Το 1988, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θέσπισε και απένειμε για πρώτη φορά (στον ηγέτη της Νότιας Αφρικής Νέλσον Μαντέλα και τoν σοβιετικό αντιφρονούντα Ανατόλι Μαρτσένκο) το Βραβείο Ζαχάρωφ για την Ελευθερία της Σκέψης. Την ίδια χρονιά γεννήθηκε στη Bενεζουέλα ο Λόρεντ Σάλε, ο οποίος το 2017 τιμήθηκε με το Βραβείο Ζαχάρωφ μαζί με άλλους επτά ακτιβιστές για τον αγώνα τους εναντίον του απολυταρχικού, αριστερής εμπνεύσεως, καθεστώς του Νικολάς Μαδούρο.

Οταν βραβεύτηκε ο Σάλε, βρισκόταν ήδη τρία χρόνια στη διαβόητη φυλακή του Καράκας, το «Ελικοειδές» – ονομάστηκε έτσι εξαιτίας του σχήματος του κτιρίου, το οποίο είχε αρχικώς σχεδιαστεί ως εμπορικό κέντρο –, όπου βασανίστηκε από το καθεστώς. Το 2018 το καθεστώς Μαδούρο επικαλέστηκε απόπειρα αυτοκτονίας του ακτιβιστή και τον αποφυλάκισε. Στα τέσσερα χρόνια της φυλάκισής του, ο Σάλε δεν δικάστηκε ποτέ, ενώ η δίκη του ανεβλήθη συνολικά 52 φορές.

Εν όψει των εξελίξεων στη Βενεζουέλα με την απαγωγή του Μαδούρο κατά τη διάρκεια αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης στις 3 Ιανουαρίου, ο Σάλε μίλησε τηλεφωνικώς στο «Βήμα» από τα περίχωρα της Μαδρίτης. Δέχτηκε να μιλήσει γιατί «δεν έχω πλέον κανέναν συγγενή στη Βενεζουέλα. Αλλιώς δεν θα σας μιλούσα. Δεν θα σας μιλήσει κανείς από τη Βενεζουέλα. Η κατάσταση παραμένει ρευστή, οι άνθρωποι φοβούνται». Ο ίδιος ομολογεί ότι επικοινωνεί με Βενεζουελάνους στη χώρα του μέσω τρίτων.

Μετά την απαγωγή του Μαδούρο, η κυβέρνηση Τραμπ όρισε μεταβατική πρόεδρο της χώρας τη μέχρι πρότινος αντιπρόεδρο Ντέλσι Ροντρίγκες. «Οι Αμερικανοί, πέραν της εντυπωσιακής στρατιωτικής επιχείρησης για τη σύλληψη του Μαδούρο, έχουν και πολιτικό σχέδιο. Καταλαβαίνουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει μεταπολίτευση στη Βενεζουέλα από τη μια μέρα στη άλλη. Δεν μπορούν η Μαρία Κορίνα Ματσάδο και ο Εντμούντο Γκονσάλες, οι ηγέτες της αντιπολίτευσης, να επιστρέψουν στη Βενεζουέλα, παρότι έχουν κερδίσει τις εκλογές του 2024. Ο στρατός ελέγχεται ακόμη από το καθεστώς. Η μετάβαση πρέπει να είναι σταδιακή και όταν γίνουν εκλογές το τωρινό καθεστώς να αναγνωρίσει το αποτέλεσμά τους» μας λέει.

«Αυτό που επείγει είναι να αφεθεί ελεύθερος και ο τελευταίος πολιτικός κρατούμενος και να κλείσουν οι τόποι βασανιστηρίων. Και αυτό πρέπει να συμβεί γρήγορα για να επέλθει εθνική συμφιλίωση. Δεν πρέπει να αφήσουμε τον Τραμπ να κάνει ό,τι θέλει. Είδατε τη φωτογραφία της Ντέλσι Ροντρίγκες με τον διευθυντή της CIA». Ως τώρα έχουν αφεθεί ελεύθεροι 100 πολιτικοί κρατούμενοι. «Υπάρχουν τουλάχιστον 100 ακόμη στις φυλακές, χωρίς να είμαστε σίγουροι για τον ακριβή αριθμό. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι μέχρι στιγμής δεν έχει χυθεί αίμα».

Τον ρωτάμε αν μετά τις 3 Ιανουαρίου έχουν σταματήσει στη Βενεζουέλα οι περίφημες «επιχειρήσεις Τουν Τουν», στις οποίες αστυνομικοί πηγαίνουν στα σπίτια πολιτών για να ελέγξουν τα κινητά τους ώστε να εντοπίσουν οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί εναντίον του καθεστώτος στους λογαριασμούς τους στα σόσιαλ μίντια. «Υποτίθεται ότι έχουν σταματήσει, αλλά δεν μπορεί να είναι κανείς σίγουρος» απαντά.

Συστηματικός έλεγχος

Ο Σάλε ήταν δέκα ετών όταν ο σοσιαλιστής εμπνευστής της Μπολιβαριανής Επανάστασης στη Βενεζουέλα, Ούγκο Τσάβες, ανήλθε στην εξουσία. Μεγαλώνοντας, ο Σάλε είδε τη χώρα του να στρατιωτικοποιείται και το καθεστώς να ελέγχει συστηματικά τον πληθυσμό. Ως φοιτητής της Σχολής Διεθνούς Εμπορίου, ο νεαρός που μεγάλωσε με τη μητέρα του, η οποία έχει καταγωγή από την Παλαιστίνη, ηγήθηκε του φοιτητικού κινήματος υπέρ της ελευθερίας και ενδιαφέρθηκε για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων στη Βενεζουέλα. «Το 2008 άρχισα να ερευνώ μαζί με τους συμφοιτητές μου το θέμα. Πήγα σε όλες σχεδόν τις φυλακές της Βενεζουέλας, γνώρισα όσους πολιτικούς κρατούμενους μπόρεσα, άρχισα να συλλέγω στοιχεία για να προχωρήσουμε σε επίσημες καταγγελίες. Μεταξύ των κρατουμένων ήταν δήμαρχοι, συνδικαλιστές».

Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι ζήτημα Δεξιάς ή Αριστεράς, λέει ο Σάλε. Και τον λυπεί που πρέπει αυτό να το εξηγεί πολλές φορές, κυρίως σε ισπανούς αριστερούς. «Η περίπτωσή μου ήταν μια σοβαρή περίπτωση παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Στο ερώτημα πώς ξεπέρασε το προσωπικό τραύμα της φυλάκισης και των βασανιστηρίων, απαντά: «Μαθαίνεις να ζεις με αυτό. Εχω τρία παιδιά – έξι, πέντε και τριών ετών. Γνώρισα τη γυναίκα μου λίγους μήνες πριν με απαγάγουν ενώ βρισκόμουν στην Κολομβία. Με περίμενε μέχρις ότου αποφυλακιστώ». Θέλει να ξαναγυρίσει στη Βενεζουέλα όταν δεν θα κινδυνεύει να τον συλλάβουν. «Θα ήθελα να ασχοληθώ με τις καλλιέργειες, έμαθα πολλά πράγματα για την οικολογική γεωργία στην Ισπανία και θα ήθελα να τα εφαρμόσω στην πατρίδα μου».

Στην Ισπανία ο Σάλε παρουσίασε το «Caja en concreto» («Τσιμεντένιο κλουβί»), ένα θεατρικό έργο που έγραψε στη φυλακή. «Το παρουσιάσαμε στη Βενετία, το Μιλάνο, το Παλέρμο και τη Ρώμη. Μακάρι να το παρουσιάσουμε μια μέρα και στην Αθήνα».