Η αμερικανική εξωτερική πολιτική βρίσκεται σήμερα σε μια περίοδο σημαντικών μεταβολών, καθώς η επαναφορά του Ντόναλντ Τραμπ στο διεθνές προσκήνιο συμπίπτει με μια σειρά έντονες γεωπολιτικές κρίσεις και πολεμικές συγκρούσεις.

Για δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολουθούσαν μια στρατηγική που στηριζόταν σε πολυμερείς θεσμούς, σταθερές συμμαχίες και στην ιδέα ότι η αμερικανική ηγεσία αποτελεί κεντρικό άξονα της διεθνούς ασφάλειας. Η παραδοσιακή αυτή γραμμή προσέφερε συνοχή στο μεταπολεμικό διεθνές σύστημα, αν και συχνά βρέθηκε αντιμέτωπη με λανθασμένες εκτιμήσεις, πολιτική κόπωση στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Στο νέο περιβάλλον, ο Τραμπ επιχειρεί να εισαγάγει μια διαφορετική φιλοσοφία, έναν οικονομικό ρεαλισμό συναλλακτικού τύπου, που αντιμετωπίζει τις διεθνείς σχέσεις ως σύνολο διαπραγματεύσεων, όπου κάθε πλευρά οφείλει να εξυπηρετεί συγκεκριμένα και άμεσα συμφέροντα. Η λογική αυτή απομακρύνεται από την παραδοσιακή αμερικανική αντίληψη της «αποστολής» των ΗΠΑ στον κόσμο και δίνει έμφαση σε μια καθαρά οικονομική προσέγγιση.

Η πίεση προς τους συμμάχους στην Ευρώπη για μεγαλύτερη συνεισφορά στο ΝΑΤΟ, η επιμονή στις διμερείς συμφωνίες και η χρήση οικονομικών κινήτρων και δασμών αντί στρατιωτικών μέσων, αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά αυτής της πολιτικής, η οποία ταυτόχρονα προκαλεί αναστάτωση στο διεθνές οικονομικό σύστημα, ανατρέπει διεθνή κατεστημένα συμφέροντα και φρενάρει την παγκοσμιοποίηση.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η επικρινόμενη από τους Δημοκρατικούς στις ΗΠΑ και την Ευρώπη στάση του Τραμπ απέναντι στο διεθνές δίκαιο. Η προσέγγισή του βασίζεται στην άποψη ότι οι κανόνες δικαίου έχουν αξία μόνο όταν εξυπηρετούν άμεσα τα συμφέροντα των ΗΠΑ, γεγονός που οδηγεί σε μια ρεαλιστική ανάγνωση του διεθνούς συστήματος.

Η προτίμησή του στην ισχύ – είτε ως απειλή δασμών είτε ως άσκηση στρατηγικής πίεσης – αντικαθιστά το παραδοσιακό διπλωματικό πλαίσιο, πράγμα που σχεδόν αποκλείει την Ευρώπη από τη διεθνή σκηνή, καθώς δεν διαθέτει ανάλογη στρατιωτική ισχύ. Ταυτόχρονα την «εξαναγκάζει» σε ετεροβαρείς οικονομικές συμφωνίες – εισαγωγές αμερικανικής ενέργειας 750 δισ. δολ. και ευρωπαϊκές επενδύσεις στις ΗΠΑ 600 δισ. δολ. έναντι μείωσης από τις ΗΠΑ των εισαγωγικών δασμών από 30% σε 15% – και την προτρέπει να αναλάβει πλήρως την ευθύνη για την άμυνά της.

Αυτή η αντίληψη καθορίζει και τη στάση του Τραμπ απέναντι στην Κίνα, όπου  υιοθετεί μια πολιτική ταυτόχρονης οικονομικής αντιπαράθεσης και επιλεκτικής συνεργασίας.

Ο Τραμπ αντιμετωπίζει την Κίνα ως κύριο ανταγωνιστή, χρησιμοποιώντας εμπορικά μέτρα, τεχνολογικούς περιορισμούς και στρατηγικές συμμαχίες στον Ειρηνικό, με στόχο τον περιορισμό της επιρροής της. Πρόκειται για μια προσέγγιση που συνδυάζει εμπορικό εθνικισμό με ρεαλιστικούς υπολογισμούς συσχετισμών στέλνοντας το μήνυμα ότι η διαπραγμάτευση με το Πεκίνο πρέπει να γίνεται από θέση απόλυτης ισχύος.

Το παράδειγμα της Γάζας αναδεικνύεται ως μία από τις σημαντικότερες πρόσφατες εξελίξεις. Η συμφωνία για κατάπαυση του πυρός και το πλαίσιο για ανθρωπιστική στήριξη και πολιτική και οικονομική ανασυγκρότηση υπήρξαν αποτέλεσμα εντατικής διαμεσολάβησης με αμερικανική συμμετοχή. Αν και η κατάσταση παραμένει εύθραυστη και η οριστική σταθεροποίηση της περιοχής εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, η επίτευξη συμφωνίας έπειτα από παρατεταμένο αδιέξοδο δείχνει ότι η νέα μέθοδος ίσως φέρει αποτελέσματα υπό συγκεκριμένες συνθήκες.

Στην Ουκρανία, η αμερικανική πολιτική βρίσκεται μπροστά σε μια σύνθετη πρόκληση. Η γεωπολιτική βαρύτητα της σύγκρουσης καθιστά πιο δύσκολη την εφαρμογή μιας καθαρά συναλλακτικής προσέγγισης.

Ο Τραμπ αυξάνει την πίεση προς την Ευρώπη για μεγαλύτερη ανάληψη μελλοντικών ευθυνών, με περιορισμένη όμως τη συμμετοχή της στη σημερινή ειρηνευτική μεσολάβηση, ενώ η προσπάθεια για διευθέτηση του εδαφικού ζητήματος με βάση την πραγματικότητα στο πεδίο του πολέμου και η επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία συνδέονται με την επιδίωξη περιορισμού των αμερικανικών στρατιωτικών και οικονομικών δεσμεύσεων στην Ουκρανία και την Ευρώπη. Το αν αυτή η στρατηγική θα οδηγήσει σε βιώσιμη ειρήνη ή σε μια παρατεταμένη «παγωμένη» σύγκρουση, παραμένει ανοιχτό.

Στην Κένυα, η Ουάσιγκτον εφαρμόζει μια διαφορετική μορφή επιρροής, περισσότερο προσανατολισμένη στην ανάπτυξη παρά στη στρατιωτική παρουσία. Η πρόσφατη υγειονομική συμφωνία που προβλέπει ενίσχυση των υγειονομικών δομών συνιστά ένα νέο μοντέλο συνεργασίας. Τέλος, η πρόσφατη ειρηνευτική συμφωνία Κονγκό – Ρουάντα έγινε με τη μεσολάβηση του Τραμπ και οδήγησε σε άμεση αποκλιμάκωση της έντασης, αλλά χωρίς οριστικό τερματισμό των συγκρούσεων.

Οι δύο χώρες συμφώνησαν σε ανταλλάγματα που περιλάμβαναν οικονομική βοήθεια και συνεργασία με τις ΗΠΑ στους ορυκτούς πόρους τους. Για την αμερικανική διπλωματία νέου τύπου, η Αφρική φαίνεται να αποτελεί έδαφος όπου ο οικονομικός ρεαλισμός μπορεί να λειτουργήσει ομαλά και να ανταγωνιστεί την κινεζική επιρροή και χωρίς εντάσεις.

Τα παραδείγματα αυτά προσφέρουν ένα πρώτο δείγμα του πώς μπορεί να λειτουργήσει η νέα αμερικανική στρατηγική στη διεθνή σκηνή. Ο οικονομικός ρεαλισμός μπορεί να επιταχύνει διαδικασίες, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ανάγκη για θεσμική σταθερότητα και μακροχρόνια δέσμευση.

Αν και η έμφαση σε συμφωνίες, κίνητρα, δασμούς και στοχευμένη διπλωματία μπορεί να αποτρέψει την κλιμάκωση ορισμένων κρίσεων, η μακροπρόθεσμη ειρήνη απαιτεί βαθύτερες δομές συνεργασίας. Χωρίς θεσμικά πλαίσια, σταθερούς μηχανισμούς επίλυσης διαφορών και διαχρονική πολιτική συνέπεια, οι πρόσφατες επιτυχίες ίσως αποδειχθούν ευκαιριακές.

Η αμερικανική εξωτερική πολιτική βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι όπου δύο διαφορετικές σχολές σκέψης συνυπάρχουν: η παραδοσιακή θεσμική διπλωματία και ο συναλλακτικός οικονομικός ρεαλισμός. Το μέλλον της παγκόσμιας σταθερότητας πιθανόν να απαιτήσει έναν συνδυασμό και των δύο. Η ταχύτητα και η ευελιξία της νέας προσέγγισης μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμες σε κρίσεις που απαιτούν άμεση δράση, ενώ η θεσμική συνέχεια και η μακροχρόνια δέσμευση παραμένουν αναντικατάστατα στοιχεία για την εδραίωση μιας διαρκούς ειρήνης.

Ο κ. Ναπολέων Μαραβέγιας είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, π. αντιπρύτανης.