Η λάσπη έχει χρώμα βαρύ, μεταλλικό. Στέκεται πάνω σε αυλές, κολλάει σε μπότες, σκαρφαλώνει σε αυλάκια. Στον κάμπο του Εβρου η γη έχει χάσει τα όριά της. Οι δρόμοι τελειώνουν απότομα μέσα σε μια γυαλιστερή επιφάνεια που δεν ξέρεις αν είναι χωράφι ή λίμνη. Από μακριά, ο τόπος μοιάζει ακίνητος. Από κοντά, ακούς μόνο αντλίες. Παντού επικρατεί ο φόβος της στάθμης. Δέκα πόντοι νερού ακόμη και χιλιάδες στρέμματα χάνονται κάτω από μια ήσυχη, υδάτινη επιφάνεια που μοιάζει αθώα μέχρι να τη διασχίσεις.

Τις τελευταίες ημέρες ο Εβρος ξαναζεί αυτό που οι κάτοικοί του έχουν σταματήσει να αποκαλούν «ακραίο φαινόμενο». Για τους ίδιους δεν είναι πια παρά μια γνώριμη κατάσταση που επαναλαμβάνεται κάθε λίγα χρόνια. Μεγάλοι όγκοι νερού κατεβαίνουν από τη βόρεια λεκάνη απορροής. Τα τοπικά νερά δεν βρίσκουν διέξοδο και εγκλωβίζονται στα χωράφια. Πιέζουν τα αναχώματα, τα οποία υποχωρούν ή υπερχειλίζονται υπό την πίεση της αυξημένης ροής. Σε ορισμένα σημεία η στάθμη φτάνει στους δρόμους, κοντά σε σπίτια, αλλού πάλι η καταστροφή γίνεται αθόρυβα, εκεί που πονάει περισσότερο: στο χώμα που θα έπρεπε τώρα να δουλεύεται για τις ανοιξιάτικες σπορές.

Στα Λάβαρα, στην είσοδο του χωριού, το νερό έφτασε κοντά στις αυλές, δίχως να περάσει τα κατώφλια των σπιτιών. Τα τρακτέρ δουλεύουν αργά, τραβώντας τα τοπικά νερά προς τα χαμηλά σημεία, σαν να σπρώχνουν τον κάμπο πίσω στη θέση του. Ο Ραφαήλ Γιαννακόπουλος, αγρότης από το Σουφλί, στέκεται δίπλα στην αντλία, βάρδια από νωρίς το πρωί. «Μας έχει μισθώσει ο δήμος τα τρακτέρ για να αντλήσουμε τα νερά, ευτυχώς δεν υπήρξε θέμα τουλάχιστον με τις κατοικίες. Το νερό κάνει πίσω σιγά-σιγά, πέφτει η στάθμη. Η καταστροφή, όμως, είναι μεγάλη» λέει στο «Β». Το «κάνει πίσω» στον Εβρο δεν σημαίνει τέλος συναγερμού. Σημαίνει διαρκή παρακολούθηση της στάθμης, σημαίνει βάρδιες και κούραση. Το έχει ζήσει ξανά η περιοχή, με πιο σκληρούς όρους.

Ο Δημήτρης Πέτροβιτς θυμάται το 2015, όταν ως αντιπεριφερειάρχης Πολιτικής Προστασίας βρέθηκε μπροστά σε παροχές που άγγιζαν, όπως λέει, τα 2.500 κυβικά μέτρα το δευτερόλεπτο. «Τότε μιλούσαμε για πλημμύρα εκατονταετίας. Οι ποσότητες ήταν τεράστιες» σημειώνει.

Το ποτάμι ως δέντρο

Σήμερα οι παροχές κινήθηκαν γύρω στα 1.600 κυβικά το δευτερόλεπτο, χαμηλότερες από τα επίπεδα εκείνης της χρονιάς. Ομως, όπως εξηγεί, η ουσία δεν είναι μόνο οι αριθμοί. «Σκέψου τον ποταμό σαν ένα μεγάλο δέντρο. Ο κορμός είναι ο Εβρος. Οταν κατεβάζει νερά ο κορμός και μαζί κατεβάζουν και τα “κλαδιά”, οι παραπόταμοι, τότε δημιουργούνται οι μεγάλες πιέσεις». Τα «κλαδιά» έχουν ονόματα. Ο Αρδας, που συναντά τον Εβρο στην περιοχή του Τριγώνου, κατεβάζει ποσότητες από τα βουλγαρικά φράγματα. Πιο χαμηλά, στην τουρκική πλευρά, συμβάλλουν ο Τούντζας και ο Εργίνης. Οταν συμπέσουν χρονικά οι ροές τους, η πίεση στον κορμό πολλαπλασιάζεται.

Οι πλημμυρισμένες περιοχές στον Έβρο. Φωτογραφία: Γιώργος Καλκανίδης

Ο Εβρος, επιμένει ο κ. Πέτροβιτς, δεν είναι ένα τοπικό ποτάμι που φουσκώνει από μια κακοκαιρία, αλλά «ένα τεράστιο διακρατικό υδρολογικό σύστημα» που απαιτεί διαρκή σχεδιασμό, συντονισμό πέρα από τα σύνορα και έργα που αποσυμπιέζουν την αιχμή της πλημμύρας, πέρα από τα αναχώματα. Γιατί όταν η στάθμη φτάσει στη στέψη του αναχώματος, τότε αναλαμβάνει η φυσική. «Ή θα υπερχειλίσει ή θα το σπάσει. Το νερό βρίσκει πάντα το αδύνατο σημείο» καταλήγει ο Δημήτρης Πέτροβιτς.

Στο καφενείο του «Τσε»

Σε ένα πλακόστρωτο στενό, στο κέντρο του Διδυμοτείχου, βρίσκεται το στέκι του «Τσε». Εδώ είναι το άτυπο κοινοβούλιο των αγροτών της πόλης. Ενα χαμηλοτάβανο, μικρό καφενείο με ξύλινη επένδυση μέχρι τη μέση του τοίχου, πράσινα τραπέζια που έχουν δει δεκαετίες συζητήσεων και μια σόμπα που δουλεύει ασταμάτητα βρέξει-χιονίσει. Στους τοίχους, ο Τσε Γκεβάρα σε ένα ξύλινο κάδρο ελέγχει ποιος μπαινοβγαίνει στο μαγαζί, δίπλα σε έναν καθρέφτη με χρυσή κορνίζα και αυτοκόλλητα της ΑΕΚ από γειτονιές όλης της χώρας: Νέα Ιωνία, Περιστέρι, Λιβάδια, Διδυμότειχο.

Ο «Σέρβος» κάθεται δίπλα στη σόμπα με την πλάτη του ελαφρώς κυρτή. Πάσχει από αγκυλοποιητική σπονδυλοαρθρίτιδα, ένα αυτοάνοσο που, όπως λέει, «τσιμεντάρει τους σπονδύλους». Κάνει κάθε μήνα ένεση βιολογικού παράγοντα. «Αν κρυώσουν πόδια ή γόνατα, με χτυπάει μέχρι τη σπονδυλική στήλη» λέει χαμηλόφωνα. Τον αποκαλούν «Σέρβο» λόγω της καταγωγής του παππού του. Το όνομά του είναι Γιώργος Μάρκου, 49 ετών, και εδώ και λίγες μέρες είναι ένας εκ των πληγέντων της πρόσφατης πλημμύρας. «Σε μια άλλη εποχή, θα έμπαινα στο νερό χωρίς δεύτερη σκέψη. Τώρα το σκέφτομαι διπλά λόγω του αυτοάνοσου», λέει, ενώ κατευθυνόμαστε προς το κτήμα του.

Ο εσωτερικός χώρος στο καφενείο του «ΤΣΕ». Φωτογραφία: Γιώργος Καλκανίδης

Το σπίτι του βρίσκεται λίγο έξω από το Διδυμότειχο, μόλις περάσεις τη γέφυρα. Ενα μικρό αυτόνομο κτίσμα μέσα σε ένα μικρό, άνισο χωράφι. «Αυτή τη φορά το νερό έφτασε στην αυλή. Αν ερχόσουν μια μέρα νωρίτερα, θα το έβλεπες να αγγίζει τις κούτες που είχα μαζέψει». Τα έπιπλα είναι ανεβασμένα πάνω σε άλλα έπιπλα, πράγματα στοιβαγμένα πρόχειρα και μια ζωή σε επιφυλακή. Στο κτήμα, προτού φύγει, άλλαξε θέση στις κότες του για να μην πνιγούν. Τις ανέβασε ψηλά, σε ένα αυτοσχέδιο πατάρι. «Πάπιες γίνανε» λέει προσπαθώντας να χαμογελάσει. Τριάντα κότες, δυο σκυλιά, ένα μικρό αμπέλι, λίγα μηχανήματα. Δεν είναι μεγάλη περιουσία. Είναι όμως η ζωή του. Μάζεψε ό,τι μπορούσε, πήρε τα δυο σκυλιά του και μετακινήθηκε προσωρινά στο πατρικό του μέσα στην πόλη.

Κάθε δύο-τρία χρόνια σηκώνει τη ζωή του ψηλά για να την προστατεύσει από το ποτάμι. Και έπειτα περιμένει να πέσει η στάθμη, όπως όλοι εδώ.

Η καταστροφή των καλλιεργειών

Στο Ορμένιο, το πρώτο χωριό που «βλέπει» τα νερά όταν κατεβαίνουν από τη Βουλγαρία, ο Στρατής Βασιλειάδης, 40 ετών, μετρά τις ζημιές όχι μονάχα ως πρόεδρος της κοινότητάς του, αλλά και ως αγρότης ο ίδιος. Καλλιεργεί περίπου 800 στρέμματα με σιτάρι και βαμβάκι. «Γύρω στα 4.000 με 4.500 στρέμματα βρίσκονται κάτω από το νερό στην κοινότητα Ορμενίου» λέει. «Τα στάρια έπαθαν ζημιά. Εκεί που είχαμε ετοιμάσει χωράφια για τις ανοιξιάτικες καλλιέργειες, μπορεί να αργήσουμε να μπούμε μέχρι και δύο μήνες. Και ουσιαστικά θα χάσουμε τη χρονιά». Η φράση του είναι ήρεμη, σχεδόν τεχνική. «Εγώ έχω πάθει ζημιά σε περίπου 300 στρέμματα. Αλλά αυτά δεν θα φανούν πουθενά. Μόνο εμείς θα το καταλάβουμε πάλι». Στο τέλος της πρότασης η φωνή του ξεφουσκώνει, σαν να αδειάζει ο αέρας από κάτι που το είχε ήδη ζήσει ξανά.

Η στάθμη δεν απειλεί πια τα σπίτια της κοινότητας Ορμενίου, όμως η ανησυχία δεν φεύγει εύκολα. «Ο κάμπος δεν έχει μεγάλες υψομετρικές διαφορές και έτσι η στάθμη αργεί να ανέβει ώστε να γίνει επικίνδυνη για τον οικισμό. Ομως, δέκα πόντους αν ανέβει ακόμη, θα πλημμυρίσουν άλλα 300 στρέμματα».

Το νερό έχει «πνίξει» τις αγροτικές εκτάσεις στο χωριό Αμόριο, κοντά στα Λάβαρα Έβρου. Στο βάθος της φωτογραφίας διακρίνεται ο φράχτης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Φωτογραφία: Γιώργος Καλκανίδης

Η εικόνα επαναλαμβάνεται κάθε λίγα χρόνια. Το 2012, το 2015, ξανά τώρα. «Δυστυχώς κάθε τρεις και λίγο επαναλαμβάνεται αυτή η κατάσταση» λέει. Και όταν η κουβέντα πάει στο τι κάνουμε λάθος, η απάντηση έρχεται χωρίς περιστροφές: «Δεν προνοούμε για τίποτα, κάνουμε μονάχα διαχείριση και επικοινωνία».

Λίγα χιλιόμετρα νοτιότερα, στην πόλη της Ορεστιάδας, ο πρόεδρος του αγροτικού συλλόγου, Ηλίας Αγγελακούδης, περιμένει στην κεντρική πλατεία. Τα τελευταία χρόνια βρέθηκε επανειλημμένα στην Αθήνα, σε συσκέψεις, ακόμη και στο Μέγαρο Μαξίμου, μεταφέροντας την ίδια εικόνα που επαναλαμβάνεται κάθε δύο ή τρία χρόνια στον Βόρειο Εβρο. «Δεν είναι ότι δεν το ξέρουν» λέει. «Το έχουμε εξηγήσει. Το έχουμε πει και στο Μαξίμου. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο όταν πλημμυρίζουμε. Είναι ότι έπειτα από τρεις μήνες μπορεί να μην έχουμε νερό να ποτίσουμε. Του το είπαμε καθαρά του Πρωθυπουργού» σημειώνει. «Δεν γίνεται να βλέπουμε τώρα 190.000 στρέμματα κάτω από το νερό και σε τρεις μήνες να ψάχνουμε νερό».

Ανύπαρκτα τα έργα διαχείρισης υδάτων

Η αντίφαση είναι σχεδόν ειρωνική. Χειμώνα και άνοιξη το νερό περνά ορμητικά και το καλοκαίρι ο κάμπος διψά. Το ζήτημα, για τον ίδιο, δεν είναι θέμα  αποζημίωσης μετά την καταστροφή, είναι κυρίως ζήτημα πρόληψης, αλλά μιας μόνιμης διαχείρισης των υδάτων. «Το νερό φεύγει. Ολο αυτό που βλέπετε τώρα θα καταλήξει στη θάλασσα. Δεν μένει τίποτα εδώ» υπογραμμίζει στο «Β» ο κ. Αγγελακούδης. «Γι’ αυτό λέμε χρόνια ότι χρειάζεται διαχείριση στα τοπικά ρέματα. Μικρά φράγματα, όπου είναι δυνατόν. Να συγκρατείς ένα μέρος των νερών. Οχι για να σταματήσεις τον Εβρο, αυτό δεν γίνεται, αλλά για να έχεις απόθεμα. Στον Εβρο δεν μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Αλλά στους παραπόταμους και στα τοπικά νερά μπορείς να κάνεις πράγματα. Το θέμα είναι να τα σχεδιάσεις έγκαιρα».

Η καθυστέρηση, όπως λέει, κοστίζει διπλά. Πρώτα σε πλημμυρική πίεση και έπειτα σε καλοκαιρινή ξηρασία. «Τώρα θα περιμένουμε έξι-επτά μέρες να στραγγίσουν. Κάποια χωράφια θα κρατήσουν εγκλωβισμένο νερό. Με την εξάτμιση και τον ήλιο ίσως στεγνώσουν. Αλλά δύσκολα θα μπούμε πριν από το Πάσχα. Και η πρώιμη καλλιέργεια, όπως ο ηλίανθος, πάει πίσω. Εκεί έχεις ήδη απώλεια παραγωγής».

Και η πλημμύρα, τονίζει, έρχεται πάνω σε ήδη εύθραυστο έδαφος. «Η πίεση για εμάς του αγρότες δεν ξεκίνησε με τα νερά. Οι τιμές είναι χαμηλές, τα κόστη υψηλά, τα εισοδήματα μειωμένα. Αυτό είναι ένα ακόμη χτύπημα, ίσως το τελειωτικό για ορισμένους». Σε έναν νομό που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην αγροτική οικονομία, το πλήγμα, όπως καταλαβαίνει κανείς, δεν μένει στο χωράφι. «Οταν χάνει ο αγρότης, χάνει και το μαγαζί στην πλατεία, χάνει η εστίαση, χάνει όλη η αγορά».

Ο δρόμος έχει «βουλιάξει» κάτω από τα νερά της πλημμύρας. Φωτογραφία: Γιώργος Καλκανίδης

Ο Κώστας Βενετίδης, αντιπεριφερειάρχης Πολιτικής Προστασίας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, γνωρίζει ότι στον Εβρο η λέξη «έκτακτο» έχει χάσει πια τη σημασία της. «Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσα κυβικά κατεβαίνουν» εξηγεί. «Είναι πότε συμπίπτουν. Οταν ο κορμός του Εβρου ανεβαίνει και ταυτόχρονα έχουμε έντονες τοπικές βροχοπτώσεις, τότε το έδαφος, ήδη κορεσμένο, δεν μπορεί να απορροφήσει τίποτα. Το νερό μένει». Υπενθυμίζει ότι το ανάχωμα είναι γραμμή άμυνας, όχι μόνιμη λύση. «Συντηρούμε περίπου 200 χιλιόμετρα αναχωμάτων. Γίνονται παρεμβάσεις, ενισχύσεις, επιτηρήσεις. Αλλά όταν η στάθμη φτάσει στη στέψη, τελείωσε».

Ο ίδιος δεν ωραιοποιεί την κατάσταση. «Ο Εβρος είναι ένα διακρατικό ποτάμι. Η λεκάνη απορροής του βρίσκεται κυρίως εκτός Ελλάδας. Οι παροχές που φτάνουν εδώ έχουν ξεκινήσει εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Αρα η διαχείριση δεν μπορεί να είναι μονομερής». Σε αυτό το πλαίσιο, ο κ. Βενετίδης μιλά για την ανάγκη μιας πολυεπίπεδης στρατηγικής με διαρκή συντήρηση και ενίσχυση αναχωμάτων, έργα μικρής συγκράτησης στα τοπικά ρέματα, καλύτερη διακρατική συνεργασία με τη Βουλγαρία για τις παροχές. «Δεν μπορούμε να ελέγξουμε τον κορμό. Μπορούμε όμως να διαχειριστούμε καλύτερα τα τοπικά νερά» τονίζει.

Κι έτσι επανέρχονται τα έργα που συζητούνται εδώ και χρόνια, όπως τα μικρά φράγματα ή ταμιευτήρες σε περιοχές όπως το Θεραπειό και τα Κόμαρα. «Ο στόχος δεν είναι να “κλείσεις” το ποτάμι. Είναι να αποσυμπιέσεις το σύστημα. Να μειώσεις την αιχμή της πλημμύρας και να έχεις αποθέματα για την αρδευτική περίοδο».

Από το πεδίο στο πολιτικό επίπεδο

Στο πρόσφατο προσυνέδριο της Νέας Δημοκρατίας στην Αλεξανδρούπολη ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε στη θωράκιση του Εβρου μιλώντας για επιτάχυνση αντιπλημμυρικών έργων, αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων και ενίσχυση της συνεργασίας με τις γειτονικές χώρες για τη διαχείριση των υδάτων. Η εξαγγελία ενός «συνολικού σχεδίου» ακούγεται θεσμικά επαρκής, όμως για τους αγρότες η ζημιά δεν είναι μόνο η σοδειά που χάθηκε, είναι η χρονιά που μετατίθεται, το έδαφος που αλλάζει, η αβεβαιότητα που συσσωρεύεται.

Και έτσι τα ίδια ερωτήματα επιστρέφουν, σχεδόν μηχανικά: γιατί ο Εβρος πλημμυρίζει ξανά και ξανά; Είναι μόνο οι βροχές; Είναι οι ποσότητες που έρχονται από τη Βουλγαρία; Είναι τα αναχώματα που περιορίζουν το ποτάμι σε έναν στενό διάδρομο; Είναι η έλλειψη υποδομών διαχείρισης; Ή είναι όλα αυτά μαζί;

Η απάντηση, λένε όσοι ζουν εδώ, δεν είναι ποτέ μονοσήμαντη. Ο Εβρος είναι ποτάμι τριών χωρών, με λεκάνη απορροής που ξεπερνά τα σύνορα και πολιτικές που δεν συναντιούνται πάντα στον ίδιο χρόνο. Οι αιχμές των παροχών από τα βουλγαρικά φράγματα, οι συμπτώσεις με τις ροές του Τούντζα και του Εργίνη, οι τοπικές βροχοπτώσεις πάνω σε ήδη κορεσμένο έδαφος, τα αναχώματα που συντηρούνται αλλά γερνούν, όλα συνθέτουν μια εξίσωση που δεν λύνεται με κύκλους εξαγγελιών και διαχείριση μετά την καταστροφή.

Στον Εβρο το νερό κάθε φορά δοκιμάζει τα ίδια όρια: τα τεχνικά, τα διοικητικά, τα πολιτικά. Οι αγρότες σηκώνουν τα έπιπλα, ανεβάζουν τις κότες, μετακινούν τα ζώα, περιμένουν να πέσει η στάθμη. Η Πολιτεία μιλάει για σχέδια, για έργα, για συνεργασίες. Το ερώτημα είναι αν αυτά τα δύο χρονολόγια, του κάμπου και της διοίκησης, θα συναντηθούν ποτέ. Γιατί αν δεν συναντηθούν, τότε σε δύο ή τρία χρόνια η εικόνα θα είναι ξανά ίδια. Οι αντλίες θα δουλεύουν νύχτα. Τα ίδια στρέμματα θα μετρώνται. Και η λέξη «έκτακτο» θα συνεχίσει να χρησιμοποιείται για κάτι που εδώ και χρόνια έχει μετατραπεί σε κανονικότητα.

*Αποστολή: Αντώνης Ντινιακός
**Στο ρεπορτάζ συνεργάστηκε ο Δημήτρης Ελαφρόπουλος
***Φωτογραφίες: Γιώργος Καλκανίδης