Ε
ν τω μεταξύ οι κινητοποιήσεις των γιατρών εντείνονται, αφού τα προβλήματα παραμένουν. Οπως ανέφερε σε συνέντευξη Τύπου ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου (ΠΙΣ) κ. Εμμ. Καλοκαιρινός, ήδη βρισκόμαστε στο τέλος Σεπτεμβρίου και ουδεμία εκκαθάριση έχει γίνει ώστε να πληρωθούν οι ειδικευμένοι γιατροί (διευθυντές, επιμελητές Α’ και Β’) με το νέο μισθολόγιο από 1.1.98, όπως ορίζει ο νόμος. Παράλληλα, επικρατεί χάος ως προς τον τρόπο πληρωμής και κάλυψης των γενικών αλλά και των μικρών εφημεριών με επαρκές προσωπικό ειδικευμένων και ειδικευόμενων γιατρών.


Ειδικά για τα Κέντρα Υγείας, επισημάνθηκε ότι η κατάσταση που δημιουργεί η απόφαση των συναρμόδιων υπουργείων είναι κυριολεκτικά τραγελαφική, αφού ακόμη και εκείνα που είναι επανδρωμένα επαρκώς θα αναγκαστούν να λειτουργούν κάποιες ημέρες… χωρίς γιατρούς, εξαιτίας της αδυναμίας να αμειφθούν οι τελευταίοι.


Ο ΠΙΣ συμπαρίσταται στην απεργία των νοσοκομειακών γιατρών, αλλά παράλληλα κάνει μια πρόταση στον υπουργό Υγείας: Για το 1998 οι εφημερίες να γίνουν με βάση τα προγράμματα που ενέκριναν οι διοικήσεις των νοσοκομείων και να αρχίσει ουσιαστικός διάλογος για το 1999.


Καταγγέλθηκε επίσης ως απαράδεκτος ο τρόπος με τον οποίο τα συναρμόδια υπουργεία επιχείρησαν να περικόψουν και να συμπτύξουν τις εφημερίες στα νοσοκομεία και στα Κέντρα Υγείας. Πρόκειται για απόφαση που η τυχόν εφαρμογή της θα έχει αποτέλεσμα να βρεθούν τόσο τα νοσοκομεία όσο και τα Κέντρα Υγείας σε πλήρη αδυναμία να ικανοποιήσουν τις ανάγκες για αντιμετώπιση των έκτακτων περιστατικών αλλά και τη συνεχή παρακολούθηση των ειδικευομένων.


Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ετέθη και το θέμα της αμοιβής των ιδιωτικών γιατρών. Οι ιατρικές αμοιβές και πράξεις είναι καθηλωμένες, σύμφωνα με τον ΠΙΣ, σε απαράδεκτα χαμηλά επίπεδα από το 1991. Παρά τη σχετική εισήγηση του ΚΕΣΥ (Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας) κατά το παρελθόν αλλά και τη δέσμευση του προηγούμενου υπουργού κ. Δ. Κρεμαστινού, δεν έχει γίνει απολύτως τίποτε. Ο αντιπρόεδρος του ΠΙΣ κ. Αν. Παντελέων άφησε μάλιστα να εννοηθεί ότι εδόθησαν, επί υπουργίας Δ. Κρεμαστινού, αυξήσεις μόνο σε περιπτώσεις μεγάλων συμφερόντων. Δηλαδή δόθηκαν υπέρογκες τιμές σε εξετάσεις που κάνουν μεγάλα διαγνωστικά κέντρα, σε αντίθεση με τις απλές εργαστηριακές και άλλες εξετάσεις που αποτελούν τον κύριο όγκο των διαγνωστικών εξετάσεων.