Με αφορμή πρόσφατα δημοσιεύματα που παρουσιάζουν ως «επανάσταση στην πρόληψη» τη μαγνητική τομογραφία ολόκληρου του σώματος (whole-body MRI), επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση η ιδέα της «ολικής» προληπτικής εξέτασης υγιών ανθρώπων, μια πρακτική που προβάλλεται έντονα μέσα από lifestyle αφηγήματα, κοινωνικά δίκτυα και μαρτυρίες διασήμων.

Η εικόνα που συχνά καλλιεργείται είναι απλή και ελκυστική: μία εξέταση, χωρίς ακτινοβολία, που «βλέπει τα πάντα» και μπορεί να σώσει ζωές εντοπίζοντας νόσους πριν καν εμφανιστούν συμπτώματα.

Ομως στην ιατρική το ερώτημα δεν είναι ποτέ αν κάτι είναι εντυπωσιακό ή τεχνολογικά προηγμένο. Το ερώτημα είναι αν είναι πραγματικά χρήσιμο.

Η μαγνητική τομογραφία είναι αναμφίβολα ένα εξαιρετικό διαγνωστικό εργαλείο. Οταν υπάρχει συγκεκριμένη κλινική ένδειξη, προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες και καθοδηγεί σωστά τη θεραπεία. Το λεγόμενο whole-body MRI, ωστόσο, αφορά κάτι διαφορετικό: τη χρήση της τεχνολογίας αυτής σε «υγιή» (ασυμπτωματικά) άτομα, χωρίς συγκεκριμένο ιατρικό λόγο, στο πλαίσιο ενός γενικευμένου προληπτικού ελέγχου.

Εδώ ακριβώς χρειάζεται προσοχή!

Στη σύγχρονη ιατρική, καμία προληπτική εξέταση δεν θεωρείται αυτονόητα ωφέλιμη. Για να καθιερωθεί, πρέπει να έχει αποδείξει ότι μειώνει τη θνητότητα ή τη σοβαρή νοσηρότητα στον γενικό πληθυσμό και ότι το όφελος υπερτερεί των πιθανών κινδύνων. Για τα ολόσωμα MRI check-up τέτοια ισχυρά δεδομένα δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα. Δεν είναι τυχαίο ότι κανένας μεγάλος διεθνής οργανισμός δημόσιας υγείας δεν τα έχει εντάξει σε επίσημα προγράμματα πρόληψης.

Ενα από τα βασικά προβλήματα είναι τα λεγόμενα «τυχαία ευρήματα». Η μαγνητική τομογραφία είναι εξαιρετικά ευαίσθητη και συχνά εντοπίζει μικρές αλλοιώσεις ή ανατομικές παραλλαγές που δεν έχουν καμία κλινική σημασία. Σε έναν υγιή άνθρωπο, αυτά τα ευρήματα μπορεί να οδηγήσουν σε άγχος, επαναληπτικές εξετάσεις, ακόμη και επεμβατικές πράξεις που τελικά αποδεικνύονται περιττές. Η υπερδιάγνωση δεν είναι θεωρητικός κίνδυνος, αλλά τεκμηριωμένο φαινόμενο στη διεθνή βιβλιογραφία.

Παράλληλα, η έντονη προβολή τέτοιων εξετάσεων βασίζεται συχνά περισσότερο στο αφήγημα της «βελτιστοποίησης της υγείας» και λιγότερο στην επιστημονική τεκμηρίωση. Οταν η πρόληψη παρουσιάζεται ως status symbol ή ως lifestyle επιλογή, υπάρχει ο κίνδυνος να συγχέεται η ιατρική ανάγκη με το marketing.

Το γεγονός ότι μια εξέταση είναι ακριβή ή δημοφιλής σε κύκλους διασήμων δεν την καθιστά αυτομάτως ιατρικά απαραίτητη.

Η πραγματική πρόληψη είναι κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο και λιγότερο θεαματικό. Βασίζεται σε στοχευμένα προγράμματα ελέγχου, προσαρμοσμένα στην ηλικία, το φύλο και τους παράγοντες κινδύνου κάθε ανθρώπου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η μαστογραφία, το τεστ Παπανικολάου, η κολονοσκόπηση, ο καρδιαγγειακός έλεγχος σε ομάδες κινδύνου. Αυτές οι πρακτικές έχουν σώσει ζωές γιατί έχουν μελετηθεί επί δεκαετίες.

Η συζήτηση για την πρόληψη είναι απολύτως αναγκαία. Ομως πρέπει να γίνεται με ψυχραιμία και υπευθυνότητα, ειδικά όταν αφορά το ευρύ κοινό. Η ενημέρωση δεν πρέπει να καλλιεργεί φόβο ή ψευδείς προσδοκίες, αλλά να βοηθά τους πολίτες να παίρνουν αποφάσεις βασισμένες σε πραγματικά δεδομένα και όχι στη μόδα της στιγμής.

Σε θέματα υγείας, η τεχνολογία είναι πολύτιμη σύμμαχος, αλλά πρέπει να χρησιμοποιείται με μέτρο, γνώση και επιστημονική κρίση.

Ο κ. Ιωάννης Τσούγκος είναι καθηγητής Ιατρικής Φυσικής στο Τμήμα Ιατρικής της Σχολής Επιστημών Υγείας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.