Αν κάποιος χώρος μπορούσε να συμβολίσει τη μνήμη του κόσμου, αυτός θα ήταν σίγουρα η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου στην Ουάσιγκτον. Οκτακόσια πενήντα χιλιόμετρα χώρων ταξινόμησης, τριάντα εκατομμύρια βιβλία (ανάμεσα στα οποία μία από τις τρεις υπάρχουσες στον κόσμο Βίβλους του Γουτεμβέργιου, του 1455), ογδόντα εκατομμύρια άρθρα.


Κάθε μέρα εφτά χιλιάδες τίτλοι εγγράφονται στους καταλόγους της Βιβλιοθήκης ενώ ένα εκατομμύριο αναγνώστες και επισκέπτες καταφεύγουν κάθε χρόνο στα αναγνωστήριά της.


Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για τα μπεστ σέλερ, για τα βιβλία – προϊόντα, για τον αναγνώστη – αναγνώστη ή για τον αναγνώστη – καταναλωτή, δηλαδή για θέματα που «πουλάνε», ενώ για θέματα ουσίας, για θέματα που θα αλλάξουν πραγματικά το τοπίο της ανάγνωσης και του βιβλίου, ο λόγος αφήνεται στους τεχνοκράτες ή σε κάποιες επιτροπές. Ισως δεν έχουμε αναλογιστεί ότι από όλους τους ευρωπαίους πολίτες ο Ελληνας βρίσκεται στη χειρότερη θέση σε σχέση με τις ευκαιρίες που του παρέχονται για την ανάγνωση. Οι ευκαιρίες του περνούν, σχεδόν αποκλειστικά, από το πορτοφόλι του: δηλαδή, να αγοράσει το βιβλίο. Οι δανειστικές βιβλιοθήκες λείπουν, κι όταν υπάρχουν, ιδιαίτερα σε ορισμένες επαρχιακές πόλεις με πολιτιστική – αστική παράδοση, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις μιας σύγχρονης βιβλιοθήκης ή απέχουν πολύ από τα διεθνή πρότυπα. Το θέμα έρχεται με δραματικό τρόπο στην επικαιρότητα καθώς αυτόν τον καιρό συζητείται η δημιουργία σχολικών βιβλιοθηκών, σε συνδυασμό με την κατάργηση του ενός και μοναδικού εκπαιδευτικού βιβλίου και την αντικατάστασή του από το «πολλαπλό» (δύο ή τρία βιβλία για την ίδια πειθαρχία).


Είναι γνωστό τοις πάσι, αλλά ανομολόγητο γιατί «εξυπηρετεί» πολλούς, ότι το μοναδικό εκπαιδευτικό βιβλίο, που κατά παράδοση καίγεται και ξεσχίζεται στο τέλος της σχολικής χρονιάς, έχει συντελέσει στην υποβάθμιση της ποιότητας και της αξιοπιστίας της ελληνικής εκπαιδευτικής βιβλιογραφίας και είναι ένα παράδοξο μονοπώλιο όπου οι επιστημονικοί αλλά και οι οικονομικοί όροι δεν είναι πάντοτε εμφανείς και διαφανείς. Το φαινόμενο της υπερτιμολόγησης των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων που ήλθε αυτή την εβδομάδα στην επιφάνεια είναι μια από τις παρενέργειες του συστήματος του ενός βιβλίου. Το «πολλαπλό» βιβλίο και η ουσιαστική λειτουργία της βιβλιογραφίας δεν μπορούν να γίνουν χωρίς (και έξω από) σχολική βιβλιοθήκη. Η σχολική βιβλιοθήκη αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, τον πυρήνα του όλου θέματος των βιβλιοθηκών, όχι μόνο γιατί μπορεί να αναδειχθεί σε κέντρο της σχολικής ζωής ­ stimulus της παιδαγωγικής και εκπαιδευτικής εργασίας μαθητών και δασκάλων ­ αλλά και στον χώρο της διαμόρφωσης νέων αναγνωστών. Και άλλοτε έχει συζητηθεί η δημιουργία βιβλιοθηκών στα σχολεία. Τώρα τα πράγματα είναι όμως συγκεκριμένα, καθώς το υπουργείο Παιδείας διαθέτει για τον σκοπό αυτόν κονδύλι της τάξεως των 21 δισ. δρχ.


Η σχολική βιβλιοθήκη – χώρος διαμόρφωσης αναγνωστών και εξοικείωσης με το βιβλίο και με τη βιβλιογραφία, σε συνδυασμό με την κατάργηση του εγχειριδίου, αναμένεται να έχει, μέσα στη διαχρονία, καταλυτικά αποτελέσματα. Σήμερα η ύπαρξη του θεσμού του ενός εγχειριδίου και η όλη μεθοδολογία του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος έχουν απομακρύνει τον μαθητικό πληθυσμό από το βιβλιοπωλείο και έχουν πλήξει τη βιβλιοφιλία.


Πώς πρέπει να είναι μια σχολική βιβλιοθήκη; Η διημερίδα που οργάνωσε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εκδοτών Βιβλιοχαρτοπωλών, σε συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, έδειξε μερικές χρήσιμες κατευθύνσεις. Πριν απ’ όλα η βιβλιοθήκη πρέπει να έχει την αυτόνομη παρουσία της μέσα στον σχολικό χώρο και να μην είναι μια αίθουσα βοηθητική, όπου θα υπάρχουν και μερικά ράφια με βιβλία, μια αίθουσα πολλαπλών εκδηλώσεων όπου θα οργανώνονται οι ετήσιες εορτές και πανηγύρεις. Ακόμη η στελέχωσή της πρέπει να γίνει με εξειδικευμένο προσωπικό (βιβλιοθηκονόμους και βιβλιοθηκαρίους) και να μην αφεθεί στον «πατριωτισμό» των δασκάλων και των καθηγητών. Βιβλιοθήκη δεν σημαίνει μόνο κατάταξη, ταξινόμηση, εύρεση κλπ. αλλά και ενημέρωση, εμπλουτισμό, προσαρμογή στα νέα βιβλιογραφικά δεδομένα, εξατομίκευση, ανάλογα με το σχολείο, και αυτό μόνο ένας ειδικός μπορεί να το αναλάβει. Αλλωστε η πρακτική και εμπειρία έχουν δείξει ότι στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στον δημόσιο τομέα, πολλά πράγματα «ξεκινούν» με τις καλύτερες των προοπτικών και κατόπιν λιμνάζουν από έλλειψη οργάνωσης και επαρκούς στελέχωσης.


Στη διημερίδα παρουσιάστηκαν μερικά πολύ επιτυχημένα ευρωπαϊκά παραδείγματα λειτουργίας σχολικών βιβλιοθηκών, όπως το παράδειγμα της Δανίας. Σε αυτή τη μικρή χώρα των πέντε εκατομμυρίων κατοίκων και του μισού εκατομμυρίου μαθητικού πληθυσμού που φοιτά στο «Δανέζικο Δημόσιο Σχολείο» (ενιαίο δημοτικό και γυμνάσιο) υπάρχουν 1.700 σχολικές βιβλιοθήκες, δηλαδή όσες και τα σχολεία. Το 75% των μαθητών προσέρχονται στη βιβλιοθήκη τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Οι σχολικές βιβλιοθήκες διαθέτουν συνολικά 32 εκατομμύρια βιβλία και άλλα υλικά και δανείζουν κάθε χρόνο στους μαθητές τους 33 εκατομμύρια βιβλία. Η ευθύνη της λειτουργίας τους έχει ανατεθεί σε «σχολικούς βιβλιοθηκαρίους», οι οποίοι είναι εξειδικευμένοι δάσκαλοι με μετεκπαίδευση στη βιβλιοθηκονομία.


Βρέθηκα πρόσφατα στη γαλλική πόλη Λιμόζ που, εκτός από την υψηλή ποιότητα των φαγιάνς της, έχει και υψηλής ποιότητας κατοίκους – αναγνώστες. Σε αυτή την πόλη των 136.000 κατοίκων ­ ένα πληθυσμιακό μέγεθος που πλησιάζουν ή υπερβαίνουν μερικές ελληνικές πόλεις, όπως η Πάτρα, η Λάρισα και το Ηράκλειο Κρήτης ­ λειτουργεί υποδειγματικά μια δημοτική, δανειστική βιβλιοθήκη, που θα μπορούσε να αποτελέσει το πρότυπο λειτουργίας, οργάνωσης ή εκσυγχρονισμού των βιβλιοθηκών των δικών μας πόλεων. Μια κεντρική βιβλιοθήκη και τέσσερις βιβλιοθήκες – παραρτήματα (οι δύο στις λεγόμενες προβληματικές και υποβαθμισμένες συνοικίες) «στεγάζουν» 500.000 τόμους βιβλίων, 25.000 ηχητικά ντοκουμέντα και 8.500 βιντεοκασέτες όλων των ειδών. Στους καταλόγους της βιβλιοθήκης είναι εγγεγραμμένοι 35.000 αναγνώστες και ο ετήσιος μέσος όρος δανεισμού είναι επτά βιβλία ανά κάτοικο όταν ο εθνικός μέσος όρος στη Γαλλία είναι 4,5 βιβλία ανά κάτοικο. Τρεις κινούμενες βιβλιοθήκες (bibliobus) μεταφέρουν χιλιάδες βιβλία και κασέτες στην ευρύτερη περιοχή και φυσικά λειτουργούν ως δανειστικές. Σε αυτή την απολύτως βιβλιοφιλική πόλη η υπόθεση της βιβλιοθήκης ανήκει στην αποκλειστική ευθύνη της δημοτικής αρχής. Το δημοτικό συμβούλιο της Λιμόζ παρουσιάζει ίσως την παγκόσμια πρωτοτυπία να διαθέτει σύμβουλο (αντιδήμαρχο, θα λέγαμε εμείς) με ευθύνη του τη «δημόσια ανάγνωση». Μια τέτοια θέση θα ήταν αδιανόητη σε ένα ελληνικό δημοτικό συμβούλιο, όχι μόνο γιατί δεν υπάρχει το αντικείμενο αλλά και γιατί δεν εξασφαλίζει ψήφους. Η αντιδήμαρχος για τη δημόσια ανάγνωση της Λιμόζ, η Μονίκ Μπουλεστέν, μας παρουσίασε ένα μείζον δημοτικό σχέδιο που βρίσκεται σε εξέλιξη: τη βιβλιοθήκη πολυμέσων, 15.000 τετραγωνικών μέτρων, που θα κυριαρχεί στο επανασχεδιασμένο, από τον πολεοδόμο Μασιμιλιάνο Φούκσας, κέντρο της πόλης. Το έργο χρηματοδοτείται κατά το ήμισυ από δημοτικούς πόρους και το υπόλοιπο από κρατικούς και περιφερειακούς πόρους. Θα είναι έτοιμο την άνοιξη του 1998.


Στη Λιμόζ οργανώνεται επίσης μια υποδειγματική έκθεση βιβλίου, που κι αυτή θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοντέλο για τις αναλόγου πληθυσμιακού μεγέθους ελληνικές πόλεις. Μια μεγάλη τέντα στην κεντρική πλατεία της Λιμόζ (Place de la Republique) στεγάζει βιβλία και ευφάνταστες εκδηλώσεις. Αλλά η έκθεση δεν περιορίζεται εκεί. Απλώνεται στα σχολεία (φέτος συγγραφείς επισκέφθηκαν στη διάρκεια της έκθεσης 65 σχολικές τάξεις και σχολικές βιβλιοθήκες) και στα λεγόμενα «εργαστήρια έκφρασης» (γραφής, βίντεο, πλαστικών τεχνών κλπ.) που λειτουργούν αποκεντρωμένα σε διάφορα σημεία της πόλης. Βέβαια, θα μου πείτε, μοντέλα υπάρχουν πολλά και η φαντασία δεν λείπει από τους Ελληνες. Λείπουν όμως η οργάνωση, η συλλογικότητα και η πίστη στο λεγόμενο δημόσιο συμφέρον, που υπερβαίνει τετραετείς θητείες και μικροπολιτικές ή «τοπικές» φιλοδοξίες.