Την ώρα που ο πλανήτης ξεκίνησε άλλη μια περιστροφή γύρω από τον Ηλιο, οι έγνοιες των πολιτών του περιστρέφονται γύρω από την ασφάλεια. Τα εθνικά κράτη επικεντρώνονται ξανά στα ζητήματα στρατηγικής, οι αμυντικοί προϋπολογισμοί αναθεωρούνται προς τα πάνω, η Ευρωπαϊκή Ενωση σπεύδει να εξοπλιστεί ώστε να αντιμετωπίσει επαρκώς τις εξωτερικές απειλές.

Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι εισήλθαν κάπως απότομα στο καινοφανές περιβάλλον των έντονων γεωπολιτικών αναταράξεων. Είναι αυτή που έχει αποκληθεί «αναγκαστική ενηλικίωση της Γηραιάς Ηπείρου». Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο για την Ελλάδα.

Αφενός η διαχρονική τουρκική απειλή, αφετέρου η παραδοσιακή γεωστρατηγική σημασία της Ανατολικής Μεσογείου ως δεύτερης γραμμής άμυνας υπέρ των δυτικών συμφερόντων, κρατούν την Αθήνα σε διαρκή εγρήγορση.

Και μπορεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη να στηρίζει στο μέγιστο το εγχείρημα της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας, ταυτοχρόνως όμως γνωρίζει ότι η ασφάλεια είναι κατ’ εξοχήν εθνική υπόθεση. «Η ασφάλεια εξαρτάται από εμάς» λένε χαρακτηριστικά στην ελληνική πρωτεύουσα και εντείνουν τις πρωτοβουλίες, τόσο στην κατεύθυνση ισχυροποίησης της διπλωματικής θέσης της χώρας στο κομβικό σταυροδρόμι μεταξύ Ανατολής και Δύσης όσο και σε αυτή της περαιτέρω θωράκισης των Ενόπλων Δυνάμεων.

«Πρωτόγνωρη κατάσταση πλήρους ασυμμετρίας»

Στα ανώτερα κλιμάκια της ελληνικής διπλωματίας εντοπίζεται ανησυχία για τις ραγδαίες αλλαγές που καταγράφονται στο γεωπολιτικό τοπίο της περιοχής αλλά και ευρύτερα. Αρμόδιες πηγές περιγράφουν στο «Β» «μια πρωτόγνωρη κατάσταση πλήρους ασυμμετρίας», για την αντιμετώπιση της οποίας απαιτείται πρωτίστως η λήψη επιπλέον πρωτοβουλιών σε διμερές και πολυμερές επίπεδο.

Μετά και την τελευταία τριμερή διάσκεψη, η Αθήνα δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ, με τη συμπερίληψη και της Κύπρου, ως ενός σχήματος που δύναται να εξασφαλίσει τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και κυρίως να λειτουργήσει ως αντίβαρο έναντι του τουρκικού αναθεωρητισμού.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Κυριάκος Μητσοτάκης, Νίκος Χριστοδουλίδης και Μπενιαμίν Νετανιάχου αναζητούν διαρκώς επιπλέον ευκαιρίες συμπράξεων, όπως για παράδειγμα στους τομείς της ασφάλειας και της άμυνας, με το πρώτο βήμα να πραγματοποιείται πριν από λίγες μέρες διά της υπογραφής του τριμερούς σχεδίου στρατιωτικής συνεργασίας.

Πηγές με άριστη γνώση του σκεπτικού της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Εξωτερικών λένε στο «Βήμα» ότι προτεραιότητα της Αθήνας είναι η συμμετοχή της χώρας στο σχέδιο του IMEC, τον διάδρομο Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης μέσω Κύπρου και Ελλάδας, που αποτελεί ήδη από την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ την αιχμή του δόρατος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στη δαιδαλώδη προσπάθεια αντιμετώπισης του κινεζικού εμπορικού επεκτατισμού.

Στην κυβέρνηση επικρατεί η άποψη ότι εφόσον η Ελλάδα τοποθετηθεί ως κρίκος στην αλυσίδα των αμερικανικών συμφερόντων, αφενός θα ενισχύσει το γεωπολιτικό αποτύπωμά της, αφετέρου θα θωρακίσει έτι περαιτέρω το σύστημα ασφαλείας της.

Αυτός, άλλωστε, είναι και ο διπλωματικός χαρακτήρας που διέπει τις ελληνοαμερικανικές ενεργειακές συμφωνίες, αλλά και εν συνόλω το εγχείρημα μετατροπής της χώρας σε ενεργειακό κόμβο, το οποίο προωθείται κατά κόρον από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα.

Το μήνυμα από την εμπλοκή στο Αιγαίο

Η παράμετρος, βεβαίως, που καθορίζει στον μέγιστο βαθμό τις ανάγκες του ελληνικού συστήματος ασφαλείας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο είναι η Τουρκία, με το διακύβευμα – όπως έχει αποτυπωθεί επανειλημμένως στο «Βήμα» – να είναι η διατήρηση των ήρεμων νερών σε συνδυασμό με την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων επί του πεδίου, καθώς και τη συμμετοχή στα πολυμερή σχήματα ανεξαρτήτως αν αυτά αντιστρατεύονται τα συμφέροντα της Αγκυρας.

Τόσο οι ελληνικές πρωτοβουλίες των τελευταίων μηνών όσο και η συνεργασία με το Ισραήλ έχουν οδηγήσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε ψύχρανση, εντός πάντως των ορίων.

Μάλιστα, στα μέσα Δεκεμβρίου καταγράφηκε, έπειτα από καιρό, η πρώτη εμπλοκή οπλισμένων μαχητικών στο κεντρικό Αιγαίο, με την ηγεσία του τουρκικού υπουργείου Αμυνας να επαναφέρει στον δημόσιο διάλογο το επιχείρημα ότι η Ελλάδα είναι ασυνεπής και παραβιάζει το διεθνές δίκαιο καθώς τα χωρικά ύδατα δεν ταυτίζονται με τον εναέριο χώρο της.

Ανώτερη διπλωματική πηγή επαναλαμβάνει ότι η Αθήνα επιθυμεί την απρόσκοπτη συνέχεια του διαλόγου με απώτερο σταθμό τη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας και τη συνάντηση κορυφής Μητσοτάκη – Ταγίπ Ερντογάν στην Αγκυρα.

Ακόμα κι αν οι προοπτικές ουσιαστικής προόδου στα μείζονα, δηλαδή την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες, είναι φανερό ότι αυτό που ενδιαφέρει την ελληνική πρωτεύουσα είναι να διατηρηθούν ανοικτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας ώστε να αποτρέπεται κλιμάκωση της έντασης.

Παραλλήλως μεταδίδεται η εικόνα ότι η Ελλάδα είναι διατεθειμένη να συνδιαλέγεται, προωθώντας ταυτοχρόνως έτερες πρωτοβουλίες σύγκλισης, όπως η πενταμερής μεταξύ των κρατών που συνορεύουν στην Ανατολική Μεσόγειο.

Στην Αθήνα, πάντως, γνωρίζουν ότι την μπαγκέτα των προκλήσεων κρατά αποκλειστικά ο κ. Ερντογάν (όπως απέδειξε και το πρωτοχρονιάτικο μήνυμα του τούρκου προέδρου, ο οποίος μίλησε για «προκλήσεις και απειλές κατά των συμφερόντων της χώρας μας και του τουρκοκυπριακού λαού», κι είπε ότι «δεν θα ανεχθούμε ποτέ τετελεσμένα, αρπακτικές πρακτικές ή πειρατεία στη “Γαλάζια Πατρίδα” μας»), άρα η χώρα θα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για κάθε εξέλιξη.

Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, ουδείς μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο η Αγκυρα να επιστρέψει στην επεκτατική πολιτική της, αν όχι στο Αιγαίο, τότε στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου και αναζητεί περισσότερο ζωτικό χώρο.

«Πάντα θα κάνει αισθητή την παρουσία της»

Δεν αποτελεί, άλλωστε, μυστικό ότι η στρατηγική ενίσχυσης των επιχειρησιακών δυνατοτήτων των Ενόπλων Δυνάμεων αφορά σχεδόν αποκλειστικά την αποτροπή του τουρκικού αναθεωρητισμού. Εντασσόμενο και στις απαιτήσεις των καιρών, μεταξύ των οποίων η πίεση της Ουάσιγκτον για αύξηση των αμυντικών δαπανών των μελών του ΝΑΤΟ στο 5%, το Μακροπρόθεσμο Πρόγραμμα Αμυντικών Εξοπλισμών για την περίοδο 2025-2036 αγγίζει τα 30 δισ. ευρώ, με τις φρεγάτες Belh@rra και τα αμερικανικά μαχητικά πέμπτης γενιάς F-35 να προωθούν – συμβολικά και πρακτικά – τη μετάβαση του ελληνικού στρατεύματος στη νέα εποχή.

Πηγές από το υπουργείο Αμυνας με τις οποίες συνομιλεί το «Β» εκτιμούν ότι «η Τουρκία πάντα θα κάνει αισθητή την παρουσία της», ενώ συνεργάτες του Νίκου Δένδια παραπέμπουν στις πρόσφατες δηλώσεις του ότι «η Ελλάδα δεν έχει εκφράσει αναθεωρητικό λόγο, δεν έχει εκπέμψει απειλή πολέμου κατά οποιουδήποτε, είναι όμως απολύτως αποφασισμένη να υπερασπίσει την κυριαρχία της και τα κυριαρχικά της δικαιώματα».

Οσον αφορά, δε, την «Ατζέντα 2030», δηλαδή το πρόγραμμα μεταρρύθμισης των Ενόπλων Δυνάμεων που προωθεί η κυβέρνηση, στόχος είναι η δημιουργία ενός νέου δόγματος αποτροπής, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται όλα τα στοιχεία των σύγχρονων συγκρούσεων, μεταξύ των οποίων οι δομικές αλλαγές στα πεδία της μάχης κυρίως διά της χρήσης drones.

Για την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Αμυνας έχει ιδιαίτερη σημασία η Ελλάδα να αποκτήσει ποιοτική υπεροχή σε συγκεκριμένους τομείς, διαθέτοντας μεγαλύτερες επιχειρησιακές δυνατότητες από αυτές που αντιστοιχούν στον αριθμό των υπαρχόντων μέσων.

Ζητούμενο η ενίσχυση σε καινοτόμα προϊόντα

Πάντως, προβληματισμός καταγράφεται και στο Πεντάγωνο ειδικά όσον αφορά τη μεγέθυνση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας και δη το τεχνολογικό άλμα στον τομέα των μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Εξ ου και στο επιχειρησιακό τμήμα της «Ατζέντας 2030» ξεχωρίζει η «Ασπίδα του Αχιλλέα» ως εγχείρημα συνολικής αποτροπής: αντιπυραυλικής, αντιαεροπορικής και αντι-drone. Ζητούμενο φυσικά παραμένει η ενίσχυση της ελληνικής παραγωγής και δη στα καινοτόμα αμυντικά προϊόντα, με τη χώρα πάντως να βρίσκεται ήδη αρκετά πίσω από τις ραγδαίες εξελίξεις στον τομέα της ασφάλειας. Είναι ενδεικτικό ότι το Ελληνικό Κέντρο Καινοτομίας θεσμοθετήθηκε μόλις επί υπουργίας του κ. Δένδια.

Σύμφωνα, τέλος, με ασφαλείς πληροφορίες και παρά τα σενάρια περί παρέμβασης του Λευκού Οίκου ώστε να επιτευχθεί καταλλαγή μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, η αμερικανική πρεσβεία βλέπει με ικανοποίηση την ενίσχυση ενός συμμαχικού στρατού όπως ο ελληνικός, ειδικά αν τα κονδύλια κατευθύνονται σε αμερικανικά οπλικά συστήματα.