Δεκέμβριος, περίπου στις έξι το πρωί. Δεκάδες άνδρες και γυναίκες περπατούν αθόρυβα στον βρεγμένο από τη νυχτερινή βροχή δρόμο, πάνω στις ράγες του τραμ. Οι φιγούρες τους μεγεθύνονται από τα φώτα και προβάλλονται στον απέναντι τοίχο δημιουργώντας ένα ιδιόρρυθμο θέατρο σκιών. Το τραμ κορνάροντας εισβάλλει στο σκηνικό: μερικά παλιά βαγόνια, ταλαιπωρημένα από τον χρόνο και την υπερφόρτωση, με ανοιχτές τις πόρτες και με μια παρέα νέων αγοριών να κρέμεται έξω, σταματούν «γρυλίζοντας» στη στάση μπροστά στο τζαμί για να παραλάβουν και άλλους επιβάτες. «Πού θα χωρέσουν;» αναρωτιέμαι.
Στο μεταξύ, ένα ασθενικό αχνογάλανο φως έχει αρχίσει να σπάει το μαύρο της νύχτας. Μια νέα μέρα ξημερώνει στο κέντρο της Τύνιδας, πρωτεύουσας της Τυνησίας. Και εγώ από το παράθυρο του ξενοδοχείου μου παρατηρώ την πόλη να ξυπνά.
Λίγο αργότερα βρίσκομαι στον δρόμο, ξεκινώντας μια πρώτη αναγνωριστική βόλτα γνωριμίας. Οι προσευχές των ιμάμηδων από τα τζαμιά που λειτουργούν στις διάφορες γειτονιές είναι μια παράξενη και επιβλητική ηχητική υπόκρουση. Οι φωνές όμως των μανάβηδων, των χασάπηδων και των ιχθυοπωλών στην κεντρική αγορά – ανθρώπων που αστειεύονται μεταξύ τους, τσακώνονται ή απλώς προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή των πρώτων πελατών – σκεπάζουν κάθε άλλον θόρυβο. Από ένα ηχείο ακούγεται ένα τραγούδι αισθητικής α λα Ουμ Καλσούμ.

Περνώ αρκετή ώρα στην αγορά, ανάμεσα σε «περίπτερα» με νέας εσοδείας χουρμάδες, σε καφάσια με ψάρια που ακόμη σπαρταράνε και σε βιτρίνες κρεοπωλείων που διαθέτουν κρέας αλόγου. Εκατοντάδες άνθρωποι – όλο και περισσότεροι όσο περνά η ώρα – συνωστίζονται γύρω μου μιλώντας στα αραβικά αλλά και στα γαλλικά – η πολύχρονη παρουσία των Γάλλων στην Τυνησία κληροδότησε στη χώρα υπέροχα κτίρια, φαγητά και γλυκίσματα (στα οποία προστέθηκαν αραβικές επιρροές) και φυσικά τη γαλλική γλώσσα, που διδάσκεται στα σχολεία και μιλιέται ευρέως, ιδίως στα αστικά κέντρα. «Ισπανός είστε, μεσιέ;». «Οχι». «Τότε Ιταλός; Come sta?». «Bene, μα δεν είμαι ούτε Ιταλός». «Τότε τι είστε; Πορτογάλος;». «Ελληνας είμαι». «Ελληνας; Καλησπέρα, καλημέρα, σε αγαπώ πολύ-πολύ!». Ανταποδίδω την αγάπη αγοράζοντας μερικά ελαφρώς σιροπιασμένα τριγωνάκια γεμιστά με μείγμα ξηρών καρπών και λιωμένο χουρμά και, απολαμβάνοντάς τα – ήταν του ονείρου! –, βγαίνω από την αγορά και συνεχίζω το πέρασμα από τα κυριότερα αξιοθέατα της πόλης.
Τα δύο πρόσωπα της πρωτεύουσας
Η πόλη απλώνεται μπροστά μου σαν παλίμψηστο: κάθε γωνιά της κουβαλάει μια εποχή, κάθε δρόμος μια «σύγκρουση» ανάμεσα στο παλιό και το επίμονα νέο. Από την αγορά, με τα χρώματα και τις μυρωδιές της ακόμη κολλημένες πάνω μου, βρίσκομαι στη λεωφόρο Χαμπίμπ Μπουργκίμπα – που φέρει το όνομα του πρώτου προέδρου, πατέρα της ανεξαρτησίας της Τυνησίας. Φαρδιά, δενδροφυτεμένη, με cafés που θυμίζουν Παρίσι μιας άλλης δεκαετίας και με κτίρια Art Deco που έχουν γεράσει με τον αξιοπρεπή τρόπο που γερνάνε στις ταινίες του παλιού κινηματογράφου κάτι ξεπεσμένες αριστοκράτισσες. Εχει, ως γνωστόν, και η φθορά τη γοητεία της και αυτό το βλέπεις έντονα στις παραμελημένες γειτονιές της Τύνιδας.
Ωστόσο, στη λεωφόρο Χαμπίμπ Μπουργκίμπα η πόλη κάνει ό,τι μπορεί για να επιδείξει το ευρωπαϊκό της πρόσωπο: άνδρες με κοστούμια που κρατούν χάρτινα ποτήρια με καφέ στο χέρι, γυναίκες χωρίς μαντίλες (αλλά και μερικές, πιο ηλικιωμένες, μαντιλοφορούσες), νεαρά ζευγάρια που καπνίζουν και περπατούν χέρι-χέρι κάτω από τον εμβληματικό «πύργο» με το ρολόι, σαν να βρίσκονται στην απέναντι όχθη της Μεσογείου…

Λίγα τετράγωνα πιο πέρα το σκηνικό αλλάζει απότομα: Μπαίνοντας στη Μεντίνα, την εκτεταμένη παλιά πόλη που προστατεύεται από την UNESCO, είναι σαν να περνάς ένα αόρατο σύνορο. Τα αυτοκίνητα εξαφανίζονται, οι δρόμοι στενεύουν και γίνονται ανηφορικοί, τα παλιά σπίτια σχεδόν ακουμπούν μεταξύ τους. Παντού μικρομάγαζα με υφάσματα, με κοσμήματα, με είδη σπιτιού, με καλλυντικά, με γλυκίσματα, με τα πάντα. Παιδιά τρέχουν ανάμεσα στους τουρίστες που μπαινοβγαίνουν στα «σουκ» προσπαθώντας να μη χαθούν, γάτες κοιμούνται πάνω σε παλιά χαλιά, οι μυρωδιές από το κύμινο, τον ζεστό καφέ, το σαπούνι ελιάς και τον ναργιλέ δημιουργούν ένα γοητευτικό αλλά και βαρύ χαρμάνι.
Στο τέμενος Εζ-Ζιτούνα, στην καρδιά της παλιάς πόλης, ξαφνικά επιβάλλεται η σιωπή. Μέσα από την ανοιχτή πόρτα διακρίνονται άνδρες καθισμένοι στο πάτωμα να προσεύχονται. Δεν υπάρχει βιασύνη εδώ. Με το που βγαίνεις όμως από την πόρτα οι φωνές και η ένταση σε υποδέχονται ξανά. Κατευθύνομαι προς τις πιο φτωχές γειτονιές. Σπίτια μισογκρεμισμένα, μπαλκόνια γεμάτα ρυπαρές μπουγάδες, καφενεία με πλαστικές καρέκλες και άνδρες που κάθονται ακίνητοι, σχεδόν σαν υπνωτισμένοι, μερικές γυναίκες καλυμμένες με νικάμπ και ταλαιπωρημένες (πάντα και παντού, σε όλη την πόλη) γάτες. Τοπίο ανοίκειο, όμως η ευγένεια των ανθρώπων είναι τέτοια που δεν φοβάσαι καθόλου.
Το απόγευμα με βρίσκει σε μια άλλη αγορά, γεμάτη ζαρζαβατικά, από εκεί περνώ σε μια επόμενη, με ρούχα και παπούτσια. Στα cafés σερβίρουν τσάι με μέντα, στα σοκάκια έξω από τους φούρνους μοσχοβολούν οι φρέσκες baguettes, άλλη μια ζωντανή μνήμη από την εποχή των Γάλλων, τις οποίες αγοράζουν σε μεγάλες ποσότητες οι ντόπιοι. Οταν πέφτει το βράδυ και οι μιναρέδες φωτίζονται διακριτικά, επιστρέφω στο ξενοδοχείο με τα πόδια βαριά και το κεφάλι γεμάτο εικόνες. Ξεπλένω τη σκόνη της ημέρας, προσπαθώ να καθαρίσω τα παπούτσια μου και τα μπατζάκια του παντελονιού μου από την παχιά και ξερή λάσπη. Τρώω και το τελευταίο σιροπιαστό τριγωνάκι για καληνύχτα.

Περιήγηση στην Ιστορία και τις γύρω πόλεις
Το επόμενο πρωινό κατευθύνομαι προς το Εθνικό Μουσείο Μπαρντό, αρκετά έξω από το ιστορικό κέντρο. Η διαδρομή περνάει από γειτονιές λιγότερο φωτογενείς από εκείνες στα πέριξ της Μεντίνα, με συνεργεία αυτοκινήτων, μικρά μαγαζιά που πουλάνε ό,τι μπορείς να φανταστείς και στάσεις λεωφορείων όπου περιμένουν δεκάδες άνθρωποι, έχοντας επιστρατεύσει όλη τους την υπομονή. Το μουσείο στεγάζεται σε ένα εντυπωσιακό κτίριο και φιλοξενεί αιώνες Ιστορίας στρωμένους προσεκτικά στο δάπεδό του. Ο λόγος για μία από τις σημαντικότερες συλλογές ρωμαϊκών ψηφιδωτών παγκοσμίως, αριστουργήματα που εντυπωσιάζουν με το μέγεθος, τα ζωηρά χρώματα και τις παραστάσεις τους.
Με συγκινεί ιδιαίτερα μια απεικόνιση του Οδυσσέα που, δεμένος στο κατάρτι του πλοίου του, προσπαθεί να αντισταθεί στο τραγούδι των Σειρήνων. Περνώ αρκετή ώρα στο μουσείο και έπειτα παίρνω τον δρόμο για την Καρχηδόνα, τρία τέταρτα της ώρας από το κέντρο της Τύνιδας με το λεωφορείο, ανάλογα με την κίνηση. Ο αρχαιολογικός χώρος είναι τεράστιος, απλωμένος σε διάφορα σημεία μεταξύ των οποίων οι τουρίστες μετακινούνται συνήθως με ταξί ή με το πούλμαν τους, αν συμμετέχουν σε γκρουπ. Μου παίρνει περίπου τέσσερις ώρες να τα περπατήσω όλα, από τον λόφο της Μπίρσα, όπου βρίσκεται και ο καθεδρικός του Αγίου Λουδοβίκου – κληρονομιά της γαλλικής αποικιοκρατίας, που σήμερα λειτουργεί ως πολιτιστικό κέντρο –, μέχρι το αρχαίο θέατρο, τα ερείπια ρωμαϊκών κατοικιών, τις παλαιοχριστιανικές κατακόμβες και τα ρωμαϊκά λουτρά του Αντωνίου.
Η πόλη της βασίλισσας Διδούς, η οποία καταστράφηκε, ξαναχτίστηκε, άλλαξε ξανά και ξανά χέρια, αλλά ποτέ δεν εξαφανίστηκε εντελώς, στέκεται δίπλα στο κύμα ως μνημείο δύναμης, αλλά και ως υπενθύμιση της ματαιότητας της ισχύος.
Λίγο πιο πέρα, στη γραφική πόλη Σίντι Μπου Σαΐντ, όλα ξαναβρίσκουν την τουριστική ανεμελιά και ελαφρότητα. Λευκά σπίτια με γαλάζια παράθυρα θυμίζουν ελληνικό νησί. Εκατοντάδες τουρίστες φωτογραφίζουν και φωτογραφίζονται ασταμάτητα και πίνουν τσάι ή καφέ με θέα το απέραντο μπλε.
Επιστρέφοντας στην Τύνιδα περπατώ στις γειτονιές γύρω από τη μεγάλη λίμνη που ονομάζεται «Λίμνη της Τυνησίας» και που στην πραγματικότητα ενώνεται με τη θάλασσα: γυναίκες που ψωνίζουν σε προχειροστημένους πάγκους, παιδιά που παίζουν μπάλα σε χωμάτινα οικόπεδα, άνδρες που συζητούν στα καφενεία και οι πανταχού παρούσες γάτες που σε κοιτάζουν πίσω από τα παράθυρα, πάνω από τα μπαλκόνια, καθισμένες σε σωρούς σκουπιδιών. Νομίζω ότι δεν έχω δει σε καμία άλλη πόλη τόσο πολλές γάτες!
Οι βόλτες στην Τύνιδα συνεχίστηκαν και τις επόμενες ημέρες. Σιγά-σιγά όμως, ξεθαρρεύοντας, άρχισα να ταξιδεύω με το λεωφορείο και σε άλλες, σχετικά κοντινές πόλεις για να πάρω μυρωδιά και από την εκεί ζωή. Η Χαμαμέτ με την περιτειχισμένη παλιά γειτονιά και η Μπιζέρτα με το παλιό λιμάνι της ήταν πολύ πιο όμορφες από όσο περίμενα.
Στην Καϊρουάν, το Μεγάλο Τζαμί ή Τζαμί του Ούκμπα ιμπν Ναφί θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους χώρους λατρείας σε όλον τον μουσουλμανικό κόσμο. Χτίστηκε τον 7ο αιώνα και η σημερινή του μορφή είναι αποτέλεσμα διαρκών επεκτάσεων. Πολλές από τις κολόνες του προέρχονται από κατεστραμμένα ρωμαϊκά και βυζαντινά κτίρια.
Η προστατευμένη από την UNESCO Μεντίνα της Καϊρουάν είναι επίσης ένα από τα καλύτερα διατηρημένα ιστορικά κέντρα στη Βόρεια Αφρική. Με τα στενά σοκάκια της, τα χαμηλά σπίτια με τις αυλές και τα μικρά εργαστήρια και παζάρια που λειτουργούν εδώ και αιώνες στους δρόμους της, δεν είναι τουριστική με την «εύκολη» έννοια· είναι ζωντανή, με μια αίσθηση εσωστρέφειας. Παρά τις αλλαγές (και τις ελπίδες) που έφεραν στην Τυνησία τα χρόνια μετά την Αραβική Ανοιξη, η Μεντίνα της Καϊρουάν κρατάει αλώβητη την «παλιομοδίτικη» καθημερινότητά της, σαν ένα ζωντανό αποτύπωμα της Ιστορίας.
Στην Ελ Τζεμ η αρένα θεωρείται ένα από τα καλύτερα σωζόμενα ρωμαϊκά αμφιθέατρα στον κόσμο. Χτισμένη τον 3ο αιώνα μ.Χ., εντυπωσιάζει ακόμα με την πληθωρική έκτασή της και με τις τεράστιες καμάρες της. Οχι πολύ μακριά βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος και το μουσείο της πόλης στο οποίο (σαν σε παράρτημα του Μπαρντό) φυλάσσονται εξαιρετικά μωσαϊκά.
Σήμα κατατεθέν της μνημειακής Μοναστίρ είναι το ριμπάτ (ισλαμική αμυντική δομή), δηλαδή ένα μεγαλειώδες οχυρό που χτίστηκε τον 8ο αιώνα και λειτούργησε ταυτόχρονα ως φρούριο και μοναστικό καταφύγιο. Οι πύργοι του προσφέρουν πανοραμική θέα στη Μεσόγειο και στην πόλη. Το παλιό νεκροταφείο δίπλα στη θάλασσα και το Μαυσωλείο του προέδρου Χαμπίμπ Μπουργκίμπα, όπου φυλάσσονται τα λείψανά του, είναι επίσης σημαντικά αξιοθέατα, σε μια χώρα γεμάτη απρόβλεπτους θησαυρούς και ομορφιές.
Στο σύντομο ταξίδι μου εξερεύνησα τα παράλια. Ελπίζω στο μέλλον να μου δοθεί η ευκαιρία να προχωρήσω πιο βαθιά στην Τυνησία, φτάνοντας μέχρι το Εθνικό Πάρκο Τζεμπίλ με το απέραντο ερημικό τοπίο. Θα επιστρέψω.



