Στον απόηχο της δυσάρεστης ιστορίας που είχε ως πρωταγωνιστή τον σταρ Γιώργο Μαζωνάκη και την καταγγελία που έγινε σε βάρος του από τραγουδιστή, πρώην συνεργάτη του σε κάποιο από τα επί της πίστας προγράμματά του, θέλω να πω κάτι που μου έμεινε από όλο αυτό.
Οχι, μην ανησυχείτε: δεν πρόκειται να πάρω θέση υπέρ ή εναντίον κάποιου από τους εμπλεκομένους.
Δεν έχω ούτε γνώση των καταγγελιών ούτε γνώση της υπερασπιστικής γραμμής – δεν ξέρω τίποτε παραπάνω από αυτά που ακούσαμε όλοι από τους δικηγόρους των δύο πλευρών στα κανάλια. Εχω όμως γνώση του πώς αντιμετωπίστηκε ο «Μαζώ»: για την ακρίβεια, γνωρίζω πώς αντιμετωπίστηκε η δική του περίπτωση σε σύγκριση με τους καταγγελθέντες κάποτε και σήμερα καταδικασθέντες (αλλά εκτός φυλακής) Δημήτρη Λιγνάδη και Πέτρο Φιλιππίδη, αλλά και άλλους της σόουμπιζ που κατά καιρούς έχουν κατηγορηθεί (δικαίως ή αδίκως) για διάφορα.
Ολες οι ιστορίες δεν είναι ίδιες. Η περίπτωση του Μαζωνάκη δεν έχει φθάσει ακόμα να κριθεί σε δικαστήριο – μου λένε ότι ίσως δεν θα είναι απλό οι όποιες κατηγορίες εναντίον του να σταθούν, ομολογώ όμως ότι δεν το γνωρίζω.
Ο Λιγνάδης και ο Φιλιππίδης πρέπει να αισθάνονται μάλλον τυχεροί που είναι στο σπίτι τους μετά τις δίκες τους. Οι τρεις ιστορίες διαφέρουν και σε κάτι άλλο: στον τρόπο με τον οποίο αντέδρασε η κοινή γνώμη όταν οι καταγγελίες είδαν το φως.
Κακά τα ψέματα: ο Λιγνάδης και ο Φιλιππίδης είχαν καταδικαστεί από το κοινό πριν από τις δίκες τους. Η περίπτωση του Λιγνάδη είχε ξεσηκώσει και πολιτικό καβγά, καθώς η αντιπολίτευση ζητούσε την παραίτηση τουλάχιστον της υπουργού Πολιτισμού που τον είχε διορίσει διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου. Ο Φιλιππίδης σταμάτησε να εμφανίζεται στα θέατρα – και να δουλεύει γενικώς – πολύ πριν από την πρώτη καταδίκη του.
Η κοινή γνώμη, όπως εκφράζεται από τα ταμ-ταμ των social media, είχε υπάρξει σκληρότατη και με τους δύο – όπως και με τον κάποτε υφυπουργό και πάντα ηθοποιό Παύλο Χαϊκάλη, που επίσης από τότε που βρέθηκε στο επίκεντρο ενοχλητικών συζητήσεων σχεδόν χάθηκε.
Ενώ ο «Μαζώ» ζει και βασιλεύει! Συνέχισε κανονικά τις τηλεοπτικές εμφανίσεις του, την ώρα που στο κέντρο όπου εμφανίζεται επικράτησε, ειδικά τις πρώτες βραδιές, το αδιαχώρητο: χιλιάδες θαυμαστές του έτρεξαν να του συμπαρασταθούν. Το ξαναλέω, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, ότι οι ιστορίες δεν είναι ίδιες.
Ο Λιγνάδης καταγγέλθηκε για βιασμούς. Ο Φιλιππίδης κατηγορήθηκε από συναδέλφους του ηθοποιούς για απόπειρες βιασμού. Ο τραγουδιστής που μήνυσε τον Μαζωνάκη δεν ισχυρίζεται ανάλογα πράγματα, ωστόσο και αυτός καταγγέλλει πολλά δυσάρεστα. Που όμως τη μεγάλη πλειονότητα του κόσμου μάλλον δεν τη σοκάρουν. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που ζήτησαν να αποφανθούν οι δικαστές για το τι ισχύει και τι όχι. Και εντυπωσιακά περισσότεροι όσοι στο Facebook και στο Instagram δήλωσαν πως είναι φανατικά «με τον Γιώργο».
Ανήκουν οι συγκεκριμένοι στον στρατό των φανατικών θαυμαστών του διάσημου τραγουδιστή; Πιθανόν. Είχαν ο Λιγνάδης και ο Φιλιππίδης ανάλογο στρατό φανατικών που απλά λιγοψύχησε και δεν τους υπερασπίστηκε; Οχι φυσικά. Η ιστορία υπενθυμίζει κάτι ενδιαφέρον: ότι οι τραγουδιστές έχουν προσωπικούς οπαδούς ενώ οι ηθοποιοί (και πόσω μάλλον οι σκηνοθέτες) όχι. Το γεγονός το γνωρίζουμε από παλιά.
Ο Στράτος Διονυσίου π.χ. πήγε φυλακή, αλλά το γεγονός δεν μείωσε τη δημοτικότητά του: οι οπαδοί του είδαν (σχεδόν) έναν ήρωα. Ο Ακης Πάνου επίσης θεωρείται «καλτ», παρά το ειδεχθές της πράξης του.
Ο «Μαζώ», που είναι απλά καταγγελθείς, ήταν λογικό να δει τον κόσμο του να του συμπαραστέκεται. Αλλά δεν είναι οι οπαδοί του αυτοί που του εξασφάλισαν τη δυνατότητα να περάσει ωραίες γιορτές, γνωρίζοντας και αποθεώσεις στο μαγαζί όπου εμφανίζεται: αυτοί που διαχώρισαν τη δική του περίπτωση από άλλες ανάλογες δραματικές ιστορίες καλλιτεχνών, οι οποίες στηρίχθηκαν σε καταγγελίες ετεροχρονισμένες, ήταν όσοι ανήκουν στην περίφημη «σιωπηλή πλειοψηφία». Ο τρόπος της σιωπηλής πλειοψηφίας θυμίζει πολύ την πρακτική αυτών που απαντούν «δεν ξέρω/δεν απαντώ» στις πολιτικές δημοσκοπήσεις.
Η μη τοποθέτηση είναι καθοριστική για τις εξελίξεις, διότι στην πραγματικότητα αυτή η μη τοποθέτηση φουσκώνει τη δυναμική του κυρίαρχου ρεύματος. Αν η πλειονότητα μένει σιωπηλή, ακούγονται μόνο τα «είμαστε με τον Γιώργο» ή τα «ανάθεμα στον Λιγνάδη και στον Φιλιππίδη». Αυτή η σιωπηλή πλειοψηφία έχει διά μέσου της σιωπής της την ικανότητα να διαμορφώνει το κλίμα.
Γιατί αυτή η σιωπηλή πλειοψηφία στάθηκε δίπλα στον Γιώργο Μαζωνάκη; Για έναν πολύ απλό λόγο: διότι ο «Μαζώ» πότε δεν φιλοτέχνησε για τον εαυτό του την εικόνα του καλού παιδιού και αυτό, ενώ πιστεύω πως δεν έγινε συνειδητά ή βάσει σχεδίου, εν τέλει τη δεδομένη στιγμή τον έσωσε.
Ο Μαζωνάκης σταδιοδρομεί ως κομμάτι παράξενος – κάποιος πέρα από τα συνηθισμένα. Εχει κάνει αντισυμβατικές επιλογές που σαφώς και δεν θυμίζουν λαϊκό τραγουδιστή. Το 2012 είχε κάνει στο τότε καλοκαιρινό μαγαζί της Γλυφάδας Τhalassa μια εμφάνιση φορώντας κάτι σαν φούστα – και σε μια στιγμή που το μεγάλο του σουξέ ήταν το «Λείπει πάλι ο Θεός».
Το 2019 εμφανίστηκε με φούστα όχι σε μαγαζί στη διάρκεια προγράμματος, αλλά στο Instagram: ζητούσε μάλιστα τη γνώμη των ακολούθων του για το αν πρέπει να εμφανιστεί έτσι σε βίντεο κλιπ. Τον έχω δει κάποτε να εμφανίζεται στο τελευταίο κομμάτι του προγράμματος ξαπλωμένος επί σκηνής, με την πλάτη γυρισμένη στο κοινό και καπνίζοντας αμέριμνος.
Μια άλλη φορά θυμάμαι να διώχνει θαμώνες από τα πρώτα τραπέζια γιατί πιάστηκαν στα χέρια μεταξύ τους και να αποχωρεί. Σε μια εποχή που οι πιο πολλοί λαϊκοί τραγουδιστές ήθελαν να είναι «καλά παιδιά» ή «παλιά αρσενικά» που τσακώνονταν δημοσίως με τις γυναίκες τους ή τύποι που ψάρευαν κοινό κάνοντας πολιτικά κηρύγματα, ο «Μαζώ» ήθελε να πιστεύουμε πως είναι ένας παράξενος.
Ετσι ό,τι πέρυσι του συνέβη αντιμετωπίστηκε από το κοινό ως ένα είδος λογικής συνέπειας μιας παραξενιάς. Θα έλεγα μιας διαφορετικότητας, αλλά με ενοχλεί τρομερά η λέξη.
Στην περίπτωση του Μαζωνάκη αυτό προέκυψε τυχαία: ο τραγουδιστής δεν κατασκεύασε μια δημόσια εικόνα. Αλλά το γεγονός είναι κάτι σαν μάθημα για όλη την εγχώρια σόουμπιζ.
Αν θέλετε να γλιτώσετε από τους εισαγγελείς των social media (εν μέρει και από τους κήνσορες της σκανδαλολογικής και ηθικοπλαστικής δημοσιογραφίας) φροντίστε να «πουλάτε» ως «παλιόπαιδα». Ετσι, ό,τι κι αν σας καταλογίσουν, δεν θα αποτελεί είδηση. Δηλαδή δεν θα υπάρξει διαπόμπευσή σας πριν καν εκδοθεί οποιαδήποτε δικαστική απόφαση…



