Εδώ και δεκαετίες, από τη στιγμή που ξεκίνησε η πορεία για την είσοδο της Ελλάδας στο ευρώ, δημιουργήθηκε στη συνταγματική μας τάξη μία εγγενής αντίφαση. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές συνθήκες δεσμεύουν τις χώρες-μέλη και υπερισχύουν του εθνικού δικαίου σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, ενώ οι πολύ ισχυρές δεσμεύσεις τις οποίες αναλαμβάνει οποιαδήποτε χώρα που συμμετέχει στο κοινό νόμισμα από πλευράς δημοσιονομικών κανόνων, δεν είχαν την ανάλογη ανταπόκριση στο ελληνικό Σύνταγμα. Το Σύνταγμα του 1975 παρά τις αναθεωρήσεις του, μόνον εμμέσως και χωρίς πειστικό τρόπο μέχρι σήμερα, προάσπιζε την αρχή της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Ισως γιατί ο αρχικός του πολιτικός εμπνευστής, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, το 1975 – με την Ελλάδα να είναι μεταπολεμικό παράδειγμα καλής δημοσιονομικής διαχείρισης, με σχεδόν μηδενικό έλλειμμα και πολύ μικρό χρέος – δεν είχε διανοηθεί τι επρόκειτο να ακολουθήσει.

Παράλληλα με την αντίφαση αυτή και καθώς η κρίση του 2009 είχε καθαρά δημοσιονομικό χαρακτήρα – αφορούσε κυριολεκτικά τη χρεοκοπία της χώρας – τα δικαστήρια κλήθηκαν να λάβουν πολύ σημαντικές δημοσιονομικές αποφάσεις. Οι αποφάσεις αυτές συνδέονται με τις περικοπές σε μισθούς, συντάξεις και άλλα αντίστοιχα «δικαιώματα» (η φράση μπαίνει σε εισαγωγικά γιατί τα «δικαιώματα» αυτά είναι υποκείμενα στους αδήριτους κανόνες των οικονομικών δυνατοτήτων), που είχαν σοβαρές δημοσιονομικές επιπτώσεις.

Πλήθος μαζικών αγωγών οδηγήθηκε στη συνέχεια σε εκδίκαση στα ανώτατα δικαστήρια της χώρας. Η Δικαιοσύνη βρέθηκε τότε σε πολύ δύσκολη θέση καθώς η συνταγματική βάση των αποφάσεών της, σε σχέση με τις περικοπές, ήταν ισχνή ενώ κατά καιρούς είχε δημιουργηθεί νομολογία που υπερασπίζεται τα «δικαιώματα» των πολλών και οργανωμένων, έναντι των δικαιωμάτων του συνόλου, όπως αυτά προκύπτουν από τη χρηματοδότηση των δημοσίων δαπανών από τους φορολογούμενους. Η τομή που επιχείρησε η Δικαιοσύνη, κατά περίπτωση, επηρεάστηκε ασφαλώς από το πραγματικό γεγονός της χρεοκοπίας, αλλά η νομική της βάση δεν ήταν πάντα όσο θα έπρεπε ασφαλής. Οχι σε σχέση με το ισχύον Σύνταγμα που ως επί το πλείστον μένει σιωπηλό στα θέματα αυτά, όσο σε σχέση με την παλαιότερη νομολογία.

Η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί συνεπώς μία εξαιρετική ευκαιρία να τεθούν κανόνες πολύ πιο σαφείς που να προστατεύουν και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, αλλά και τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας, οι οποίες δεν μπορεί να τίθενται σε αμφιβολία καθώς αυτό έχει σοβαρότατες επιπτώσεις εις βάρος του κοινωνικού συνόλου.

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, σε επιστολή που έστειλε στα μέλη της κοινοβουλευτικής ομάδας της Νέας Δημοκρατίας, σημειώνει ότι το παρόν Σύνταγμα «δεν παρέχει τα αναγκαία εχέγγυα για τη δημοσιονομική ισορροπία και βιωσιμότητα». Ταυτόχρονα άλλα Συντάγματα, χωρών με πολύ μικρότερο δημόσιο χρέος, όπως η Γερμανία, αναθεωρήθηκαν τα τελευταία χρόνια επί το αυστηρότερο σε θέματα δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Σήμερα το άρθρο 109 του γερμανικού Συντάγματος προβλέπει ότι η «Ομοσπονδία και τα Κρατίδια εκπληρώνουν από κοινού τις υποχρεώσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας που απορρέουν από νομικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για τη διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας» και «οφείλουν να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις απαιτήσεις της συνολικής οικονομικής ισορροπίας».

Προβλέπει επίσης ότι οι προϋπολογισμοί (ομοσπονδιακός και κρατιδίων) «πρέπει κατ’ αρχήν, να είναι ισοσκελισμένοι», με την εξαίρεση κανόνων που διευκολύνουν την εφαρμογή αντικυκλικών πολιτικών (δηλαδή κανόνων που επιτρέπουν μεγαλύτερες δαπάνες σε περίοδο οικονομικής υποχώρησης και αντίστοιχα επιβάλλουν μικρότερες δαπάνες σε περίοδο οικονομικής ανόδου), «καθώς και εξαιρέσεις για φυσικές καταστροφές ή ασυνήθιστες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης που εκφεύγουν του κυβερνητικού ελέγχου και πλήττουν σημαντικά τη χρηματοοικονομική ικανότητα του κράτους». Θέτουν όμως ένα όριο για τέτοιου είδους δαπάνες στο 0,35% σε σχέση με το ονομαστικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ). Εισάγουν επίσης και ένα ειδικό καθεστώς για ομοσπονδιακές δαπάνες που αφορούν την άμυνα, την πολιτική προστασία, καθώς και για τις υπηρεσίες πληροφοριών, την προστασία των συστημάτων τεχνολογίας πληροφοριών και τη βοήθεια προς κράτη που δέχονται επίθεση κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, που υπερβαίνουν το 1% σε σχέση με το ονομαστικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν.

Το γερμανικό δημόσιο χρέος το 2024 ήταν στο 62% του ΑΕΠ, ενώ το ελληνικό στο 154%. Είναι προφανές συνεπώς ότι υπάρχουν ισχυροί λόγοι (και πάντως ισχυρότεροι από τη Γερμανία) για να μπουν αντίστοιχες διατάξεις που να διασφαλίζουν τη δημοσιονομική και να διασφαλίζουν ότι η χώρα θα τηρεί τις ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις.

Τι χαρακτήρα θα πρέπει να έχουν οι διατάξεις αυτές, ιδίως με δεδομένο ότι εισερχόμεθα σε μια περίοδο μεγάλης οικονομικής ανισορροπίας, καθώς η τεχνολογική επανάσταση (ΑΙ και αυτοματοποίηση) μας επιφυλάσσει τεράστιες αλλαγές και συνεχείς οικονομικές και δημοσιονομικές εκπλήξεις (αρνητικές και θετικές), είναι αντικείμενο μιας σύνθετης συζήτησης που δεν έχει ξεκινήσει. Οι αναλύσεις για τα όσα επίκεινται στα επόμενα χρόνια και δεκαετίες είναι πενιχρές και σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Με αυτό το δεδομένο το ελάχιστο κατά τη γνώμη μου που μπορεί να υιοθετηθεί στην παρούσα αναθεώρηση είναι: (α) μια γενική διάταξη για την ανάγκη δημοσιονομικής πειθαρχίας και των αντίστοιχων ευρωπαϊκών κανόνων, που είτε ούτως είτε άλλως μας δεσμεύουν, (β) μια διάταξη ευρύτερη που να διασφαλίζει μεγαλύτερη ευελιξία στις επόμενες αναθεωρήσεις (δυνατότητα ταχύτερης αναθεώρησης αν υπάρχει ευρύτερη συναίνεση), κάτι που θα είναι απαραίτητο όχι μόνο από πλευράς δημοσιονομικής, καθώς οι αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της ζωής μας, που φέρνει η τεχνολογική επανάσταση, είναι απρόβλεπτες και (γ) μια διάταξη που οδηγεί τα δικαστήρια να λαμβάνουν αποφάσεις που έχουν μεγάλο δημοσιονομικό κόστος, λαμβάνοντας υπόψη και την αρχή της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Οπως έλεγαν και οι αρχαίοι μας πρόγονοι, «το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού».

Ο κ. Θεόδωρος Σκυλακάκης είναι βουλευτής Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας.