Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Οταν ήμουν πιτσιρίκι, η οικογένειά μου έμεινε για λίγο σε μια πολυκατοικία στο κέντρο της Αθήνας, από όπου διατηρώ πολύ ισχυρές αναμνήσεις, όντας στη μετάβαση από τη νηπιακή στην παιδική ηλικία, όταν ανακαλύπτεις τον έξω κόσμο και όλα σου φαίνονται κοσμοϊστορικά. Το μικρό διαμέρισμα βρισκόταν ανάμεσα στα διαμερίσματα δύο μοναχικών υπερήλικων κυριών, που έμοιαζαν να φυλούν τις μπάντες μας ωσάν τα απέθαντα σκυλιά του Αλκίνοου. Οι γριούλες αυτές, εάν τις συνέκρινες μεταξύ τους, ήταν σαν τη μέρα με τη νύχτα. Σαν το γιν και το γιανγκ. Σαν το καλό και το κακό. Σαν την τάξη και το χάος. Σαν τη ζωή και τον θάνατο. Σαν το ψηλά και το χαμηλά. Σαν τον λόγο και το πάθος. Σαν τη φωτιά και το νερό. Σαν την «Μπίρκιν» και το ταγάρι. Hταν, εν ολίγοις, απολύτως αντίθετες.

Η εξ αριστερών μας ήταν η κυρία Β.: Ψηλή, ευτραφής, με πλούσιες γκρίζες μπούκλες που στερέωνε στο πίσω μέρος του κεφαλιού με παλιακά χτένια. Φορούσε πάντοτε ταγέρ. Το σπίτι της είχε τη μυρωδιά της ναφθαλίνης, της λεβάντας και αυτής της χαρακτηριστικής μουσειακότητας του στάσιμου στον χρόνο σπιτιού, γεμάτου αντίκες – σκαλιστά ξύλινα έπιπλα, εμπριμέ πολυθρόνες, βουκολικούς πίνακες, πορσελάνινα ροκοκό μπιμπελό, κρυστάλλινες φοντανιέρες όπου η κυρία Β. φυλούσε σοκολατένιες ελίτσες. Εκεί, στης κυρίας Β., ήταν που έφαγα πρώτη φορά σοκολατένιες ελίτσες, τις οποίες με κερνούσε κάθε που κατέληγα να σουλατσάρω στο σπίτι της. Εκτοτε, όποτε βλέπω σοκολατένιες ελίτσες, θυμάμαι την κυρία Β., λες κι εφηύρε αυτό το απλοϊκό κέρασμα, που τότε μου έμοιαζε «ενήλικο», όπως εκείνες οι άκαμπτες εμπριμέ πολυθρόνες όπου σκαρφάλωνα ξυπόλυτη. Μου άρεσε η αίσθησή τους, το κεντητό ύφασμα της επένδυσης, το σκληρό μαξιλάρι από κάτω που αντί να παίρνει το σχήμα σου ανάγκαζε τη σάρκα σου να πάρει το δικό του, την αντίσταση του ατόφιου ξύλινου σκελετού. Η δύστυχη η κυρία Β. ποτέ δεν με αποπήρε που ανέβαινα στις πολυθρόνες της σαν μαϊμού, με πόδια μαύρα από την ξυπολυταρία στα μωσαϊκά της πολυκατοικίας. Αντίθετα, με συμπάθεια και υπομονή – σαν να είχε να κάνει με κανονική μαϊμού, που κάπως έπρεπε να εκπαιδεύσει – μου έδειχνε πώς να βάζω τα πόδια μου και να στηρίζω τη ραχοκοκαλιά μου ώστε να επιτυγχάνω «την ευγενική μέθοδο καθιστικής στάσης».

Η κυρία Β. μιλούσε για ευγένεια, ποτέ για φύλο, όπως συνηθίζεται – δεν χρησιμοποιούσε φράσεις όπως «κάθισε σαν κορίτσι». Μάλιστα, μια φορά, στην αποβάθρα ενός σταθμού του Ηλεκτρικού κάθονταν δίπλα μου μια γυναίκα με ένα κοριτσάκι, θα ‘ταν δεν θα ‘ταν τεσσάρων. Το κοριτσάκι, που φορούσε ένα αφράτο ροζ φουστανάκι, καθόταν κι αυτό σαν τη μαϊμού, με εξίσου αφράτα ροζ ποδαράκια σε διάταση, ώσπου η γυναίκα του είπε: «Μην κάθεσαι έτσι, με τα πόδια ανοιχτά. Είσαι κοριτσάκι». Και εγώ σκέφτηκα πως, τεσσάρων χρόνων, δεν είσαι κοριτσάκι. Ούτε αγοράκι. Είσαι παιδάκι. Κανέναν δεν θα έπρεπε να ενδιαφέρουν τα πόδια σου. Ωστόσο, ο κόσμος ενδιαφέρεται – το να μαθαίνεις να κάθεσαι «σαν κοριτσάκι» είναι μια καλή κοινωνική συνήθεια που μπορείς να διατηρήσεις αφού πάψεις να είσαι κοριτσάκι, μεταβείς στην ηλικία τού «βιολογικά αποδεκτού» και ο τρόπος με τον οποίο κάθεσαι μπορεί να προσδιορίσει το μερίδιο της ευθύνης σου αν κάτι πάει στραβά (πώς καθόσουν, τι φορούσες, τι ήπιες). Κάτι τέτοιο.

Πάντως, αργότερα, καθώς αναθυμόμουν τα λεγόμενα της κυρίας Β., παρατηρώντας στον εαυτό μου τη συνήθεια να κάθομαι ευθυτενώς σε δημόσιους χώρους, ένιωσα προνομιούχα που το υποσυνείδητό μου είχε εγγράψει τη συνήθεια αυτή στην κατηγορία της αστικής ευγένειας ανεξαρτήτως φύλου και όχι στην κατηγορία «Πράγματα Που Πρέπει Να Κάνουν τα Κοριτσάκια Για Να Μη Φταίνε».

Η εκ δεξιών μας, κατόπιν, ήταν η κυρία Α.: Κοντούλα, καχεκτική, με τα βαμμένα στο κόκκινο του ραπανακίου μαλλιά της λυτά και ίσια σαν πρόκες. Το σπίτι της δεν το θυμάμαι διότι δεν το είχα δει ποτέ, μια και η κυρία Α. φρόντιζε η πόρτα της να λειτουργεί μόνο ως έξοδος – δική της – και ποτέ ως είσοδος – των άλλων –, λες και κατοικούσε σε λευκή τρύπα στην απεραντοσύνη του Διαστήματος. Το σπίτι δεν το είχα δει ποτέ, αλλά την κυρία Α. την έβλεπα συχνά, κυρίως στο κατώφλι του δικού μου σπιτιού, στις 15.02 ακριβώς, περιμένοντας να ξεκινήσει επισήμως η περίοδος των «ωρών κοινής ησυχίας» για να χτυπήσει και να κάνει παρατήρηση στη μάνα μου επειδή ποδοβολούσα στο παρκέ. Μάλιστα, χάρη στην κυρία Α. έμαθα τι είναι οι «ώρες κοινής ησυχίας», τις οποίες απέκτησα τη συνήθεια να τηρώ ευλαβικά έκτοτε, ώστε να μην έρχομαι αντιμέτωπη με τον κοσμικό τρόμο της κροκοδειλίσιας μούρης της κυρίας Α. κόντρα στην τιγρίσια μούρη της μάνας μου, που τω καιρώ εκείνω είχε τα μαλλιά της βαμμένα επίσης κόκκινα – αν και στον τόνο του αγιωργίτικου σταφυλιού –, και ήταν σαν να βλέπεις καθημαγμένα θηρία έτοιμα να αλληλοφαγωθούν. Ωστόσο, η κυρία Α. δεν σταματούσε στις ώρες κοινής ησυχίας, αλλά μου την έλεγε όποτε με πετύχαινε – γιατί φοράω μαύρα «κορίτσι πράμα» (δεν είχε ξαναδεί η κυρία Α. εξάχρονο που η αγαπημένη του ταινία ήταν ο Ακέφαλος Καβαλάρης), γιατί παίζω μπάλα στην αυλή «κορίτσι πράμα», γιατί έχω τα μαλλιά μου ασουλούπωτα «κορίτσι πράμα». Αυτό το «κορίτσι πράμα» ήταν σήμα κατατεθέν της κυρίας Α. Δεν ήξερα εάν της έδινα τόσο στα νεύρα επειδή ήμουν όντως μια γκοθ μαϊμού που ποδοβολούσε στο παρκέ ή επειδή ήμουν κορίτσι.

Και έτσι μεγάλωνα ανάμεσα σε δύο αντίρροπες εκδοχές της θηλυκότητας και της κοινωνίας, ανάμεσα σε μια αντίληψη της ευγένειας σχεδόν αριστοκρατική (όχι ως συμμόρφωση ή μικροαστική ευπρέπεια, αλλά ως εσωτερική στάση, έναν τρόπο να κατοικεί κανείς το σώμα και τον χώρο του με επίγνωση και λεπτότητα) και σε μια ενσάρκωση της κοινωνικής βίας που δεν χρειάζεται να κραυγάσει για να σε μικρύνει, εκείνης της στεγνής, καθημερινής επιτήρησης που εγκαθίσταται πάνω στα σώματα των κοριτσιών προτού ακόμη αποκτήσουν επίγνωση του εαυτού τους.

Κι αν ανακαλώ τα καθέκαστα με τέτοια οξύτητα, είναι επειδή εκεί, ανάμεσα στη μουσειακή ακινησία ενός σπιτιού που μύριζε λεβάντα και στο κοφτό κουδούνισμα μιας πόρτας που άνοιγε μόνο για να επιπλήξει, έμαθα για πρώτη φορά πως ο κόσμος θα επιχειρεί διαρκώς να αποφασίσει τι επιτρέπεται να είσαι. Και πως η ενηλικίωση ίσως δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επίπονη, ατελεύτητη εργασία τού να αρνείσαι να γίνεις αυτό που οι άλλοι αισθάνονται πιο άνετα να ανέχονται.