Την ισορροπία ανάμεσα στην αγάπη για την αρχαία τέχνη αλλά και τις σύγχρονες απαιτήσεις της θέσης ενός διευθυντή μουσείου στον 21ο αιώνα αποκαλύπτει η συζήτησή μας με τον Φλόριαν Κνάους. O εδώ και μια 15ετία επικεφαλής της Γλυπτοθήκης αλλά και της Κρατικής Συλλογής Αρχαιοτήτων μάς μίλησε για τον ρόλο του στα μουσεία, για το πώς ερωτεύτηκε την αρχαία τέχνη, αλλά και τη γνώμη του για το αν οι χώροι πολιτισμού πρέπει να φιλοξενούν εκδηλώσεις άλλου χαρακτήρα.

Αρχικά θα θέλαμε να σας συγχαρούμε για την πρόσφατη βράβευσή σας με το βραβείο «Φρίντριχ φον Τιρς» από την ΑHEPA, τη μεγαλύτερη οργάνωση Ελλήνων ομογενών παγκοσμίως…

«Ναι, πράγματι πήρα αυτό το βραβείο για την προώθηση και ενίσχυση της συνύπαρξης Ελλήνων και Γερμανών στο Μόναχο και γενικότερα στη Βαυαρία. Αλλά για τους λόγους αυτής της διάκρισης και της απονομής αυτού του βραβείου θα έπρεπε καλύτερα να ρωτήσετε τους κριτές.

Να επισημάνουμε φυσικά ότι ο Φρίντριχ φον Τιρς ήταν μία σημαντική προσωπικότητα. Υπήρξε ο ιδρυτής του ουμανιστικού γυμνασίου στη Βαυαρία. Είχε στενή προσωπική σχέση με τον Λουδοβίκο Α΄ και ενίσχυσε πολύ τον φιλελληνισμό του. Ο φιλελληνισμός του Λουδοβίκου Α΄ είναι σημαντικός και για την ιστορία της Ελλάδας καθώς υποστήριξε τον αγώνα των Ελλήνων για την ελευθερία».

Πώς ασχοληθήκατε με την αρχαιολογία και τι σας κέντρισε το ενδιαφέρον για την αρχαία τέχνη;

«Πάντα είχα μεγάλο ενδιαφέρον για την ιστορία. Αρχικά, το ενδιαφέρον μου αφορούσε κυρίως το Μεσαίωνα, αλλά όταν πήγα στο γυμνάσιο και έμαθα λατινικά και αρχαία ελληνικά το ενδιαφέρον μου μετατοπίστηκε προς την αρχαιότητα. Στις τρεις τελευταίες γυμνασιακές τάξεις διδάχθηκα αρχαιολογία. Ετσι, ήδη από τα σχολικά μου χρόνια ήμουν εξοικειωμένος με την αρχαιότητα και ιδιαίτερα με την ελληνική αρχαιότητα, την ελληνική αρχιτεκτονική, την ελληνική γλυπτική και την ελληνική αγγειοπλαστική. Αν και πήγαινα σχολείο στο Μπίλεφελντ, δηλαδή στη Βόρεια Γερμανία, κατά τη διάρκεια της σχολικής μου ζωής πήγα δύο φορές στο Μόναχο για να επισκεφτώ την Κρατική Συλλογή Αρχαιοτήτων και τη Γλυπτοθήκη. Ετσι ήταν φυσικό για μένα να σπουδάσω κλασική αρχαιολογία».

«Αν πρέπει να διαλέξω ένα γλυπτό, τότε ο Λαομέδων, από την ανατολική αψίδα του Ναού της Αφαίας, είναι ίσως το πιο υπέροχο για μένα».

Πόσο σας επηρέασε στην επιλογή σας αυτή το οικογενειακό σας περιβάλλον;

«Στην οικογένειά μου υπήρχε ένα γενικό ενδιαφέρον για τον πολιτισμό και την ιστορία. Ο πατέρας μου ήταν καθηγητής φιλοσοφίας. Ενδιαφερόταν για τα πάντα και είχε έντονο ενδιαφέρον για την ιστορία. Και φυσικά, ως ακαδημαϊκός ασχολήθηκε και με την ελληνική φιλοσοφία, αν και η ειδίκευσή του αφορούσε τον Καντ και τον Ντεκάρτ».

Εχετε κάποιο αγαπημένο χώρο, με γλυπτά που σας αρέσουν ιδιαίτερα, στη Γλυπτοθήκη;

«Τα αγαπημένα μου αλλάζουν συνεχώς. Οταν ασχολούμαι με τα έργα της συλλογής μας και στέκομαι μπροστά στα αγάλματα, τα βρίσκω όλα υπέροχα. Παρόλα αυτά, αν πρέπει να διαλέξω ένα, τότε ο Λαομέδων, από την ανατολική αψίδα του Ναού της Αφαίας, είναι ίσως το πιο υπέροχο γλυπτό για μένα».

Εσείς, ως διευθυντής της Γλυπτοθήκης, ποιες ακριβώς αρμοδιότητες έχετε;

«Οι αρμοδιότητες μου είναι ποικίλες. Αν έπρεπε να τις μετρήσω ποσοτικά, τότε θα έλεγα ότι κατά ένα μεγάλο μέρος αφορούν τη διοίκηση και τη γραφειοκρατία. Το πιο σημαντικό, πιστεύω, είναι ότι ως διευθυντής μουσείου οφείλεις να γνωρίζεις πώς πρέπει να παρουσιάζεται το δικό σου μουσείο ή, στην περίπτωσή μου, τα δύο μουσεία για τα οποία είμαι υπεύθυνος. Αυτό σημαίνει ότι μαζί με τους συνεργάτες μου προσπαθούμε να καταστήσουμε προσβάσιμες όσον το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους τις υπέροχες συλλογές μας, που είναι μοναδικές στον κόσμο.

Επιθυμώ, δηλαδή, να έρχονται σε εμάς όχι μόνο απόφοιτοι ουμανιστικών γυμνασίων, που έχουν διδαχθεί λατινικά και αρχαία ελληνικά στο σχολείο, ή μόνο Ελληνες, αλλά και άλλοι. Πιστεύω ότι αυτή η τέχνη, των Ελλήνων των Ρωμαίων και των Ετρούσκων, έχει πολλά να πει και όλοι έχουμε πολλά να διδαχθούμε από αυτή.

Πολύ σημαντικές για μένα είναι οι προσωπικές ξεναγήσεις σε ομάδες επισκεπτών. Σε τέτοιες ξεναγήσεις προσπαθούμε να μεταδώσουμε στους επισκέπτες τον ενθουσιασμό μας για αυτά τα έργα. Γιατί εξακολουθούν να είναι σημαντικά, παρόλο που είναι 2.000-2.500 ετών; Τι μας λένε ακόμα; Είναι πολύ σημαντικό να ξυπνήσουμε το ενδιαφέρον για αυτά τα μουσεία, γιατί αν ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται πλέον για αυτή την τέχνη, για αυτά τα μουσεία, τότε είμαστε περιττοί.

Ως διευθυντής, πρέπει να φροντίζω για την εξεύρεση πηγών χρηματοδότησης, καθώς η κρατική χρηματοδότηση είναι αρκετή για να επιβιώσουμε, αλλά όχι για να πραγματοποιήσουμε τους στόχους μας. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει επίσης να βρω ιδιωτικούς ή θεσμικούς χορηγούς για να υλοποιήσω κάτι καινούριο».

Τι κάνει τη Γλυπτοθήκη μοναδική σε σύγκριση με άλλα ευρωπαϊκά μουσεία;

«Πρώτα απ’ όλα, η Γλυπτοθήκη είναι το μόνο μουσείο στον κόσμο που εκθέτει αποκλειστικά ελληνικά και ρωμαϊκά γλυπτά. Από ιστορική άποψη, ήταν το πρώτο μουσείο στον κόσμο όπου τα γλυπτά εκτέθηκαν σε χρονολογική σειρά. Εχουμε ένα μουσείο με έργα εξαιρετικής ποιότητας και μια εξαιρετική μορφή παρουσίασης. Επίσης, η αρχιτεκτονική του κτηρίου αναδεικνύει ακόμη περισσότερο την αξία των εκθεμάτων. Αξιοποιούμε με τέτοιο τρόπο το φυσικό φως, ώστε κάθε μέρα ή σχεδόν κάθε ώρα, να δίνεται η αίσθηση ότι μπαίνουμε σε ένα νέο μουσείο και να ανακαλύπτουμε συνεχώς νέα πράγματα.

«Μαζί με τους συνεργάτες μου προσπαθούμε να καταστήσουμε προσβάσιμες όσον το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους τις υπέροχες συλλογές μας, που είναι μοναδικές στον κόσμο».

Η Γλυπτοθήκη είναι ένα μουσείο που αποτελεί πρότυπο για πολλούς. Πιστεύω ότι και το νέο Μουσείο της Ακρόπολης έχει επηρεαστεί λίγο από τη Γλυπτοθήκη».

Τι θα θέλατε να επιτύχετε οπωσδήποτε ως διευθυντής κατά τη διάρκεια της θητείας σας εδώ;

«Ο πιο σημαντικός στόχος μου είναι να ανακαινίσουμε και την Κρατική Συλλογή Αρχαιοτήτων. Η Γλυπτοθήκη ανακαινίστηκε μεταξύ 2018 και 2021 και πιστεύω ότι το καταφέραμε πολύ καλά. Η πρόσοψη του κτηρίου είναι πλέον πολύ πιο αρμονική και η τεχνολογία του σύγχρονη. Η Συλλογή Αρχαιοτήτων, το κτήριο, είναι σίγουρα εξίσου σημαντικό με τη Γλυπτοθήκη, αλλά δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που θα έπρεπε να είναι ένα μουσείο του 21ου αιώνα. Προσωπικά πιστεύω ότι μπορούμε να παρουσιάσουμε πολύ καλύτερα στους επισκέπτες την ποιότητα των εκθεμάτων που διαθέτουμε εκεί και ότι το μουσείο θα γίνει πολύ πιο ελκυστικό για τους επισκέπτες, αν το ανακαινίσουμε».

Πιστεύετε ότι οι νέες τεχνολογίες μπορούν να βοηθήσουν στο να γίνει η δουλειά του μουσείου πιο διαδραστική και ελκυστική για το νεανικό κοινό;

«Ναι, μπορούν να κάνουν την επίσκεψη πιο ελκυστική και να εξηγούν καλύτερα την κατασκευή, τη χρήση και την εργασία πίσω από τα εκθέματα. Δεν πρέπει όμως να υποκαθιστούν τα αυθεντικά έργα, που είναι πάντα πιο σημαντικά για τον επισκέπτη. Οι νέες τεχνολογίες (π.χ. βίντεο) βοηθούν στην κατανόηση, δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τα εκθέματα. Το πιο σημαντικό για τους επισκέπτες είναι πάντα να βλέπουν τα αυθεντικά έργα. Σήμερα υπάρχουν ήδη μουσεία όπου αντικείμενα, πίνακες ή γλυπτά προβάλλονται σε οθόνες σε πολύ μεγαλύτερο μέγεθος. Και ορισμένοι επισκέπτες δεν βλέπουν πια τα αυθεντικά έργα».

«Πιστεύω ότι δεν είναι σωστό να επιστρέφουν όλα τα αρχαία στον τόπο που δημιουργήθηκαν κάποτε. Ανήκουν όλα στην παγκόσμια κληρονομιά».

Πρόσφατα και, με αφορμή τα εγκαίνια του Μεγάλου Αιγυπτιακού Μουσείου, υπήρξε αίτημα από το Κάιρο για τον επαναπατρισμό του αγάλματος της Νεφερτίτης από το Νέο Μουσείου του Βερολίνου. Σε ποιον ανήκουν οι αρχαιολογικοί θησαυροί, στις χώρες όπου ανακαλύφθηκαν ή στα μουσεία που τις αναδεικνύουν;

«Η Νεφερτίτη αποκτήθηκε νόμιμα, κατά τη γνώμη μου. Δημοσιεύτηκαν πολλά για αυτό το θέμα, η διαμάχη αυτή κρατά πάνω από εκατό χρόνια, αλλά υπάρχει μια πολύ καλή μελέτη από την αιγυπτιολόγο, Σούζαν Φος, που περιγράφει λεπτομερώς την ιστορία αυτής της υπόθεσης και έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το άγαλμα αποκτήθηκε νόμιμα. Πιστεύω επίσης ότι, λόγω της ιστορίας της, η Νεφερτίτη έχει πλέον συνδεθεί στενά με το Βερολίνο και έχει γίνει σύμβολο αυτής της πόλης. Το Νέο Μουσείο του Καΐρου είναι τόσο μεγάλο, με τόσα εκθέματα, που κανένας επισκέπτης δεν θα έχει την αίσθηση ότι κάτι του λείπει. Αντίθετα, οι επισκέπτες του δεν θα ξέρουν πού και τι να πρωτοκοιτάξουν.

Η ιστορία όλων των αρχαίων κειμηλίων ξεκινά εκεί όπου δημιουργήθηκαν. Η μεταφορά τους όμως σε άλλες περιοχές δεν είναι κάτι καινούργιο. Συνέβαινε ήδη από την αρχαιότητα. Δεν έχει νόημα κάθε αγγείο που δημιουργήθηκε στην Αθήνα να γυρίσει στην Αθήνα. Πιστεύω ότι δεν είναι σωστό να επιστρέφουν όλα τα αρχαία στον τόπο που δημιουργήθηκαν κάποτε. Ανήκουν όλα στην παγκόσμια κληρονομιά και είναι σημαντικό να είναι προσβάσιμα και να μην βρίσκονται όλα σε ένα μουσείο, σε μία πόλη. Φυσικά, υπάρχουν και περιπτώσεις αρχαιοκαπηλίας και αυτές πρέπει να διαλευκανθούν και να επιστραφούν τα κλεμμένα. Αλλά όταν κάτι βρίσκεται σε ένα μουσείο, για πάνω από 100 χρόνια, τότε ανήκει εκεί. Δεν έχει νόημα, να γυρίζουμε την ιστορία πίσω».

Στο βρετανικό μουσείο πραγματοποιήθηκε πρόσφατα ένα λαμπρό φιλανθρωπικό γκαλά στην αίθουσα με τα διάσημα γλυπτά του Παρθενώνα. Πολλοί αποδοκιμάζουν τέτοιες ενέργειες. Ποια είναι η γνώμη σας πάνω σε αυτό το θέμα;

«Δεν το θεωρώ κατακριτέο. Φυσικά, σε τέτοιες εκδηλώσεις πρέπει να προσέχει κανείς, ώστε τα γλυπτά να μην υποστούν ζημιά. Και τα μουσεία, όμως, πρέπει να χρηματοδοτούνται. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το Βρετανικό Μουσείο που δεν χρεώνει είσοδο και συντηρείται από δωρεές. Εμείς στη Γλυπτοθήκη επιτρέπουμε να πραγματοποιούνται παρόμοιες εκδηλώσεις, συγκεκριμένου τύπου, και προσέχουμε πάντα να μην συμβεί κάτι στα γλυπτά. Εχουμε πολύ αυστηρές προϋποθέσεις. Αν οι εκδηλώσεις γίνονται με τον κατάλληλο τρόπο και οι διοργανωτές σέβονται τα έργα τέχνης, δεν το θεωρώ κακό. Είναι κάτι που τα μουσεία είναι αναγκασμένα να κάνουν. Πρέπει να φροντίσουμε να τραβήξουμε την προσοχή και να λάβουμε οικονομική υποστήριξη. Ας πούμε, ένα δείπνο με ξενάγηση ή μία συνέντευξη, όπως τώρα, είναι αποδεκτά. Παρόλα αυτά, δεν είμαστε χώρος εκδηλώσεων. Σίγουρα είναι δύσκολο να κρατηθεί η ισορροπία. Ωστόσο έχουμε αυστηρούς όρους, οι οποίοι μπορούν να διατυπωθούν γραπτώς. Οπωσδήποτε πρέπει να δείχνουμε σεβασμό στα γλυπτά. Τα γλυπτά όμως δεν αποτελούν αντικείμενα λατρείας, όπως αυτά που βρίσκονται σε μια εκκλησία. Επομένως, αν για παράδειγμα οι Ελληνες ή οι Ιταλοί επιθυμούν να γιορτάσουν τις εθνικές τους εορτές στη Γλυπτοθήκη ή στο κτήριο της Συλλογής Αρχαιοτήτων, τότε το θεωρώ αποδεκτό να γίνεται».

Διαβάστε όλα τα άρθρα από το Βήμα του Μονάχου.