Ασχολείται με ένα πολύ επίκαιρο θέμα το μυθιστόρημα του Αντρέα Μπαγιάνι με τίτλο «Η επέτειος» (κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ικαρος σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση), καθώς ο πρωταγωνιστής του είναι ένας γιος που αποφασίζει να έρθει σε απόλυτη ρήξη με τους γονείς του και να μην έχει καθόλου επαφές μαζί τους – ένα φαινόμενο το οποίο το συναντάμε ολοένα και συχνότερα πια στις σύγχρονες κοινωνίες (βλέπε Μπρούκλιν Μπέκαμ).
Ο ιταλός συγγραφέας, ποιητής και καθηγητής δημιουργικής γραφής στο Rice University του Χιούστον, στο Τέξας, ανατέμνει, χειρουργικά σχεδόν, το ασφυκτικό πατριαρχικό καθεστώς που έχει επιβληθεί σε μια οικογένεια και δικαίως αυτό το βιβλίο του τιμήθηκε με το βραβείο Strega 2025 – τη μεγαλύτερη λογοτεχνική διάκριση στην Ιταλία – και πρόκειται να κυκλοφορήσει σε περισσότερες από 30 χώρες.
Στην «Επέτειο» ένας άνδρας αποφασίζει να μην ξαναμιλήσει ποτέ με τους γονείς του. Γιατί ήταν σημαντικό για εσάς να γράψετε ένα μυθιστόρημα που αντιμετωπίζει την αποστασιοποίηση όχι ως αποτυχία, αλλά ως αναγκαιότητα;
«Πιστεύω πως η αποστασιοποίηση είναι αυτό το στοιχείο χωρίς το οποίο δεν θα υπήρχε η λογοτεχνία. Το μυθιστόρημά μου το εξετάζει με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι η διεκδίκηση ενός πολύ απλού δικαιώματος: του να μένεις μακριά από ό,τι σε πληγώνει. Αν αυτό που σε πληγώνει είναι η οικογένεια, τότε δεν έχεις παρά να μείνεις μακριά της. Η δεύτερη αποστασιοποίηση με την οποία ασχολείται το βιβλίο έχει να κάνει με την αμφισβήτηση του ταμπού που λέει ότι η οικογένεια είναι ιερή ο κόσμος να χαλάσει, ακόμη κι αν έχουμε να κάνουμε με τη βία. Η ένσταση είναι σαφής: καμία κοινωνική προκατάληψη δεν μπορεί να καταπνίξει ένα δικαίωμα».
Υπάρχει μια έντονη αίσθηση σιωπής σε όλο το βιβλίο σας – πράγματα που δεν λέγονται, χειρονομίες που αντικαθιστούν τις λέξεις…
«Η σιωπή, ή μάλλον η απουσία λέξεων, είναι ο τόπος όπου συμβαίνει καθετί. Ενας έρωτας τελειώνει μέσα μας χωρίς λόγια, νιώθουμε μια επιφοίτηση, έτσι, χωρίς λόγια, πληγωνόμαστε, ξαφνιαζόμαστε. Αν κάποιος μάς κοίταζε στα μάτια, αν παρατηρούσε το σώμα μας τη στιγμή που συνειδητοποιούμε ότι ένας έρωτας πεθαίνει ή γεννιέται, θα το καταλάβαινε καλύτερα ίσως από ό,τι με όλα τα λόγια που θα μπορούσαμε να πούμε.
Κι έπειτα εμείς, γράφοντας και ζώντας, προσπαθούμε να βρούμε τις κατάλληλες λέξεις για να τα πούμε όλα αυτά. Συχνά όμως αυτές τις λέξεις τις χρησιμοποιούμε για να χτίσουμε ένα είδος εσωτερικής – και εξωτερικής – προπαγάνδας, για να κατασκευάσουμε έναν εικονικό κόσμο. Η “Επέτειος” περιγράφει ένα ολοκληρωτικό οικογενειακό σύμπαν, όπου τα λόγια της προπαγάνδας δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να χτίζουν ένα ασφυκτικό σύστημα.
Ομως, η αλήθεια – ανθρώπινη και πολιτική – βρίσκεται στις χειρονομίες όσων βιώνουν τον φόβο εκεί μέσα κάθε μέρα. Με το να τραβάει ο πρωταγωνιστής τα γένια του και να τα ξεριζώνει, με το να ξεπλένει η μητέρα την οδοντόβουρτσά της στο νερό της τουαλέτας. Είναι σιωπηλές χειρονομίες που εκφράζουν πολύ περισσότερα από εκατομμύρια λέξεις. Η πεζογραφία και η ποίηση επιδιώκουν το αδύνατο: να κάνουν τη σιωπή να ακουστεί μέσα από τις λέξεις».
Πολλοί αναγνώστες περιγράφουν το μυθιστόρημά σας ως μια βαθιά αποσταθεροποιητική εμπειρία. Σε αυτή την αντίδραση αποσκοπούσατε;
«Κύρια αποστολή της λογοτεχνίας – τουλάχιστον αυτής που με εμπνέει και πάνω στην οποία εργάζομαι καθημερινά – είναι το να λειτουργεί αποσταθεροποιητικά. Η πραγματικότητα – ή αυτό που ονομάζουμε έτσι και βιώνουμε κάθε μέρα – είναι ένα είδος αποκρυσταλλωμένων συμπεριφορών που όλοι αναπαράγουμε και οι οποίες μάς έχουν επιβληθεί ή τις έχουμε κληρονομήσει.
Το βιβλίο μου μιλάει, για παράδειγμα, για τη φυσικότητα με την οποία αποδεχόμαστε συμπεριφορές που θεωρούνται κανονικές, όπως η υποτιμητική επιθετικότητα του αρσενικού ή η εξουσία που βασίζεται στην υποταγή της γυναίκας. Μιλάει για την ύπαρξη ενός είδους εσωτερικού Μουσολίνι που ενυπάρχει στον άνδρα και όχι μόνο στον Ιταλό. Το να κάνει, λοιπόν, αισθητό αυτό, το πόσο δηλαδή συνένοχοι είμαστε όλοι, πόσο ο καθένας μας αποτελεί κατά κάποιον τρόπο μέρος αυτού του ίδιου ιστού της εξουσίας – όχι μόνο μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο –, αυτό είναι κάτι που αποσυντονίζει.
Είναι αποσταθεροποιητικό να διαβάζεις κάτι που ενεργοποιεί την ίδια σου τη συνείδηση, και άρα τη σκέψη σου. Είτε είσαι Ιταλός, Ελληνας, Γάλλος ή Κολομβιανός, λίγη σημασία έχει. Είτε είσαι μέλος μιας οικογένειας είτε όχι, μιλάει για εσένα, για τις σχέσεις με τους άλλους, για την εξουσία, για την επιβίωση».
Σε τι βαθμό διαμορφώνεται η ταυτότητά μας από όσα αρνούμαστε να αποδεχθούμε ως αυτονόητα;
«Σε πολύ μεγάλο βαθμό. Αλλά χρειάζεται μεγάλη δύναμη για να το κάνεις αυτό, και πολύ θάρρος. Ο Φουκό, παραπέμποντας στον Πλάτωνα, το ονόμαζε παρρησία, δηλαδή το να εκφράζει κανείς την ειλικρινή του γνώμη ακόμη και όταν αυτή η στάση ενέχει κινδύνους. Η αμφισβήτηση ενός κυρίαρχου, ευρέως αποδεκτού αφηγήματος, εγκυμονεί κινδύνους, σε κάνει κατ’ αρχάς αντιδημοφιλή μέσα στην ίδια σου την κοινότητα. Ολες οι μειονότητες το γνωρίζουν αυτό.
Παράλληλα, όμως, σε γεμίζει δύναμη, ατομικά και πολιτικά. Η λογοτεχνία βασίζεται ακριβώς πάνω σε αυτή τη διαδικασία, σε αυτή την απλή και πανίσχυρη κίνηση τού να επιλέγεις τις δικές σου λέξεις, τη δική σου οπτική γωνία, για να αφηγηθείς μια ιστορία».
Τι σημαίνει να γράφει κανείς ένα μυθιστόρημα που αρνείται να καταλήξει στη συμφιλίωση και τη συγχώρηση;
«Δεν πιστεύω ότι τις αρνείται, ωστόσο. Πρόκειται για λέξεις σύνθετες, τεράστιες, τις οποίες διαφορετικά συστήματα σκέψης, πολιτισμού, θρησκείας και ηθικής αρθρώνουν με τρόπο διαφορετικό, ίσως και αντίθετο ενίοτε. Υπάρχει όμως κάτι που κάνει η λογοτεχνία, και αυτό είναι το να αρνείται την υπεραπλούστευση και να υπερασπίζεται την πολυπλοκότητα.
Να αρνείται τον σύντομο δρόμο του σωστού ή του λάθους, της καταδίκης ή της άφεσης. Αυτό σημαίνει να βγαίνεις από την επικράτεια της συγχώρησης, υπό την έννοια της δύναμης κάποιου που έχει την εξουσία να αφαιρεί την αμαρτία. Σημαίνει, αντίθετα, να παραμένεις εκεί όπου η ανθρώπινη κατάσταση εμπεριέχει, μερικές φορές στην ίδια χειρονομία, την αθωότητα και τη βία, την αγάπη και το μίσος».
Υπάρχει όμως ακόμη χώρος στη δημόσια ζωή για την ηθική πολυπλοκότητα ή οδηγούμαστε όλο και περισσότερο σε απλουστευμένα αφηγήματα ενοχής και αθωότητας;
«Φυσικά, όλα σήμερα μας ωθούν προς τα απλά αφηγήματα. Οι αλγόριθμοι φροντίζουν γι’ αυτό κάθε μέρα, κάθε ώρα. Μας φυτεύουν αυτές τις απλές σκέψεις στο κεφάλι, δημιουργώντας μας την ψευδαίσθηση ότι εμείς τις σκεφτήκαμε πρώτοι.
Ετσι νικά η απλούστευση, έτσι νικά η κάθε Δεξιά. Ολοι ενωμένοι από απλές σκέψεις που στρέφονται εναντίον κάποιου. Η πιο απλή σκέψη, η πιο απλουστευμένη ιστορία, είναι το: “Για όλα φταίει ο…”. Και να λοιπόν που η λογοτεχνία έρχεται σε άμεση αντίθεση με αυτό. Λέει πως τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα.
Αυτή είναι η προσπάθεια που καταβάλλουμε γράφοντας και αυτή που ζητάμε από τον αναγνώστη. Αλλά αυτό που νιώθουμε διαβάζοντας, και αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε γράφοντας, είναι επίσης το να μεταδώσουμε την τεράστια απόλαυση, την τεράστια δύναμη που νιώθει κανείς όταν ανακαλύπτει αυτό που δεν ήξερε, όταν αμφισβητεί ένα στερεότυπο, μια προκατασκευασμένη σκέψη».
Θεωρείτε ότι είναι καλό για τις κοινωνίες μας το ότι ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι σήμερα κάνουν ψυχοθεραπεία;
«Δεν ξέρω. Εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες. Το να αμφισβητείς τις απολιθωμένες εκδοχές του εαυτού σου και του κόσμου είναι πάντα μια εξελικτική κίνηση. Υπάρχουν εκείνοι που το κάνουν μέσω της ψυχοθεραπείας, άλλοι μέσω του ψαρέματος, του χορού ή της γραφής.
Υπάρχουν όμως και εκείνοι που κάνουν θεραπεία για δεκαετίες χωρίς ποτέ να θέτουν υπό αμφισβήτηση τον εαυτό τους. Εν ολίγοις, ο καθένας το κάνει με τον τρόπο του. Για εμένα, μια ζωή χωρίς το ρίγος και την αναστάτωση τού να μαθαίνεις αυτό που δεν ξέρεις, θα ήταν μια ζωή φτωχότερη. Η ψυχοθεραπεία, όπως και άλλα πράγματα, μπορεί να σου το προσφέρει αυτό. Η γραφή είναι ακριβώς αυτό».
Πιστεύετε ότι οι σύγχρονες κοινωνίες ενθαρρύνουν την ουσιαστική ανάληψη ευθύνης ή απλώς την επίδειξη ηθικών στάσεων;
«Το να σας απαντήσω σε αυτή την ερώτηση θα απαιτούσε μια διάλεξη έξι ωρών! Σήμερα καλούμαστε να πάρουμε θέση για τα πάντα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στον χώρο εργασίας, στο café, στην πλατεία.
Υπάρχει προφανώς ένα στοιχείο με το οποίο συμφωνώ, δηλαδή το να αποφεύγουμε μια στάση ένοχης παθητικής συναίνεσης. Ομως υπάρχει ο κίνδυνος να ισοπεδωθούν τα πάντα σε γρήγορες διαδικασίες, σε άμεσα λαϊκά δικαστήρια, που πολύ συχνά είναι καρπός μιας διακριτικής προπαγάνδας. Εν ολίγοις, το να παίρνει κανείς θέση μού φαίνεται θεμελιώδες και ηθικό, αλλά θεωρώ σημαντικό να διατηρούμε την επαφή με τον πολυσύνθετο χαρακτήρα των ζητημάτων που μας απασχολούν. Αρα καλό είναι να μην ενδίδουμε στις πιέσεις περί άμεσης τοποθέτησης, αντιτάσσοντας τη βραδύτητα της πολυεπίπεδης σκέψης. Για αυτόν τον λόγο, σήμερα περισσότερο από ποτέ, η λογοτεχνία φέρει την ευθύνη να μην υποκύπτει σε ευκολίες».
Πολλές πολιτικές συγκρούσεις σήμερα παρουσιάζονται ως ιδεολογικές, αλλά μοιάζουν να τροφοδοτούνται από φόβο, ανάγκη για έλεγχο και ανασφάλεια. Θεωρείτε ότι η λογοτεχνία είναι καλύτερα εξοπλισμένη από την πολιτική για να αποκαλύψει αυτούς τους βαθύτερους μηχανισμούς;
«Η ιδεολογία επενδύει στους φόβους. Είναι ένας μηχανισμός που λειτουργεί μόνο αν τροφοδοτείται από τα πιο βασικά συναισθήματα, δηλαδή τα εκμεταλλεύεται, τα χειραγωγεί, προσφέροντας τον εαυτό της ως λύση. Οι φόβοι είναι γνήσιοι, ειλικρινείς, φέρνουν τους ανθρώπους αντιμέτωπους με τη γύμνια μιας στιγμής ή μιας εποχής.
Και η εποχή μας είναι μια τρομακτική εποχή, με διάχυτη οργή, ανισότητες, κοινωνική μοναξιά. Οι ιδεολογίες περιφέρονται μαζεύοντας όλους αυτούς τους φόβους, σχεδόν περνούν από σπίτι σε σπίτι, και λένε: εμείς θα το λύσουμε, με μια φόρμουλα κατανοητή, απλουστευμένη, ψεύτικη. Η κραταιά ιδεολογία αυτής της περιόδου είναι η συντηρητική, η οποία προσφέρει μια μυθοπλασία που λειτουργεί μόνο στα λόγια: την ιδέα ότι επιστρέφοντας στο παρελθόν, στις πιο δυαδικές ταυτότητες, στα παλιά μίση μεταξύ γειτόνων στα σύνορα, όλα θα λυθούν. Μου φαίνεται προφανές ότι αυτό παράγει μόνο μίσος και διάχυτη δυσπιστία».
Κοιτάζοντας το σημερινό λογοτεχνικό τοπίο, τι σας προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία – και τι εξακολουθεί να σας δίνει ελπίδα;
«Για εμένα μετράει αυτό που μου δίνει ελπίδα, και η εποχή μας παράγει οράματα, αρμονία, εκφραστική δύναμη, αφηγήσεις που θέτουν σε κρίση όχι μόνο το κυρίαρχο αφήγημα των καιρών μας, αλλά και εκείνα των συγγραφέων που προηγήθηκαν. Οταν διαβάζω τον Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ, παίρνω δύναμη. Οταν διαβάζω τη Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, παίρνω δύναμη. Οταν διαβάζω τον Αλεχάντρο Σάμπρα, την Ανί Ερνό, τον Πέτερ Χάντκε, νιώθω δύναμη. Αυτό μου δίνει ελπίδα: το ότι η εποχή μας τρέφει και αυτούς τους καρπούς».






