κτηνιατρικής Διεύθυνσης Μεσσηνίας κ. Αναστάσιος Τσώνης.


Εν τούτοις δύο από τα πέντε δείγματα θαλάσσιου νερού από την περιοχή της Σχίζας που πήραν πρόσφατα για αναλύσεις υπάλληλοι της Διεύθυνσης Υγιεινής της Νομαρχίας Μεσσηνίας βρέθηκαν επιβαρημένα σε μόλυβδο πάνω από τα όρια (4 mg/kg και 2 mg/kg αντίστοιχα, ενώ το ανώτατο επιτρεπτό όριο για τον μόλυβδο είναι 0,5 mg/kg), όπως επισημαίνει μιλώντας στο «Βήμα» ο νομίατρος κ. Γιώργος Τζαννετάκης. «Αναμένουμε και άλλες μετρήσεις, ενώ θα συνεχίσουμε την έρευνα όλο το καλοκαίρι στην ευρύτερη περιοχή» λέει ο νομίατρος.


* Μετρήσεις σε οστρακοειδή


«Το Βήμα» επικοινώνησε με τον χημικό κ. Νίκο Κατσαρό, διευθυντή ερευνών στον «Δημόκριτο», ο οποίος μας είπε ότι πρέπει να γίνουν και μετρήσεις σε οστρακοειδή αλλά και στο θαλάσσιο περιβάλλον. Σημειώνει ότι, εφόσον αποκλεισθεί η περίπτωση να έχει μολυνθεί η περιοχή από ρίψη αποβλήτων, τότε η πιθανότερη εκδοχή είναι η επιβάρυνση να προέρχεται από το γεγονός ότι η περιοχή της Σχίζας χρησιμοποιείται ως πεδίο βολής για μεγάλο χρονικό διάστημα. «Τα βλήματα που χρησιμοποιούνται περιέχουν μεταλλικά στοιχεία υπό μορφή κραμάτων, όπως ο μόλυβδος, το κάδμιο και ο υδράργυρος, και στον βυθό έχουν καταλήξει εκατοντάδες ή ενδεχομένως και χιλιάδες βλήματα που σιγά σιγά διαβρώνονται από τη θάλασσα, ελευθερώνουν τα μέταλλα αυτά στο θαλάσσιο περιβάλλον και μπαίνουν στη θαλάσσια τροφική αλυσίδα» εξηγεί ο κ. Κατσαρός.


Πάντως η γενική γραμματέας της Κίνησης Πολιτών Μεσσηνίας ΚΙΝΩ κυρία Γεωργία Καζαντζίδου, εκφράζοντας και την ανησυχία του κόσμου, επισημαίνει ότι πρέπει να πάψει να είναι πεδίο βολής η περιοχή της Σχίζας, που «λειτουργεί εδώ και 25 χρόνια, και να διερευνήσουν την κατάσταση με τη μόλυνση οι κρατικοί φορείς».


ΕΡΕΥΝΑ Τι φτάνει στο τραπέζι μας μέσω των τροφίμων


Το κάδμιο και ο μόλυβδος συγκαταλέγονται μεταξύ των σημαντικότερων τοξικών βαρέων μετάλλων. Καθώς η διατροφή αποτελεί τη σπουδαιότερη οδό έκθεσης του ανθρώπου σε αυτά, στο Εργαστήριο Χημείας Περιβάλλοντος και Χημικής Ωκεανογραφίας του Τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών πραγματοποιήθηκε προσφάτως ευρεία έρευνα σχετικά με τα επίπεδα των βαρέων μετάλλων καδμίου και μολύβδου στα τρόφιμα, από την επιστημονική ομάδα του αναπληρωτή καθηγητή κ. Μιχάλη Σκούλλου (κ. Σ. Καραβόλτσος, κυρία Αικατερίνη Σακελλάρη). Η συλλογή των δειγμάτων έγινε από πολυκαταστήματα, υπαίθριες αγορές, κρεοπωλεία, συνοικιακά παντοπωλεία, από την κεντρική αγορά των Αθηνών, καθώς και απευθείας από παραγωγούς, κατά τον συνήθη τρόπο που ακολουθείται από τις περισσότερες ελληνικές οικογένειες, τόσο στην Αθήνα όσο και στα περισσότερα αστικά κέντρα. Η έρευνα ολοκληρώθηκε πριν από λίγες ημέρες και από τα αποτελέσματα των αναλύσεων περισσοτέρων των 100 διαφορετικών δειγμάτων τροφίμων συνάγεται ότι:


* Στη συντριπτική πλειονότητα των δειγμάτων που αναλύθηκαν, οι τιμές καδμίου και μολύβδου που προσδιορίστηκαν ήταν χαμηλότερες σε σχέση με τα επιβαλλόμενα από τη νομοθεσία όρια, όπως αυτά καθορίζονται από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 466/2001 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για κάθε κατηγορία τροφίμων.


* Οι προσδιορισθείσες μέσες συγκεντρώσεις για το κάδμιο και τον μόλυβδο κυμαίνονται από <0,1 ng/g έως 642,6 ng/g και από <0,1 ng/g έως 286,5 ng/g αντίστοιχα.


* Οσον αφορά το κάδμιο, οι υψηλότερες τιμές κατά κατηγορία παρατηρούνται σε μαλάκια και καρκινοειδή (μέση τιμή ίση με 117,4 ng/g, σημαντικά μικρότερη σε σχέση με εκείνη που προβλέπεται στην απόφαση του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου αριθμ. 77/1999, ΦΕΚ Αρ. Φύλλου 2108, τ. ΙΙ της 3ης Δεκεμβρίου 1999), ενώ οι υπόλοιπες κατηγορίες εμφανίζουν σαφώς μικρότερα επίπεδα καδμίου.


* Οσον αφορά την περίπτωση του μολύβδου, οι υψηλότερες μέσες συγκεντρώσεις παρατηρούνται στις κατηγορίες των μαλακίων και καρκινοειδών και των φυλλωδών λαχανικών, στα οποία οι υψηλότερες συγκριτικά τιμές εντοπίζονται σε μαϊντανό, σπανάκι και μαρούλι, πάντοτε εντός των νομοθετικών ορίων. Σε μεμονωμένα δείγματα από φρέσκα κρεμμύδια, καρότα και πράσινες πιπεριές, οι προσδιορισθείσες τιμές μολύβδου εντοπίστηκαν πλησίον της μεγίστης τιμής ανοχής (0,1 mg/kg), ενώ υπερβάσεις αυτής παρατηρήθηκαν σε μεμονωμένα δείγματα από κολοκύθια, μελιτζάνες, φρέσκα φασολάκια, αγκινάρες και ντομάτες.


* Οι χαμηλότερες μέσες τιμές καδμίου παρατηρούνται στις κατηγορίες των γαλακτοκομικών, των φρούτων και του κρέατος, ενώ οι αντίστοιχες τιμές μολύβδου στις κατηγορίες των γαλακτοκομικών και των φρούτων.


* Από υπολογισμούς που έχουν στόχο τον προσδιορισμό των ποσοτήτων των δύο μετάλλων που προσλαμβάνονται από τον άνθρωπο μέσω της διατροφής εξάγεται ότι οι ποσότητες αυτές είναι συγκρίσιμες με αντίστοιχες των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών, ενώ είναι αξιοσημείωτα χαμηλότερες με τα όρια που προβλέπονται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.