Από τότε που επανακυκλοφόρησε η ιδέα της συνταγµατικής αναθεώρησης έχουν ακουστεί πολλές και ενδιαφέρουσες προτάσεις.

Αλλες χρήσιµες. Αλλες ανεφάρµοστες. Και άλλες περιττές.

Ούτως ή άλλως, η χώρα πάσχει από άκρατο «συνταγµατισµό». Οταν έφτιαξε τρία Συντάγµατα µέσα στα οκτώ χρόνια που κράτησε ο Πόλεµος της Ανεξαρτησίας της γιατί να αλλάξει συνήθεια τώρα που δεν πολεµάει και κανείς δεν την απειλεί;

Ολα αυτά φυσικά ξεκινούν από το ασταθές σηµείο στήριξης. Διότι όλες οι ιδέες και πολλές προτάσεις εκπορεύονται και κυκλοφορούν χωρίς να έχουµε συµφωνήσει στο βασικό: τι δηµοκρατία θέλουµε.

Ετσι ακούσαμε για ασυμβίβαστο μεταξύ βουλευτών και υπουργών ή για μείωση του αριθμού των βουλευτών ή για μεταβαλλόμενο τρόπο εκλογής τους ανά εκλογική περιφέρεια ή για τροποποίηση του τρόπου ανάδειξης της δικαστικής ηγεσίας της χώρας, χωρίς να εξηγήσουμε για ποιον λόγο τα κουβεντιάζουμε.

Ο,τι φανεί του καθενός, ανάλογα με τη συγκυρία και τη βολή του.

Συζητήθηκε ακόμη και το ενδεχόμενο κατάργησης της ποινικής προστασίας των πολιτικών (βουλευτική ασυλία και άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών) στον βωμό ενός συνταγματικού λαϊκισμού του απεχθέστερου είδους.

Είναι ο ασφαλέστερος τρόπος ώστε οι μισοί να διώκουν τους άλλους μισούς και να μην κυβερνάει κανείς. Και τελικά να γίνουν πρωταγωνιστές οι δικαστές και οι εισαγγελείς, ακόμη και οι συνταξιούχοι.

Διότι από όλα αυτά λείπει ένα ζητούμενο. Τι ακριβώς θέλουμε;

Ζούμε σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, με ό,τι αυτό σημαίνει και συνεπάγεται. Δεν έχω ακούσει κανέναν να το θέτει σε αμφισβήτηση, ούτε να ζητάει κάτι άλλο.

Και ερχόμαστε σε μια βλακώδη αντιδικία για τη λεγόμενη «επιτελική διακυβέρνηση», όταν είναι προφανές ότι ο επιτελικός χαρακτήρας αφορά μόνο τον τρόπο λειτουργίας της κυβέρνησης.

Υποθέτω πως με κάτι τέτοια είχε απαυδήσει και ο Τσόρτσιλ όταν διαπίστωνε ότι «σε κάθε τρεις Ελληνες υπάρχουν δύο πρωθυπουργοί και ένας αρχηγός της Αντιπολίτευσης».

Σε ένα τέτοιο πολιτικό κλίμα όπου ακόμη και η Δικαιοσύνη αμφισβητείται στο πλαίσιο μιας δυσώδους κομματικής αντιδικίας, τι Σύνταγμα να φτιάξουμε;

Ενα Σύνταγμα που θα ορίζει και θα διέπει τη λειτουργία της δημοκρατίας; Ή ένα Σύνταγμα που θα αντανακλά τις εχθροπάθειες, τις προκαταλήψεις και τα μίση μιας πολιτικής τάξης όπου οι μεν χαρακτηρίζουν τους δε «συμμορία»;

Νομίζω ότι η απάντηση είναι προφανής. Απορρέει από την απουσία συναντίληψης για τη δημοκρατία που προκρίνουμε. Από την υποταγή της σε μικροκομματικά νταραβέρια.

Αλλά αν δεν αποκτήσουμε αυτή τη συναντίληψη, τότε το κόστος το πληρώνει η δημοκρατία.