Είχε κάτι πένθιμο, την περασμένη Δευτέρα, η εμφάνιση ενώπιον δημοσιογράφων των δύο συμπροέδρων του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) στο «Σπίτι Βίλι Μπραντ», έδρα του SPD.
Ο Λαρς Κλινγκμπάιλ, αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομικών, και η Μπέρμπελ Μπας, υπουργός Εργασίας, είχαν προετοιμαστεί για πανηγυρισμούς την επομένη των εκλογών στο κρατίδιο της Ρηνανίας-Παλατινάτου, που βγάζει τα τελευταία 35 χρόνια Σοσιαλδημοκράτη πρωθυπουργό. Αντ’ αυτού ήρθε μια πικρή ήττα.
Και να ήταν μόνο αυτό. Την ίδια μέρα οι Σοσιαλδημοκράτες έχασαν τον Δήμο Μονάχου μετά από 42 χρόνια, ενώ στη Βάδη-Βυρτεμβέργη πριν από μερικές εβδομάδες υπέστησαν εκλογική πανωλεθρία με ένα ταπεινωτικό 5,5% από 11% το 2021. Σύμφωνα μάλιστα με πρόσφατη δημοσκόπηση, το κόμμα συγκεντρώνει μόλις 15% σε εθνικό επίπεδο.
Επειτα από 163 χρόνια ιστορίας, το άλλοτε ένδοξο κόμμα των Βίλι Μπραντ και Χέλμουτ Σμιτ διέρχεται σοβαρή κρίση ταυτότητας και από κλασικό λαϊκό κόμμα τείνει πλέον να γίνει περιθωριακό.
Αυτό βέβαια δεν συνέβη από τη μία μέρα στην άλλη. Πρόκειται για μακρόχρονη διαδικασία που ξεκίνησε βασικά με τη μεταρρυθμιστική Ατζέντα 2010 του Γκέρχαρντ Σρέντερ και τη σταδιακή απώλεια των παραδοσιακών ψηφοφόρων λόγω διαρθρωτικών αλλαγών στο οικονομικό μοντέλο της χώρας, ενώ τα τελευταία χρόνια το SPD αντιμετωπίζει προβλήματα ηγεσίας και ανταγωνισμού από τα χριστιανικά κόμματα σε κυβερνήσεις συνεργασίας. Ιδιαίτερα επί κυβερνήσεων Ανγκελα Μέρκελ, το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (CDU) υιοθέτησε πολιτικές SPD, όπως βελτιώσεις στο κράτος πρόνοιας, και αυτό κόστισε στο προφίλ των Σοσιαλδημοκρατών.
Στο βάθος η AfD
Μόνο που η περίοδος που διανύει σήμερα η Γερμανία – με πόλεμο στην Ουκρανία και το Ιράν, στάσιμη οικονομία εδώ και χρόνια, με υψηλές τιμές ενέργειας, την αυτοκινητοβιομηχανία σε μεγάλη πίεση, τεράστιο δημογραφικό πρόβλημα και με τρύπες στον προϋπολογισμό – δεν ευνοεί το SPD να ξαναβρεί το αριστερό του πρόσημο και να επαναπατρίσει απογοητευμένους ψηφοφόρους ως κυβερνητικός εταίρος των χριστιανικών κομμάτων υπό τον Φρίντριχ Μερτς.
«Η αύξηση των τιμών που βιώνουμε, η μεγάλη ανασφάλεια στον πληθυσμό οδηγούν στην αύξηση της δυσαρέσκειας, ιδιαίτερα όταν η κυβέρνηση συνασπισμού με το SPD δεν ενεργεί με ενότητα» λέει στο «Βήμα» ο Αλμπρεχτ φον Λούκε, πολιτολόγος και εκδότης τoυ έγκυρου «Περιοδικού για τη Γερμανική και Διεθνή Πολιτική» (Blätter für deutsche und internationale Politik).
«Βλέπουμε ότι όλοι οι παράγοντες αβεβαιότητας, που δεν έχουμε ξαναζήσει ποτέ τόσο έντονα υπό τη μορφή πολυκρίσης, βλάπτουν την κυβέρνηση, αν αυτή δεν κυβερνά καλά. Και αυτό το γνωρίζουν οι δύο συμπρόεδροι του SPD, ο Κλινγκμπάιλ δεν είναι χαζός, ούτε η Μπας. Ξέρουν ότι αν συνεχίσουν να ενεργούν όπως η προηγούμενη κυβέρνηση σαν σε κακοφωνία, θα οδηγήσουν τους ψηφοφόρους στην ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD)».
Τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων του κόμματος βιώνει από κοντά ο ελληνικής καταγωγής Γιώργος Λαφτσίδης, εκλεγμένος δημοτικός σύμβουλος του SPD στο Μπόχουμ, πάλαι ποτέ πόλη ορυχείων στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία. Ως εθελοντής σύμβουλος σε θέματα συνταξιοδότησης, ο Λαφτσίδης, που εργάστηκε επί 30 χρόνια στα ορυχεία του Ρουρ, ακούει τα παράπονά τους.
«Τους ενοχλεί περισσότερο η ακρίβεια, ότι το κράτος κάνει πολλά για πρόσφυγες και Ουκρανούς, ενώ για τους ίδιους πολύ λίγα» μας εξιστορεί. «Και λένε “είμαι Γερμανός, δούλεψα όλη τη ζωή μου, πλήρωσα εισφορές και τώρα παίρνω σύνταξη ψίχουλα, και αυτοί έρχονται, εγκαθίστανται με παιδιά και οικογένεια και παίρνουν 1.000 ευρώ τον μήνα με πληρωμένο το ενοίκιο”. Και ψηφίζουν από αντίδραση την AfD».
«Ξέρετε, η προσφυγική κρίση δεν έπληξε πρωτίστως τους οικονομικά ισχυρότερους Χριστιανοδημοκράτες και Φιλελευθέρους, αλλά τους απλούς εργαζομένους, ψηφοφόρους του SPD – αυτοί αντιμετωπίζουν κυρίως τις συνέπειες της μετανάστευσης στη δική τους γειτονιά, στα δικά τους σχολεία» εξηγεί ο Φον Λούκε τη διαρροή προς την Ακροδεξιά.
«Και μετά οι μικροεπιχειρηματίες, που ξαφνικά αισθάνθηκαν φόβο, όπως συνέβαινε στις δεκαετίες του ’20 και του ’30, από την ανεργία και τις οικονομικές συνέπειες. Η δυσαρέσκεια, ο εθνικισμός, το μίσος και η ξενοφοβία τούς έσπρωξαν προς την AfD, το βιώνουμε εξάλλου σε όλη την Ευρώπη. Και αυτό βλάπτει το SPD επειδή είναι κυρίως ψηφοφόροι του. Διοχετεύουν την οργή τους προς την Ακροδεξιά, υπό μία έννοια η AfD έχει γίνει το νέο κόμμα των εργατών, και αυτό είναι πρόβλημα».
Υπό αυτές τις συνθήκες οι δύο Σοσιαλδημοκράτες συμπρόεδροι δεν διαθέτουν την πολυτέλεια του χρόνου. Εχουν επίγνωση ότι η Γερμανία πρέπει να προχωρήσει σε τολμηρές μεταρρυθμίσεις μέχρι το καλοκαίρι. Οπως σταδιακή αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης, εξάλειψη κινήτρων για μερική απασχόληση, αυστηρότερο κράτος πρόνοιας. Ο διακεκριμένος πολιτικός επιστήμων επιμένει ότι το SPD πρέπει να βγει από τον «λήθαργο» και να απαρνηθεί τον αριστερό του εαυτό.
«Πρέπει να τολμήσει επώδυνες αλλά αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, ώστε να ανακουφίσει τους εργαζομένους και να μην ενισχύει την εντύπωση ότι είναι πρωτίστως κόμμα για τους ανέργους. Ειδάλλως η μετακίνηση προς την AfD θα είναι μεγαλύτερη. Είναι μια τεράστια προγραμματική πρόκληση, που πρέπει να αντιμετωπίσει τώρα το SPD ως εταίρος συντηρητικής κυβέρνησης, μοιάζει με τετραγωνισμό του κύκλου. Αλλά πάνω απ’ όλα πρέπει να παραμείνει ενωμένο, με σαφή ηγεσία και γραμμή. Τότε, πιστεύω, θα έχει ακόμα μια ευκαιρία να επαναπατρίσει ορισμένα τμήματα των εργαζομένων».
Ωρα Πιστόριους;
Αρκετοί υποστηρίζουν ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με αλλαγή στην κορυφή του κόμματος. «Πιστεύω ότι ο υπουργός Αμυνας Μπόρις Πιστόριους θα είχε μεγαλύτερη υποστήριξη σε αυτή την επώδυνη μεταρρυθμιστική πορεία» λέει o Λαφτσίδης. «Είναι χαρισματικός και έχει σαφήνεια στον λόγο του». Ο Φον Λούκε διαφωνεί: «Είναι πολύ σημαντικός για το κόμμα ως πιθανός υποψήφιος καγκελάριος το 2029», μας λέει, «δεν θέλει να “καεί” γιατί ξέρει ότι από το φθινόπωρο θα έρθουν οι επόμενες εκλογικές ήττες για το SPD. Κι αν εκλεγεί πρόεδρος, θα πρέπει να αναλάβει και την ευθύνη και αυτό είναι κάτι που ο Πιστόριους θέλει να αποφύγει».
Ο Κλινγκμπάιλ ξέρει ότι τα χρονικά περιθώρια στενεύουν. Την περασμένη Τετάρτη είχε ένα «ελληνικό μομέντουμ». Σε βαρυσήμαντη ομιλία του από το βήμα του Ιδρύματος Μπέρτελσμαν προετοίμασε τη γερμανική κοινή γνώμη για εξάμηνο επώδυνων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, σαρωτικές αλλαγές στο φορολογικό και στην αγορά εργασίας και προσήλωση στη δημοσιονομική πειθαρχία για να διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα της γερμανικής οικονομίας. Οι μεταρρυθμίσεις που προτείνει είναι τόσο τολμηρές που ενέχουν μεγάλο πολιτικό ρίσκο για τον ίδιο και το κόμμα του. Με όχημα το σύνθημα «Η στασιμότητα δεν είναι λύση», τολμά τη φυγή προς τα εμπρός ή ένα σάλτο μορτάλε. Από το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων με τον συντηρητικό κυβερνητικό του εταίρο θα φανεί εάν το SPD καταποντιστεί ή ανακτήσει την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων του και τον σεβασμό των πολιτών.



