Η συνάντηση του Μητσοτάκη με τον Ερντογάν ήταν επιβεβλημένη. Η προηγούμενη στη Νέα Υόρκη είχε αναβληθεί σε μπερδεμένες συνθήκες και ουσιαστικά οι σχέσεις τους είχαν παγώσει τον τελευταίο χρόνο. Ηταν σωστό να ξαναπιάσουν από κάπου το νήμα.

Τελικά η συνάντηση αποδείχθηκε και χρήσιμη.

Δεν επιτεύχθηκαν, ούτε καν επιχειρήθηκαν, διευθετήσεις ή υπερβάσεις, τις οποίες άλλωστε κανείς δεν περίμενε.

Και από τις δηλώσεις των δύο ηγετών όμως φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκε μια ειλικρινής καταγραφή των θέσεων της κάθε χώρας. Χωρίς εκπτώσεις, χωρίς φανφάρες, αλλά και χωρίς οξύτητες.

Σε ένα κλίμα μάλλον ευγενικό και διανθισμένο με εκατέρωθεν φιλοφρονήσεις, τις οποίες δεν είμαστε συνηθισμένοι να ακούμε σε αυτό το επίπεδο.

Και ο έλληνας πρωθυπουργός και ο τούρκος πρόεδρος φαίνεται να κατανοούν τις αβεβαιότητες και τις αστάθειες του διεθνούς περιβάλλοντος και αποφεύγουν να τις επιβαρύνουν.

Ο «παράγων Τραμπ» αποτελεί από μόνος του αποτρεπτικό παράγοντα. Δεν είναι ώρα για μπλεξίματα.

Ακόμη όμως και τα «ακανθώδη προβλήματα» (για να δανειστώ την έκφραση του Ερντογάν…) όπως οι διαφορές των δύο χωρών στο Αιγαίο ή για την Παλαιστίνη πέρασαν στα μαλακά.

Οι Τούρκοι θα βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα. Σε ό,τι αφορά την ελληνική πλευρά μπορούμε να συγκρατήσουμε δύο διαπιστώσεις.

Πρώτον, ότι σε επίπεδο γενικότερου κλίματος είναι καλύτερα να μιλάμε μαζί τους παρά να μη μιλιόμαστε. Ο διάλογος ποτέ δεν έβλαψε κανέναν και οι γραμμές επικοινωνίας πρέπει πάντα να μένουν ανοιχτές.

Δεύτερον, πως με την Τουρκία δεν είμαστε φίλοι και ίσως να μη γίνουμε ποτέ αλλά δεν είναι ανάγκη να συμπεριφερόμαστε σαν ασυμβίβαστοι εχθροί.

Τέτοιου τύπου συναντήσεις άλλωστε δίνουν την καλύτερη απάντηση στις εθνικές μοιρολογίστρες και στους πατριώτες του καναπέ.

Ούτε μοιράστηκε το Αιγαίο, ούτε επιβλήθηκε συγκυριαρχία στην περιοχή, ούτε επιβεβαιώθηκαν οι δυσοίωνες προβλέψεις μιας περιφερόμενης τζάμπα μαγκιάς. Να δω τι άλλο θα βρουν για να ανησυχήσουν στη συνέχεια.

Φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε τη συγκυρία.

Η Τουρκία έχει απλωμένο τραχανά στη Μέση Ανατολή, ο ουσιαστικός αποκλεισμός της από την ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία τής στοιχίζει και τα εξοπλιστικά προγράμματα της Ελλάδας δεν φαίνεται να την ενθουσιάζουν.

Λογικά όλα αυτά. Αλλά αφού οι δύο χώρες δεν μπορούν (ακόμη…) να λύσουν τις ουσιαστικότερες διαφορές τους, είναι υποχρεωμένες να ζήσουν μαζί τους.

Και εφόσον εκεί τις οδηγούν τα ίδια τα γεγονότα, είναι σαφώς προτιμότερο να τα προετοιμάζουν και να τα διαμορφώνουν αντί να αναγκάζονται τη μία ή την άλλη στιγμή να τα υποστούν.