«Είστε πολύ νέος…».

«Οχι, όχι, είμαι δεινόσαυρος. Τουλάχιστον στη δουλειά μου νιώθω παλιός…» θα πει πριν ολοκληρώσω τη φράση μου. Απέναντί μου ο 45χρονος Γιάννος Περλέγκας. Ηθοποιός και σκηνοθέτης – αν και δεν αγαπά τον όρο σκηνοθέτης, όπως θα διαπιστώσω. «Δεν βρισκόμαστε πλέον στην εποχή του “μεγάλου κεφαλιού”» λέει σε μια αποστροφή του λόγου του. Γι’ αυτό και στις παραστάσεις που δημιουργεί δεν θα συναντήσεις τη λέξη σκηνοθέτης.

Ο Γιάννος Περλέγκας μοιάζει να αποτελεί μία ξεχωριστή νησίδα στο ελληνικό θέατρο. Είναι εκείνος που στα 19 του, ενώ ήταν στο δεύτερο έτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού, επιλέχθηκε από τον Λευτέρη Βογιατζή για τον ρόλο του Ρόμπιν στη θρυλική πλέον παράσταση «Καθαροί πια». Είναι ακόμη εκείνος που κρατιέται μακριά από αυτό που θα ονομάζαμε – εν συντομία – «εμπορικό θέατρο» και εκείνος που μπορεί να ξενυχτά παίζοντας ψαγμένα ρεμπέτικα με το σχήμα Ραστ Χιτζάζ και που πάντα αγαπά τον απείθαρχο στοχαστή του ευρωπαϊκού πολιτισμού Τόμας Μπέρνχαρντ. Και τέλος είναι εκείνος που μοιάζει μόνιμα να αυτοαμφισβητείται. Που αναρωτιέται αν είναι αρμόδιος – αυτό ακριβώς το επίθετο χρησιμοποιεί – για τα πράγματα.

«Γιατί γίνατε ηθοποιός;» τον ρωτώ. «Μια εύκολη απάντηση θα ήταν να σας πω ότι έγινα εξαιτίας της οικογένειάς μου» (είναι γιος του ηθοποιού Τίμου Περλέγκα και της ηθοποιού και κριτικού Αριστούλας Ελληνούδη) αναφέρει.

Μια μεγάλη ευθύνη

«Με έναν τρόπο αυτή η απόφαση ήταν και λύση στο γεγονός ότι δεν ήμουν σε θέση να γίνω οτιδήποτε άλλο. Ημουν κάκιστος μαθητής, ένας αρκετά “βεβαρημένος” έφηβος μετά τον θάνατο του πατέρα μου. Πιο πολύ σήμερα με απασχολεί το αν θέλω να παραμείνω ηθοποιός. Υπάρχουν πολλές φορές που δεν νιώθω έτοιμος να επαναλάβω κάθε ημέρα την ίδια παράσταση. Τις μισές φορές λέω ότι δεν είμαι αρμόδιος να παίξω.

Είναι μεγάλη ευθύνη να ζητάς από τους ανθρώπους να δώσουν δύο ώρες από τον χρόνο τους και να πληρώσουν για να σε δουν στη σκηνή. Θέλει μια δύναμη από τον ηθοποιό, που έτσι κι αλλιώς δεν μου ήταν ποτέ αυτονόητη. Τελικά το να ασχολούμαι με το θέατρο, μολονότι θα μπορούσε κανείς να πει ότι μοιάζει να ήταν μια επιλογή σε ένα βαθμό προαποφασισμένη – πράγμα που, αν το σκεφτώ, είναι εφιαλτικό – την ίδια στιγμή είναι και μια επιλογή που διακυβεύεται κάθε στιγμή».

«Πράγματι, η αμφιβολία είναι γνώρισμα του καλλιτέχνη» παρατηρώ. «Δεν ξέρω αν είμαι καλλιτέχνης. Δεν ξέρω αν δικαιούμαι τον τίτλο» απαντά. «Με αυτά που λέτε μοιάζει ο ναρκισσισμός να μη σας άγγιξε ποτέ» θα του πω γελώντας. «Μην το λέτε. Κι αυτή η στάση ένας ανάποδος ναρκισσισμός μπορεί να είναι» θα πει.

Αυτή την εποχή πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Γέρμα – Η ανεκπλήρωτη» στο Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Μαρίας Πρωτόπαππα (η ίδια κρατά τον ομώνυμο ρόλο), με εκείνον να συνυπογράφει μαζί της τη δραματουργική επεξεργασία. Η σκηνή ανοίγει λοιπόν με τον ίδιο να τραγουδά α καπέλα ένα ανδαλουσιανό τραγούδι. Είναι ο Λόρκα στη Νέα Υόρκη, στο γραφείο του. Στους λαβύρινθους του νου του πλάθεται η κλειστοφοβική κρεβατοκάμαρα της Γέρμα· εκείνος της δίνει σκηνικές οδηγίες, συνομιλεί μαζί της και άλλοτε γίνεται η φωνή της, σε μια παράσταση που απομακρύνεται συνειδητά από τα γνώριμα ελληνικά ανεβάσματα του ισπανού ποιητή.

Ο Λόρκα με άλλη ματιά

Οπως εξηγεί, στην Ελλάδα έχει διαμορφωθεί συγκεκριμένη παραστασιακή παράδοση γύρω από το έργο του Λόρκα. «Οι μεταφράσεις του Γκάτσου, οι οποίες είναι σπουδαίες, βασίστηκαν σε μια εποχή που ο Κουν και ο Χατζιδάκις είδαν μια ανάγκη μέσα από τον Λόρκα για μια επιστροφή σε κάτι λαϊκό. Πάτησαν στο δημοτικό τραγούδι και σε μια εν γένει λαϊκή εικόνα. Ηταν κάτι εξαιρετικό για την εποχή του, όμως με τα χρόνια δημιουργήθηκε μια ολόκληρη ρουστίκ παραστασιακή κουλτούρα γύρω από τον Λόρκα που κατά τη γνώμη μας έχει εξαντληθεί. Για την παράσταση αυτή έγινε μεγάλη έρευνα στα θέματα του έργου και στον τρόπο που τα χρησιμοποιεί ο Λόρκα. Πέρα από την “κυριολεξία” της ηρωίδας που δεν μπορεί να τεκνοποιήσει, είδαμε και μια “μεταφορά” για το ίδιο το θέμα της δημιουργίας. Από τη δημιουργική στειρότητα που μπορεί να ένιωθε ο ίδιος ο Λόρκα μέχρι τη στειρότητα μιας ολόκληρης χώρας. To έργο παρουσιάστηκε δύο χρόνια πριν τον Ισπανικό Εμφύλιο και δεν είναι τυχαίο ότι προκάλεσε αντιδράσεις. Με έναν τρόπο, η Γέρμα είναι σύμβολο της ίδιας της Ισπανίας, που είχε γόνιμα χαρακτηριστικά αλλά οδηγήθηκε τότε στον μαρασμό. Γι’ αυτό είναι ενδιαφέρον το τόλμημα της Μαρίας: μια παράσταση που μιλά για την επιθυμία μιας γυναίκας, ενός άντρα, ενός συγγραφέα ή ενός λαού που ποτέ δεν εκπληρώθηκε».

Οι έγνοιες ενός διευθυντή τσίρκου

Την ίδια στιγμή, στις 2 Μαρτίου ο Γιάννος Περλέγκας επιστρέφει στο θέατρο Ροές στον αγαπημένο του Τόμας Μπέρνχαρντ με τον οποίο καταγίνεται τα τελευταία 12 χρόνια. Για δεύτερη χρονιά επανέρχεται στο έργο «Η δύναμη της συνήθειας», που παρουσίασε πέρυσι μαζί με την ομάδα χορευτών και ακροβατών «κι όμΩς κινείται», με τον ίδιο όμως να κάνει λόγο για μια εντελώς διαφορετική παράσταση σε σχέση με την περσινή.

Στο επίκεντρο του έργου πάντα ο διευθυντής του περιοδεύοντος τσίρκου Καριμπάλντι (που ο ίδιος κυρίως υποδύεται) και οι έγνοιές του: η επιβίωση του τσίρκου του και η εδώ και 22 χρόνια αποτυχημένη προσπάθειά του να τελειοποιήσει, με τον πενταμελή του θίασο, το «Κουιντέτο της πέστροφας» του Φραντς Σούμπερτ.

«Πρόκειται για μια σκοτεινή κωμωδία για τη μάχη του καλλιτέχνη με το υψηλό;» τον ρωτώ. «Εν πολλοίς ναι» απαντά. «Αυτή η μάχη φέρει ταυτόχρονα κάτι σοβαρό, αλλά και κάτι γελοίο, αφόρητο και χαμηλό σε αξία» αναφέρει. «Δεν περιορίζεται όμως εκεί. Ο Μπέρνχαρντ ήταν Αυστριακός. Το έργο γράφτηκε το 1974 με τον ίδιο να αισθάνεται ότι η χώρα του δεν τελείωσε με τον ναζισμό. Η πλήρης επιβεβαίωση ήρθε στο κύκνειο άσμα του, την “Πλατεία Ηρώων” (1988). Στην πρεμιέρα της παράστασης νεοναζί εισέβαλαν στο θέατρο κραδαίνοντας πανό που έγραφαν “ο Μπέρνχαρντ πρέπει να πεθάνει”. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι πέθανε τρεις μήνες αργότερα από καρδιακή ανεπάρκεια, απαγορεύοντας με τη διαθήκη του για 70 χρόνια στο αυστριακό κράτος να αναφέρει το όνομά του, να κυκλοφορεί βιβλία του και να ανεβάζει έργα του – επιθυμία που ο αδελφός του ανέτρεψε περίπου είκοσι χρόνια αργότερα. Ετσι πέρα από ένα έργο για τη μάχη του καλλιτέχνη με το υψηλό, είναι και πολιτικό έργο που μιλάει για τη δύναμη της συνήθειας να αντιμετωπίζει κανείς τα χαρακτηριστικά της χώρας του, τα οποία βλέπει στους συμπατριώτες του αφενός, και αφετέρου στον ίδιο του τον εαυτό».

Και κάπως έτσι τελικά η συζήτησή μας κλείνει με την κριτική που δέχεται η σειρά της ΕΡΤ «Η Μεγάλη Χίμαιρα», στην οποία και παίζει, εξαιτίας των ερωτικών σκηνών που περιέχει. «Οσοι παραξενεύονται με αυτό δεν έχουν διαβάσει μάλλον τον Καραγάτση» απαντά. «Για μένα, το ουσιώδες πάντως είναι ότι πρόκειται για μια σειρά που δοκιμάζει τους χρόνους που αντέχουμε ως τηλεθεατές να βλέπουμε τηλεόραση. Μάθαμε στο μοντέλο του να γίνεται κάθε λεπτό και κάτι που μας φαίνεται “ενδιαφέρον” και εδώ καλούμαστε να σκεφτούμε κινηματογραφικά. Τώρα, για να επιστρέψω στις ερωτικές σκηνές, αντίστοιχες είχαμε δει και το ’92 στα “Βαμμένα κόκκινα μαλλιά” και δεν σοκαριστήκαμε τόσο. Σήμερα όμως ζούμε την πιο ηθικολογική μας περίοδο. Δεν μπορείς να πεις κάτι χωρίς να σε σταματήσει η ηθικολογία, συχνά ενδεδυμένη τον μανδύα της προοδευτικότητας».

INFO:

«Γέρμα – Η ανεκπλήρωτη». Από Παρασκευή έως Κυριακή στο Θέατρο Τέχνης Κ. Κουν (Υπόγειο – Πεσμαζόγλου 5).

«Η δύναμη της συνήθειας, vol. 2». Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Θέατρο Ροές (Ιάκχου 16, Αθήνα). Πρεμιέρα 2 Μαρτίου.