Αυτές τις μέρες, σε διάφορες παρεμβάσεις του, ο Ντομινίκ Ντε Βιλπέν, πρώην υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση του Σιράκ και έπειτα πρωθυπουργός της Γαλλίας τη δύσκολη εποχή της εξέγερσης των Προαστίων το 2005, πήγε κατευθείαν στην ουσία. Είπε πως αυτό που συνέβη με την απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας από τους Αμερικανούς είναι μια αλλαγή παραδείγματος.
Ο Ντε Βιλπέν – πιθανόν θα είναι υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές του 2027 – είδε το σκοτεινό νεύμα προς έναν κόσμο όπου οι κανόνες, κι αυτοί ακόμα οι εξασθενημένοι και συχνά ματαιωμένοι κανόνες, δεν θα έχουν ρόλο. Με άλλα λόγια, κατάλαβε ότι το πολιτικό νόημα αυτής της ιστορίας υπερβαίνει κατά πολύ την τύχη του ίδιου του Μαδούρο.
Ο Ντε Βιλπέν είναι ένας λυρικός πολιτικός μιας κάποιας γκωλικής παράδοσης που δεν πρέπει να την εξιδανικεύουμε, τώρα ιδίως που μας απελπίζει το τραμπικό μας παρόν και οι υποτονικές αντιδράσεις σε όσα συμβαίνουν.
Εχει όμως την ευαισθησία και ιδίως το πολιτικό αισθητήριο του συντηρητικού που ξέρει να ιεραρχεί τις απειλές. Οπως εκείνοι οι πρώτοι γκωλικοί του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που μπορούσαν να συναντηθούν με τους αντιστασιακούς της Αριστεράς κατά των φιλοχιτλερικών του καθεστώτος του Βισί.
Αλλωστε και για το νέο κοινωνικό ζήτημα και το θέμα της φορολόγησης των υπερπλουσίων, ο ίδιος αυτός «αριστοκράτης» Ντε Βιλπέν έχει πολύ αξιοπρεπείς θέσεις, καλύτερες, πάντως, από αυτές των φιλελεύθερων τεχνοκρατών του μακρονισμού ή της άλλης Δεξιάς και Ακροδεξιάς.
Αναλογίζεται κανείς ότι όπως στη δεκαετία του ’30 ήταν πολύτιμη η φωνή όσων αστικών και συντηρητικών φωνών αντιλήφθηκαν τον φασιστικό κίνδυνο (και δεν έπαιζαν με την άκρα Δεξιά στο όνομα της «κοινής μάχης κατά του κομμουνισμού»), έτσι και σήμερα άνθρωποι σαν τον Ντε Βιλπέν (ή έναν Τιερί Μπρετόν) έχουν την ικανότητα να διακρίνουν το σημαντικό: ότι ο τραμπισμός δεν αποτελεί μια κάπως πιο ανορθόγραφη ή λοξή εκδοχή σε μια φιλελεύθερη δημοκρατική κανονικότητα αλλά δρομολογεί κάτι πολύ χειρότερο.
Ποιο είναι το τέρας που κατασκευάζεται μέσα από αποφάσεις σαν αυτή που είδαμε με την απαγωγή Μαδούρο; Εχουμε την παλινόρθωση και την επιθετική επανεμφάνιση όλων των αντιδραστικών λόγων και πρακτικών, από τη λευκή υπεροχή και το αποικιοκρατικό βλέμμα μέχρι έναν πρωτόλειο αντι-σοσιαλισμό και τη βαθιά περιφρόνηση για τους φτωχότερους και δυστυχείς ανθρώπους. Βλέπουμε όμως και κάτι άλλο.
Με αφορμή τη Βενεζουέλα και μέσα από την εμμονή με τον «αριστερό λαϊκισμό», πολλοί στο Κέντρο και στην Κεντροδεξιά και στη χώρα μας έδειξαν να απολαμβάνουν τη δράση των αμερικανών ειδικών δυνάμεων και τις εικόνες του δεσμώτη Μαδούρο.
Και αν αύριο ακολουθήσει η Κολομβία του αριστερού Πέτρο ή η Κούβα, ένας κόσμος που κατά τα άλλα «δεν είναι με τον Τραμπ» αλλά θαυμάζει, λόγου χάρη, μια Αν Απλμπάουυμ, θα είναι, εν τέλει, συναισθηματικά με αυτόν που δίνει αποφασιστικά χτυπήματα στις όποιες νησίδες σοσιαλισμού, λαϊκισμού, αντι-ιμπεριαλισμού.
Η δικαιολογία είναι συχνά ένας ψυχρός ρεαλισμός ο οποίος αναμένει να κερδίσουμε κάτι κι εμείς ως χώρα από αυτές τις αναδιατάξεις.
Πιο πιθανό όμως είναι κάτι άλλο: όχι κάποιος ρεαλισμός όσο η απέχθεια για οτιδήποτε θεωρείται αριστερό, τριτοκοσμικό-λαϊκίστικο, σοσιαλιστικό κ.λπ. Οπως και στη δεκαετία του ’30, ένα μέρος των φιλελεύθερων-συντηρητικών προτιμά την άκρα Δεξιά από τους «κόκκινους».
Κάποια στιγμή ο Ντε Βιλπέν ρωτήθηκε και για την πρώτη δήλωση του Εμανουέλ Μακρόν, η οποία αναφερόταν κατά κύριο λόγο στην «ανακούφιση από το τέλος του δικτάτορα Μαδούρο».
Απάντησε: είναι τύφλωση. Θα έπρεπε να τον ρωτήσουν και για τη δήλωση του έλληνα πρωθυπουργού. Μάλλον δεν υπάρχει πιο ταιριαστός όρος και για ένα μέρος των Ευρωπαίων, ηγετικού προσωπικού αλλά και πολιτών: η αδυναμία τους να αντιληφθούν τις συνέπειες που έχει η επιβολή του αυταρχικού συναλλακτισμού στα δημόσια πράγματα, τόσο στα εσωτερικά θέματα όσο και ιδίως στις διεθνείς σχέσεις.
Οταν μοναδικός νόμος γίνεται «αυτό που μπορώ να επιτύχω με κάθε μέσο», τότε η ίδια η έννοια του νόμου ακυρώνεται. Διότι ο νόμος κατα-νέμει ευθύνες, μερίδια δικαιωμάτων, αξιώσεις.
Τώρα όμως βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου ο ηγεμονικός παίκτης της Δύσης απαιτεί έναν βίαιο επανασχεδιασμό του δυτικού ημισφαιρίου όπου δεν θα υπάρχουν πια διαφωνούντα ή αποκλίνοντα καθεστώτα.
Μάλιστα, με την περίπτωση της Γροιλανδίας, όπου φυσικά δεν τίθεται κανένα θέμα «αντιαμερικανικής» εξουσίας, η επιθυμία ευθυγράμμισης εκ μέρους του Τραμπ δηλώνεται ρητά ως επιθυμία προσάρτησης. Από τη δημιουργία περιμέτρου ασφαλείας περνάμε κατευθείαν στην πρόθεση εφόδου στην Αρκτική που θα είναι, προφανώς, το νέο πεδίο ανορθόδοξων πολέμων των υπερδυνάμεων.
Ο Ραν Αλεβί, ένας άλλος συντηρητικός διανοούμενος και μαθητής του ιστορικού Φρανσουά Φιρέ, κατάλαβε με τη σειρά του τον πυρήνα του προβλήματος. Μίλησε βεβαίως για έναν «αυτοκρατορικό λαϊκισμό» του Τραμπ διότι, όπως ξέρουμε, σε ορισμένα χείλη είναι δύσκολη η αναφορά του φορτισμένου όρου ιμπεριαλισμός για μια χώρα της Δύσης.
Και ο Αλεβί φυσικά – όπως όλοι μας – ξέρει ότι συχνά η ισχύς υπαγορεύει τους κανόνες και όχι το δίκαιο. Οταν όμως αυτό γίνει αποδεκτό και θεωρηθεί θεμιτό, όταν κανονικοποιείται ως συμπεριφορά κρατική και πολιτική, το ζήτημα αλλάζει. Γίνεται κάτι άλλο από «ρεαλισμός»: γίνεται καταστροφή κάθε δυνατής πολιτικής κοινότητας, εσωτερικής και εξωτερικής. Και αυτό ακριβώς φαίνεται να ξεπροβάλλει στην εποχή του Big Oil και του Big Tech με την προεδρία Τραμπ που είναι πια όργανο αποδόμησης ενός ήδη κλονισμένου κόσμου.
Ο κύριος Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ, συγγραφέας.






![Ποια σχολεία θα είναι κλειστά λόγω του καιρού; [Λίστα]](https://www.tovima.gr/wp-content/uploads/2024/01/28/sxoleia-90x90.jpg)