Τα ταξί έξω από το αεροδρόμιο σχηματίζουν ουρές χιλιομέτρων. Τουρίστες όμως δεν υπάρχουν, όποιος φτάνει πλέον στο αεροδρόμιο του Ντουμπάι είναι μόνο για να φύγει από τη χώρα. Μόλις μπαίνω στο ταξί ο οδηγός με ρωτάει αν έχω έρθει για διακοπές ή για δουλειά. «Για διακοπές» του απαντάω, προκειμένου να γλιτώσω τη συζήτηση που θα άνοιγε αν μάθαινε ότι είμαι δημοσιογράφος από την Αθήνα. «Είστε πολύ γενναία. Είδατε τι έγινε στο Ντουμπάι και δεν ακυρώσατε τις διακοπές σας» αποκρίνεται εκείνος. «Εσείς;» τον ρωτάω «Δεν φοβάστε;». «Εγώ, κοπέλα μου, είμαι από την Ινδία, τι έχω να φοβηθώ;» μου απαντάει και συνεχίζει να οδηγεί, ενώ από τον ομιχλώδη ουρανό φανερώνονται σιγά-σιγά οι ουρανοξύστες της πόλης.
Και να που τελικά όλα γίνονται· το Ντουμπάι, το οποίο φιγουράρει στους παγκόσμιους ταξιδιωτικούς οδηγούς έως ένας από τους πέντε πιο ασφαλείς προορισμούς του κόσμου, βρίσκεται στη δίνη του πολέμου. Φτάνω στο ξενοδοχείο ξημερώματα και μπαίνω στο δωμάτιο, που έχει θέα στο Burj Khalifa, το ψηλότερο κτίριο στον κόσμο.Λίγα λεπτά αργότερα το κινητό μου ηχεί προειδοποιητικά: στην οθόνη εμφανίζεται ένα έκτακτο μήνυμα που ζητάει να μείνουμε σε ασφαλές και προστατευμένο μέρος, καθώς η χώρα δέχεται απειλή. Αμηχανία. Το Ντουμπάι δεν είναι μια περιοχή που ξέρει να ζει υπό τον ήχο των σειρήνων. Οι κάτοικοί του δεν γνωρίζουν αν υπάρχουν καταφύγια και πού είναι αυτά, δεν ξέρουν πώς πρέπει να αντιδράσουν σε περίπτωση κινδύνου. Φροντίζω απλώς να απομακρυνθώ από τις τζαμαρίες του δωματίου και περιμένω. Σαράντα λεπτά αργότερα έρχεται ειδοποίηση λήξης του συναγερμού, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων ευχαριστεί τους πολίτες για τη συνεργασία και τους προτρέπει να συνεχίσουν κανονικά τις δραστηριότητές τους. Δεν ξέρω αν πρέπει να βγω στον δρόμο ή να παραμείνω στο ξενοδοχείο, αποφασίζω όμως να κάνω μια βόλτα, να δω κι εγώ για πρώτη φορά το Ντουμπάι.

Η εικόνα της πόλης
Οι δρόμοι είναι άδειοι. Κυκλοφορούν ελάχιστοι άνθρωποι, κάποιοι κάνουν βόλτα τα κατοικίδιά τους, άλλοι περνούν τις διαβάσεις με πατίνι. Φτάνω στο Dubai Mall, ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα της πόλης· είναι άδειο. Στις βιτρίνες των μεγαλύτερων brands ποζάρουν σε μεγάλες αφίσες γυναίκες με μαντίλες. Πελάτισσες όμως δεν υπάρχουν. Κάνω μια βόλτα στο άδειο mall και επιστρέφω στο ξενοδοχείο.
Τα Εμιράτα έχουν τους δικούς τους κανόνες, διαφορετικούς από εκείνους της Ευρώπης. Ενα τηλεοπτικό συνεργείο δεν μπορεί να βγει στους δρόμους και να καταγράφει ό,τι βρίσκει μπροστά του. Οι νόμοι είναι αυστηροί. Οι εικόνες που θα βγαίνουν από τη χώρα δεν θα πρέπει να τη δυσφημούν, διαφορετικά θεωρούνται «fake news» και υπάρχουν κυρώσεις. Νόμος του κράτους που προϋπήρχε των επιθέσεων απαγορεύει την κινηματογράφηση καταστροφών οι οποίες προήλθαν από χτυπήματα άλλων χωρών. Επιπλέον, η Αστυνομία μπορεί να σου ζητήσει να σβήσεις το βίντεο που τράβηξες, μπορεί να σου πάρει το κινητό και, αν είσαι επαγγελματίας, μπορεί να κάνει ακόμα και κατάσχεση του εξοπλισμού σου. Τα πρόστιμα που επιβάλλονται είναι τεράστια – ξεπερνούν τις 25.000 ευρώ –, ενώ τις τελευταίες ημέρες έγιναν εκατοντάδες συλλήψεις – ειδικά στο Αμπου Ντάμπι – για βίντεο που κυκλοφόρησαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κυρίως από τρομαγμένους influencers, τα οποία, σύμφωνα με το επίσημο κράτος, δεν πρόβαλλαν την πραγματική εικόνα της περιοχής. Με λίγα λόγια, άνθρωποι που κατέγραψαν και ανέβασαν βίντεο με την πόλη σε αναβρασμό βρήκαν τον μπελά τους.
Ξεκίνησα να επισκέπτομαι όλες τις διάσημες γωνιές του Ντουμπάι, το Burj Khalifa, τις υπαίθριες αγορές, το ξενοδοχείο Atlantis, το Burj Al Arab, την Τζουμέιρα. Ηταν άλλωστε μια μοναδική ευκαιρία να το απολαύσει κανείς χωρίς κόσμο. Δρόµοι, εστιατόρια, εµπορικά κέντρα, ξενοδοχεία, όλα άδεια. Μάλιστα τα εστιατόρια και οι επιχειρήσεις φιλοξενίας έχουν µειώσει τις τιµές τους στο 1/3 – ακόµα και τα 5άστερα ξενοδοχεία.

Εμπειρίες Ελλήνων
Εδώ ζουν και δραστηριοποιούνται 4.000 Ελληνες και άλλες 100.000 ευρωπαίοι πολίτες. Η Μαρία Θεοχάρη έγινε μόνιμη κάτοικος Ντουμπάι πριν από δύο χρόνια. Επέλεξε το συγκεκριμένο εμιράτο για την ασφάλεια των παιδιών της – ποτέ της δεν περίμενε ότι θα βίωνε μια τέτοια απειλή. Για να τη βρω διασχίζω την έρημο, καθώς μένει σε μια όμορφη γειτονιά με διώροφα σπίτια μακριά από το κέντρο της πόλης. Στα παράθυρά της έχει βάλει πλαστικές σακούλες για να μην τραυματιστούν η ίδια και τα παιδιά από τα τζάμια σε περίπτωση θραύσης. Οπως μου λέει, πρέπει να είναι πρώτα εκείνη ψύχραιμη και γενναία ώστε να δώσει δύναμη στη Βικτώρια και τον Μάξιμο, τα παιδιά της. «Η επίθεση μας έπιασε στον ύπνο» περιγράφει η ίδια. «Ξυπνήσαμε από τα τηλεφωνήματα συγγενών από την Ελλάδα που ρωτούσαν αν είμαστε καλά. Σύντομα αρχίσαμε να ακούμε τον ήχο των αναχαιτίσεων στον ουρανό. Πήραμε νερά και μπήκαμε στην αποθήκη του σπιτιού μέχρι τη λήξη του συναγερμού» λέει συμπληρώνοντας την εικόνα. Από εκείνη την ημέρα ο παραμικρός ήχος τούς τρομάζει, καθώς νομίζουν ότι πρόκειται για άλλη μία απειλή. Στο χολ του σπιτιού είναι έτοιμα τρία backpacks, ένα για τον καθένα, με όλα τα απαραίτητα. Η Μαρία και τα παιδιά προσπαθούν να φύγουν για την Ελλάδα, τουλάχιστον για ένα διάστημα, μέχρι η κατάσταση εκεί να ηρεμήσει. Εχουν περάσει όμως 11 ημέρες και ακόμα δεν τα έχουν καταφέρει. Στις διαδικασίες επαναπατρισμού δεν προβλέπεται η μεταφορά κατοικίδιων και, όπως είναι λογικό, αρνούνται να αφήσουν τον μικρό Ματίς πίσω. «Νιώθω ότι το κράτος προσπαθεί και κάνει ό,τι μπορεί για να κρατήσει τους πολίτες του ασφαλείς. Ωστόσο, θα ήταν καλύτερα να περάσουμε μερικές μέρες στην Ελλάδα».
Το ίδιο πρόβλημα λόγω του κατοικιδίου της έχει και η Νίκη, η οποία ζει μόνιμα στο Ντουμπάι με τον φίλο της. Αυτό που τους ζητούν είναι να αφήσουν το σκυλάκι τους σε ένα καταφύγιο ή σε ένα ξενοδοχείο ζώων επ’ αόριστον, κάτι που όπως λέει εκείνη είναι αδύνατον αφού το είναι μέλος της οικογένειάς τους.
Η Μαρία με τον σύζυγό της ήρθαν στο Ντουμπάι μόνο για ένα τριήμερο. Είχαν κλείσει τα εισιτήριά τους αρκετούς μήνες πριν. Η επίθεση τους βρήκε στην αποβίβαση από το αεροσκάφος. Περίμεναν πώς και πώς αυτό το ταξίδι, δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι θα ξεκινούσαν για την πόλη του πλούτου, της λάμψης και του θεάματος και θα προσγειώνονταν σε μια εμπόλεμη ζώνη. Τους συνάντησα στο ξενοδοχείο 10 ημέρες μετά την επίθεση και ακόμα δεν είχαν καταφέρει να φύγουν για Ελλάδα. Οι διαδικασίες επαναπατρισμού ήταν περίπλοκες και, όπως λέει η Μαρία, δόθηκε προτεραιότητα σε μόνιμους κατοίκους και όχι στους τουρίστες. «Την πρώτη ημέρα σοκαρίστηκα. Πρέπει να έκλαιγα ώρες. Εχω αφήσει τα παιδιά με τη γιαγιά, φύγαμε για τρεις ημέρες και λείπουμε ήδη δέκα. Προφανώς και δεν μπορέσαμε να απολαύσουμε το ταξίδι μας. Προσπαθήσαμε να βρούμε μια εμπορική πτήση για να γυρίσουμε, οι τιμές όμως τα πρώτα 24ωρα είχαν εκτοξευθεί, είχαν φτάσει μέχρι και τα 2.500 ευρώ. Ηταν αδύνατον να καλύψουμε αυτά τα έξοδα. Επιπλέον, όλο αυτό το διάστημα πληρώνουμε το ξενοδοχείο για τη διαμονή μας χωρίς κανένα voucher. Το μόνο που θέλω είναι να γυρίσω πίσω, ασφαλής, στα παιδιά μου, που έχουν αρχίσει να ρωτάνε πού είμαστε» περιγράφει η ίδια με αγωνία.
Πηγαίνω στις υπαίθριες αγορές στην ανατολίτικη πλευρά της πόλης, εκεί όπου δεν υπάρχει πολυτέλεια, μόνο μπαχάρια σε πάγκους, αραβικά αρώματα και μακριά μουσουλμανικά φορέματα. Σε ένα κατάστημα που μπαίνω είμαι η πρώτη πελάτισσα – τα παζάρια αυτές τις ημέρες που η αγορά είναι υποτονική είναι ακόμα πιο εύκολα, αφού όλοι οι έμποροι θέλουν να πουλήσουν. Αδεια και η αγορά χρυσού, η περίφημη Gold Souk. Συνήθως υπάρχει μια τεράστια ουρά από τουρίστες που θέλουν να φωτογραφηθούν με το μεγαλύτερο χρυσό δαχτυλίδι του κόσμου – κατέχει και το Ρεκόρ Guinness –, σήμερα όμως αυτό είναι μόνο του στη βιτρίνα και κόσμος δεν υπάρχει για να φωτογραφηθεί.
Μπαίνω στην παραδοσιακή ξύλινη βάρκα για να περάσω από την περιοχή Ντέιρα στην Αλ Σιφ. Η διαδρομή κοστίζει μόνο ένα ντιρχάμ και είναι μικρή. Οι βαρκάρηδες αλλάζουν θέση στους επιβάτες ώστε οι γυναίκες με τις μαντίλες να μην καθίσουν δίπλα σε ξένους άνδρες. Στην απέναντι πλευρά, μαγαζάκια πουλάνε τσάι με γάλα και κάρδαμο. Οι πωλητές σχεδόν σε τραβούν από το χέρι για να μπεις και να δεις το εμπόρευμά τους.
Στον δρόμο της επιστροφής υπάρχει μποτιλιάρισμα. Μάλλον άρχισαν να ξαναβγαίνουν στους δρόμους. Λίγες ημέρες πριν ένας οδηγός έχασε τη ζωή του όταν πάνω στο αυτοκίνητό του έπεσε θραύσμα από τις αναχαιτίσεις. Οι κάτοικοι προσπαθούν να διώξουν από το μυαλό τους τις κακές σκέψεις, προσπαθούν να συνεχίσουν κανονικά τις δραστηριότητές τους. Κάποιοι κάνουν τηλεργασία, άλλοι επιστρέφουν στα γραφεία τους.
Είναι Τετάρτη 11 Μαρτίου. Δύο drones χτυπούν την περιοχή του αεροδρομίου. Τέσσερις τραυματίες – δύο από την Γκάνα, ένας από το Μπανγκλαντές και ένας από την Ινδία. Την ίδια ώρα μια πτήση επαναπατρισμού είναι έτοιμη να ξεκινήσει το ταξίδι της για την Αθήνα. Μεταφέρουν τους έλληνες επιβάτες σε ασφαλές καταφύγιο στο υπόγειο πάρκινγκ. Λίγες ώρες μετά τη λήξη του συναγερμού τούς ανεβάζουν και πάλι στις πύλες του αεροδρομίου. Μία ημέρα πριν είχε δεχθεί επίθεση από drone το μεγαλύτερο διυλιστήριο του Αμπου Ντάμπι. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα περιουσιακά στοιχεία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, επεξεργάζεται 922.000 βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, βενζίνη ντίζελ και καύσιμα αεροσκαφών. Η προληπτική διακοπή της λειτουργίας του θα προκαλέσει τεράστια μείωση της ημερήσιας παραγωγής πετρελαίου.
Από την ένωση των Αραβικών Εμιράτων και μετά, το Ντουμπάι ποντάρει σε δύο πράγματα: στη χλιδή και στην ασφάλεια. Η σκέψη ήταν απλή: κάποτε το πετρέλαιο θα τελειώσει, η λάμψη όμως ποτέ. Τα χτυπήματα στην πόλη αυτή είναι χτυπήματα με σημειολογία. Αφορούν τον πλούτο και τη λάμψη. Ο υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων τονίζει ότι είναι μια χώρα σε άμυνα και θα επιτεθεί μόνο για να προασπίσει την κυριαρχία της και την ασφάλεια των κατοίκων της.
Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες αυτού του πολέμου τρομάζουν τους πάντες. Κανένας δεν θέλει να πέσει η τουριστική κίνηση στο Ντουμπάι, κανένας δεν θέλει οι μεγάλες εταιρείες να απομακρύνουν την έδρα τους από αυτόν τον φορολογικό παράδεισο, κανένας δεν θέλει να πέσει η αγορά ακινήτων.
Τα θεάματα με τα σιντριβάνια που χορεύουν και τα νερά που πηδούν ψηλά συνεχίζονται κανονικά. Η κυβέρνηση δεν θέλει να αφήσει την ψυχολογία του κόσμου να πέσει. Προσπαθεί με κάθε τρόπο να υπενθυμίσει ότι αυτή η πόλη στο DNA της έχει λάμψη και όχι φόβο.



