Από τη γραβιέρα Νάξου, που αναδείχθηκε καλύτερο τυρί στον κόσμο από το «Taste Atlas», έως τη φέτα, που ταξιδεύει καθημερινά σε δεκάδες χώρες, τα ελληνικά τυριά έχουν κατακτήσει διεθνή αναγνώριση. Δεν πρόκειται απλώς για προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας, αλλά για κομμάτια της ελληνικής ταυτότητας. Πίσω όμως από τα βραβεία και τις διακρίσεις, παραμονεύουν σοβαροί κίνδυνοι που απειλούν τόσο την αυθεντική παραγωγή όσο και την ποιότητα αυτών των εμβληματικών προϊόντων.

Αναμφίβολα, η Ελλάδα έχει καταφέρει να είναι ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς πρόβειου και κατσικίσιου γάλακτος στην ΕΕ, η φέτα ΠΟΠ και άλλα παραδοσιακά τυριά έχουν υψηλή εμπορική αξία. «Η αναγνωρισιμότητα των ελληνικών προϊόντων ΠΟΠ στην ΕΕ είναι μοναδική και δίνει μία διαφοροποίηση» επισημαίνει ο Αλκιβιάδης Καλαμπόκης, πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων.

Συνεχείς πιέσεις

Η διαδικασία, όμως, της παραγωγής της διακρίνεται από ιδιαίτερο μόχθο. Πίσω από τις διακρίσεις κρύβονται πολυάριθμα βήματα που ξεκινούν από τις ζωοτροφές και φτάνουν μέχρι το τελικό προϊόν στο ράφι.

Οπως περιγράφει ο Νικόλας Πιτταράς, τυροκόμος και κτηνοτρόφος, αλλά και ένας άνθρωπος που γνωρίζει κάθε στάδιο της παραγωγής, όλη η διαδικασία «περνάει από τα χέρια του», μέσα σε ένα αυστηρά ελεγχόμενο, κυκλικό σύστημα παραγωγής και διάθεσης, όπου τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη. «Ξεκινάω από το βράδυ την εργασία μου. Ολοι όσοι ασχολούμαστε με αυτό, σκεφτόμαστε με ποιον τρόπο θα φτιάξουμε το καλύτερο τυρί του κόσμου, αλλά σκεφτόμαστε και πώς θα μπορέσουμε να το βάλουμε στο τραπέζι της κάθε οικογένειας» εξομολογείται.

Τον τελευταίο χρόνο οι κτηνοτρόφοι δέχονται συνεχώς πιέσεις, μεταξύ αυτών και η ευλογιά των αιγοπροβάτων. Από τον Αύγουστο του 2024 μέχρι τις 8 Φεβρουαρίου του 2026 είχαν γίνει 476.839 θανατώσεις αιγοπροβάτων λόγω του ιού και επηρεάστηκαν 2.595 εκτροφές σε όλη τη χώρα.

«Δυστυχώς, όλοι μας νιώθουμε στο πετσί μας καθημερινά ότι η πολιτεία θέλει να βάλει μια ταφόπλακα στον πρωτογενή τομέα» σημειώνει ο Νικόλας Πιτταράς. Επίσης, ο ίδιος τονίζει πως η λειψυδρία είναι ένα μεγάλο πρόβλημα και μια πρόκληση που καλούνται να αντιμετωπίσουν όσοι ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία στη Νάξο.

«Η Ελλάδα είναι μια χρυσή χώρα. Ομως, όταν ο έλληνας καταναλωτής πάει στο σουπερμάρκετ και δει ότι η Γραβιέρα Νάξου έχει 16 ευρώ το κιλό, ενώ ένα τυρί από τη Βολιβία έχει 10 ευρώ το κιλό, ξέρουμε ότι θα το επιλέξει» προσθέτει αναφερόμενος στη νέα εμπορική συμφωνία της Mercosur. Ο Νικόλας Πιτταράς διευκρινίζει από την πλευρά του πως αρκετοί νέοι, ιδίως στα νησιά, τείνουν να επιλέγουν κάποια άλλη εργασία, όπως ο τουρισμός, λόγω των δυσκολιών που ταλανίζουν τον πρωτογενή τομέα.

Το ζήτημα που προκύπτει για τους παραγωγούς και την αγορά είναι η αλλοίωση της έννοιας της παραδοσιακής τυροκομίας, με περιπτώσεις ακόμη και ολικής αντικατάστασης της πρώτης ύλης, γεγονός που οδηγεί σε παραπλάνηση του καταναλωτή

Οι αριθμοί της αγοράς

Δηλωτικοί της επιτυχίας των ελληνικών τυριών είναι και οι αριθμοί τους στο διεθνές εμπόριο. Το 2025 τα τυριά κατατάσσονται στην 4η θέση ανάμεσα στα top 100 ελληνικά εξαγόμενα προϊόντα, διατηρώντας την ίδια υψηλή θέση που κατείχαν και το 2024.

Σύμφωνα με τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Εξαγωγέων, η αξία των εξαγωγών (Κωδ. ΤΔΑΕ: 02499′) ανήλθε το 2025 στα 839,6 εκατ. ευρώ, έναντι 770,6 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας αύξηση κατά 69,0 εκατ. ευρώ ή +9,0%. Παράλληλα, αυξημένη ήταν και η εξαγόμενη ποσότητα, η οποία έφτασε τους 109.236,9 τόνους το 2025 από 98.306,3 τόνους το 2024, γεγονός που αποτυπώνει τη διεύρυνση της ζήτησης για ελληνικά τυριά στις διεθνείς αγορές.

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και του ΥΠΑΑΤ, το 2024 οι εξαγωγές τυριών ανήλθαν σε 977,7 εκατ. ευρώ, ξεπερνώντας τις εισαγωγές (715,0 εκατ. ευρώ). Η θετική τάση συνεχίστηκε και στο 11μηνο του 2025, με τις εξαγωγές να υπερβαίνουν το 1 δισ. ευρώ.

Η υψηλή εμπορική αξία αυτών των προϊόντων όμως τα κάνει και έναν ελκυστικό στόχο νοθείας.

Αρκετά ερωτήματα

Σημειώνεται δε ότι έρευνα του ΕΚΠΑ του Τμήματος Χημείας αποκάλυψε νοθεία σε τυριά και γαλακτοκομικά προϊόντα που έλεγξαν μέσω τις μεθόδου DNA. Οι ερευνητές ανέλυσαν 74 γαλακτοκομικά προϊόντα, από τα οποία 42 ήταν τυριά (φέτα, λευκά άλμης, κίτρινα, βαρελίσια, ΠΟΠ κ.ά.).

Χρησιμοποίησαν ανάλυση DNA (Touchdown PCR), η οποία εντοπίζει ίχνη αγελαδινού DNA, ακόμα κι αν το γάλα έχει υποστεί έντονη επεξεργασία (ωρίμανση, αλάτι, θερμότητα). Ειδικότερα, μέσα από αυτή τη διαδικασία μπορεί να ανιχνεύσει νοθεία από 1% έως 5%, ανάλογα με το είδος του τυριού.

Μέσα από τη συλλογή που έγινε αποκαλύφθηκε νοθεία σε κατσικίσια τυριά, συγκεκριμένα 2 στα 9 κατσικίσια τυριά εμφάνισαν μη δηλωμένη παρουσία αγελαδινού DNA, με τους ερευνητές να επισημαίνουν ότι σε χαμηλά ποσοστά αυτό μπορεί να οφείλεται και σε επιμόλυνση κατά την παραγωγή.

Τα κατσικίσια προϊόντα είναι πιο ευάλωτα, καθώς το κατσικίσιο γάλα είναι ακριβότερο και παράγεται σε μικρότερες ποσότητες. Επιπλέον, εντοπίστηκε αγελαδινό DNA σε βαρελίσια τυριά, όπως μυζήθρα, μανούρι και γραβιέρα Κρήτης, τα οποία παρασκευάζονται από πρόβειο, ή και κατσικίσιο γάλα.

Σε μία περίπτωση το τυρί δεν περιείχε καθόλου πρόβειο ή κατσικίσιο γάλα, παρά μόνο αγελαδινό, παρότι η ετικέτα έλεγε το αντίθετο. Στην περίπτωση της φέτας, η έρευνα δεν εντόπισε νοθεία με αγελαδινό γάλα· ωστόσο, σε 10 από τα 17 δείγματα, παρότι η ετικέτα ανέφερε χρήση μείγματος πρόβειου και κατσικίσιου γάλακτος, δεν ανιχνεύθηκε κατσικίσιο DNA, γεγονός που υποδηλώνει ζήτημα ακρίβειας της επισήμανσης, παρότι ο κανονισμός επιτρέπει η φέτα να μην προέρχεται αποκλειστικά από πρόβειο γάλα.

Τα ευρήματα αυτά είναι ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς καταδεικνύουν ότι η επισήμανση δεν είναι πάντοτε αξιόπιστη, ιδίως στα κατσικίσια και μεικτά τυριά, ενώ παράλληλα αναδεικνύεται η μοριακή ανάλυση DNA ως απαραίτητο πλέον εργαλείο ελέγχου· το ζήτημα που προκύπτει για τους παραγωγούς και την αγορά είναι η αλλοίωση της έννοιας της παραδοσιακής τυροκομίας, με περιπτώσεις ακόμη και ολικής αντικατάστασης της πρώτης ύλης, γεγονός που οδηγεί σε παραπλάνηση του καταναλωτή, παρότι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα αποτελέσματα δεν είναι κατ’ ανάγκην αντιπροσωπευτικά του συνόλου της αγοράς, αλλά αναδεικνύουν σαφώς την ανάγκη για συστηματικότερους ελέγχους.

«Η γραβιέρα Νάξου, όπως και τα υπόλοιπα προϊόντα ΠΟΠ, είναι η κληρονομιά μας, ο πολιτισμός. Το να τα αφήνουμε στη μοίρα τους επειδή αύριο δεν θα συμφέρει κανέναν να τα φτιάξει και να μπορεί να σταθεί οικονομικά θεωρώ ότι είναι εναντίον της χώρας μας» καταλήγει ο Νικόλας Πιτταράς.