• Αναζήτηση
  • Η μεγάλη κυρία της παραδοσιακής μουσικής καλωσορίζει την άνοιξη και την Ανάσταση με ένα νέο δίσκο, υμνώντας το θαύμα της φύσης και της Ορθοδοξίας

    Δόμνα Σαμίου

    συνέντευξη Δόμνα Σαμίου «Αφήστε τα ψυχοφάρμακα και τραγουδήστε!» Η μεγάλη κυρία της παραδοσιακής μουσικής καλωσορίζει την άνοιξη και την Ανάσταση με ένα νέο δίσκο, υμνώντας το θαύμα της φύσης και της Ορθοδοξίας Είναι 70 χρόνων αλλά η ενέργειά της, η κινητικότητά της, «τα κουράγια της» ­ που λέει και η ίδια ­ την κάνουν να αισθάνεται νέα. «Αντέχω να πάω και παρακάτω»

    «Αφήστε τα ψυχοφάρμακα και τραγουδήστε!»




    Είναι 70 χρόνων αλλά η ενέργειά της, η κινητικότητά της, «τα κουράγια της» ­ που λέει και η ίδια ­ την κάνουν να αισθάνεται νέα. «Αντέχω να πάω και παρακάτω» λέει η Δόμνα Σαμίου, «μια γερή γυναίκα που τραγουδάει δημοτικά» όπως εύστοχα τη σύστησε, στο φοιτητικό του κοινό το ’71 στο «Ροντέο», ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο άνθρωπος που την «έσπρωξε» πρώτη φορά μπροστά στη σκηνή, μπροστά στον κόσμο.


    Η ζωή της Δόμνας Σαμίου μετράει χιλιόμετρα, ταξίδια, μουσικές, έρευνες, σπουδή. Γνώρισε τον Σίμωνα Καρά, τον δάσκαλό της στην παραδοσιακή μουσική, όταν ήταν σχεδόν 14 χρόνων. Αγάπησε τα δημοτικά τραγούδια. Σήμερα, λέει, πως αν είχε γεννηθεί στο Κολωνάκι ίσως σπίτι της άκουγαν άλλα τραγούδια, δυτικά. Εκείνη όμως μεγάλωσε στην Καισαριανή και τα δημοτικά τραγούδια «γέμιζαν» από παντού τα αφτιά της. «Θεωρώ τον Σίμωνα Καρά σταθμό της ζωής μου, όπως και τον Διονύση». Μεγάλωσε, έγινε μουσικός παραγωγός στο ΕΙΡ. Από το ’54 ως το ’71 έπαιζε δίσκους, ηχογραφούσε μουσικούς. Τα καλοκαίρια, στην άδειά της, έπαιρνε ένα μαγνητόφωνο και έτρεχε στην επαρχία. Εκεί όπου η παράδοση ήταν ζωντανή. Πήγαινε στα καφενεία και συναντούσε ανθρώπους, τους έβαζε να παίζουν μουσική. Οταν το ’71 παραιτήθηκε από τη ραδιοφωνία ­ γιατί «η κατάσταση με τη χούντα ήταν ανυπόφορη. Τα πέταξα όλα στον αέρα. Συντάξεις, ταμεία, όλα…» ­ αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην έρευνα. Τέσσερις χιλιάδες κομμάτια έχει συγκεντρώσει ως σήμερα. Μέρος αυτού του υλικού αποτέλεσε την καινούργια της δισκογραφική εργασία. Ενα διπλό CD, με τίτλο και θέμα «Τα Πασχαλινά».


    Πριν από τέσσερα χρόνια η Δόμνα Σαμίου είχε ξεκινήσει τη σειρά «Τραγούδια στον κύκλο του χρόνου», με πρώτο διπλό άλμπουμ «Τα Αποκριάτικα». «Δεν πρόκειται βεβαίως για έναν πορνό δίσκο, όπως είπαν κάποιοι, και ούτε έχει αποσυρθεί από το εμπόριο». Τώρα ήρθε η χρονική στιγμή αυτών των τραγουδιών. Ανοιξιάτικα τραγούδια του θανάτου και της Ανάστασης. «Ακουσα πολύ μεγάλο υλικό, προκειμένου να επιλέξω τα 51 κομμάτια αυτού του άλμπουμ». Από τον Οκτώβριο πέρυσι μπήκε στο στούντιο, στο Ηχογραφικό Κέντρο του Μεγάρου Μουσικής, και ως το τέλος Φεβρουαρίου δούλεψε πολύ σκληρά για την ηχογράφηση του δίσκου. Πολύτιμος συνεργάτης της ο Γιώργος Παπαδάκης, μουσικός παραγωγός της εργασίας αυτής.


    Το μουσικό υλικό των «Πασχαλινών» αναπτύσσεται σε δύο CD. Στο πρώτο περιλαμβάνονται «Τα τελετουργικά», 29 μουσικά κομμάτια που αναφέρονται στις εκδηλώσεις και στα έθιμα της άνοιξης, και ξεκινούν από εκει όπου σταμάτησαν «Τα Αποκριάτικα», την Καθαρή Δευτέρα. Καταγράφουν τη Σαρακοστή, τις τελετουργίες, το συγκλονιστικό «μοιρολόι της Παναγίας», όπως έχει ηχογραφηθεί σε οκτώ διαφορετικές περιοχές (Κύπρο, Θράκη, Ικαρία, Πόντο, Μικρά Ασία, Μυτιλήνη) και φθάνουν ως τα τραγούδια της Λαμπρής και της δεύτερης μέρας του Πάσχα. Είναι κομμάτια παιγμένα με βιολί, σαντούρι, τουμπελέκι, νταούλι. Κομμάτια από τα Μέγαρα Αττικής, το Μπαϊντίρι Μικράς Ασίας, τη Μύκονο, το Ζαγόρι Ηπείρου, την Κοζάνη, τα Γρεβενά, την Κρήτη, την Κέρκυρα, τη Χαλκιδική, τη Νάξο.


    Το δεύτερο CD γίνεται αφορμή για γλέντια και χορό. Με 22 «Χορευτικά» τραγούδια και σκοπούς από ολόκληρη την Ελλάδα. Από την Πελοπόννησο, τη Θράκη, τη Μικρά Ασία, τον Πόντο, τη Ρούμελη, την Κρήτη, την Ηπειρο, τα νησιά, τη Μακεδονία. Οργανα αγαπημένα: κλαρίνα, βιολιά, λαούτα, νταούλια, τουμπελέκια, λύρες. Στο τραγούδισμα τη Δόμνα Σαμίου συνοδεύουν παιδιά, γυναίκες και άνδρες ­ κάτοικοι των περιοχών όπου καταγράφηκαν τα έθιμα και τα τραγούδια. Και ακόμη ο Θανάσης Μωραΐτης, η Θεοπούλα Δοϊτσίδη και η Λαμπριάνα Αγγούση και ο Αντώνης Κυρίτσης.


    Οι μουσικοί ­ οι άνθρωποι που της δίνουν το έναυσμα, το σύνθημα, τη φλόγα ­ είναι εξαιρετικοί δεξιοτέχνες και συνεργάτες της χρόνια. Ανάμεσά τους ο Νίκος Φιλιππίδης, κλαρίνο, ο Γιώργος Μαρινάκης, βιολί, ο Σωκράτης Σινόπουλος, λάφτα και πολίτικη λύρα, ο Παναγιώτης Δ ημητρακόπουλος, κανονάκι, ο Χάρης Λαμπράκης, νέι, ο Γιώργος Γευγελής, τουμπελέκι και λαούτο κ.ά.


    Η Δόμνα Σαμίου παρακολουθεί τελευταία μια στροφή των νέων ανθρώπων προς το παραδοσιακό τραγούδι. Θα μπορούσε να είναι ευχαριστημένη αν δεν ήξερε τους κινδύνους που ελλοχεύουν. «Παλιά οι νέοι δεν ήθελαν να ξέρουν το δημοτικό. Ο λώρος έχει κοπεί από πολύ νωρίς γι’ αυτούς. Δεν έχουνε ακούσματα, δεν κυκλοφορούν καλοί δίσκοι, στα σχολεία δεν υπάρχει μάθημα παραδοσιακής μουσικής. Στα σπίτια, στην Αθήνα, ποιος τραγουδάει δημοτικά σήμερα; Τώρα προσπαθούν να πιαστούν από όπου μπορούνε. Αυτό που εγώ παρατηρώ είναι πως ενδιαφέρονται μόνο για τη μουσική της Μικράς Ασίας. Ενώ κάθε περιοχή έχει το δικό της ύφος, τείνει να χαθεί επειδή επικρατεί το μουσικό ύφος της Μικράς Ασίας. Το κανονάκι και το ούτι έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον. Ολοι ξαφνικά έχουν πέσει πάνω σ’ αυτά τα δύο όργανα και τα έχουν κάνει μαϊντανό. Πού είναι το λαούτο; Το σαντούρι; Το κλαρίνο; Δεν ασχολούνται. Πάει να χαθεί το μουσικό ύφος της Ελλάδας. Τσάμικο δεν ακούς πουθενά».


    Την ίδια ανησυχία έχει και για τα νησιώτικα. «Ο Βαγγέλης Κονιτόπουλος έχει εκπορνεύσει το νησιώτικο τραγούδι» λέει. «Δεν είναι παραδοσιακά νησιώτικα αυτά που κάνει. Είναι τα δικά του νησιώτικα. Καμία σχέση. Το παραμύθι και το δημοτικό τραγούδι δεν έχει αφέντη. Εδώ έγιναν όλοι γύρω μας αφεντάδες». Ξέρει ονόματα, πολλά, ανθρώπων που εκμεταλλεύθηκαν την παράδοση. «Τι να λέμε τώρα. Δεν σέβονται το τραγούδι. Ξεκίνησα 43 χρόνων να τραγουδάω και έτρεμα την ώρα που το έκανα. Το παραδοσιακό τραγούδι είναι πολύ σοβαρή υπόθεση».


    Θεωρεί πως η παράδοση είναι εύκολος στόχος για τους επιτηδείους. «Εχουν πέσει όλοι στο πτώμα της παράδοσης και την εκμεταλλεύονται αγρίως. Τόσα χρόνια δεν έδιναν σημασία και τώρα τους έπιασε ο πόνος για το δημοτικό. Ξαφνικά και η «κουτσή Μαρία» κάνει δημοτικά».


    Η Δόμνα Σαμίου έχει δώσει όλη της την ενέργεια στη μουσική. Δεν το θεωρεί θυσία. Ούτε προσφορά. Δεν της αρέσουν οι «μεγάλες» κουβέντες. «Είναι απλώς μια υπερβολική αγάπη για την ελληνική μουσική». Οταν ξεκίνησε το ταξίδι της στην παράδοση έπαιζε και κανονάκι. «Το λάτρευα αυτό το όργανο». Μετά άρχισε να μαθαίνει και λαούτο. Τραγούδι και παίξιμο όμως δεν συνδυάζονταν εύκολα. Ηθελε να κάνει καλά το ένα από τα δύο. Την κέρδισε το τραγούδισμα. «Το τραγούδι για μένα είναι η χαρά της ζωής. Το καλύτερο ψυχοφάρμακο. Αφήστε τα αντικαταθλιπτικά χάπια κι αρχίστε να τραγουδάτε και να χορεύετε! Εχω περάσει δύσκολη ζωή, έχασα αγαπημένους μου ανθρώπους, το τραγούδι με έσωσε. Κι αν τώρα, που μπήκα στα 70, έχω τα ίδια κουράγια είναι γιατί το τραγούδι μού δίνει ζωντάνια και δύναμη».


    Της αρέσουν τα αργά τραγούδια, γιατί είναι πιο μελωδικά, πιο απαιτητικά. Θεωρεί πως τα αποδίδει ωραία. Η Σαμίου δοκιμάζει και δοκιμάζεται πολύ τα τελευταία δέκα χρόνια. Την ενδιαφέρει να αφήσει πίσω της καλούς δίσκους, ένα έργο ζωής για τα νέα παιδιά. Αναγνωρίζει τη δύναμη της σωστής δισκογραφίας, όπως άλλωστε και τη δύναμη των συναυλιών. Της αρέσει να δίνει συναυλίες, γλέντια αλλά αυτό γίνεται σχεδόν μόνο τα καλοκαίρια.


    Τους πρώτους δίσκους της τους κυκλοφόρησε με την εταιρεία ΕΜΙ, μετά κάποιους με τη Lyra. Από το 1981 τους δίσκους της εκδίδει ο Καλλιτεχνικός Σύλλογος Δημοτικής Μουσικής «Δόμνα Σαμίου», που ίδρυσε. «Δεν είχα σκοπό να ιδρύσω κανέναν σύλλογο. Οι φίλοι μου επέμεναν και τελικά με έπεισαν. Υπήρχε η σκέψη πως ο Σύλλογος θα τύχαινε κάποιων χορηγιών ώστε να μπορεί να κάνει σωστή δουλειά με την παράδοση. Τελικά τα 17 χρόνια της λειτουργίας του έχει εκδώσει μόνο πέντε δίσκους. Οσο για τη χορηγία, το μεγαλύτερο ποσό που πήρε, κι αυτό μία μόνο φορά, ήταν 500.000 δρχ. πριν από πέντε χρόνια».


    Η Δόμνα Σαμίου είναι η μόνη από τους παλιούς, παραδοσιακούς εργάτες της μουσικής λαογραφίας που ενδιαφέρεται το ίδιο για το γράμμα όσο και για το πνεύμα της παράδοσης. Θεωρεί πως μια εκτέλεση μπορεί να είναι κάπως πιο ελεύθερη χωρίς να χάνει τη λαογραφική της αξία. Δεν είναι συντηρητική και στενή η αντιμετώπισή της προς ένα υλικό πολύτιμο. Γι’ αυτό και οι δουλειές της δεν έχουν μουσειακό χαρακτήρα. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν χρησιμοποιεί μόνο παραδοσιακούς μουσικούς αλλά σχεδόν λόγιους, όπως είναι ο Σωκράτης Σινόπουλος ή ο Γιώργος Μαρινάκης. Εκείνο που παρατηρεί κανείς, αν προσέξει τη διαδρομή της, είναι η ζωντανή σχέση που έχει με το δημοτικό τραγούδι. Η Σαμίου αγαπάει αυτό που κάνει και το κάνει μέσα σε ένα πλαίσιο που συνδυάζει την έρευνα με τη δημιουργία.

    Archive
    Σίβυλλα
    • Έντυπη έκδοση Extravagant σκηνικό… Η στάχτη από το πούρο έπεσε ξαφνικά πάνω στο βαρύτιμο χαλί του 18ου αιώνα. Δίπλα ακριβώς στον πίνακα του... ΣΙΒΥΛΛΑ
    Helios Kiosk