Ο Αρης Λεμπεσόπουλος ανήκει στους ήσυχους του θεάτρου, που γίνονται ορμητικοί στη σκηνή. Με μια πορεία τεσσάρων δεκαετιών πίσω του, συνεχίζει να πορεύεται με τον δικό του τρόπο και όσο μπορεί επιλέγει ρόλους που τον αγγίζουν βαθιά. Οπως τώρα με τον «Αρχιμάστορα Σόλνες» του Ερρίκου Ιψεν – σκηνοθετεί ο Γιώργος Σκεύας.
Προσεγγίζοντας τον ρόλο, νιώσατε μια σύνδεση μαζί του;
«Απόλυτα, όσο μπορεί κάποιος να το πει αυτό. Γιατί δεν γίνομαι κάποιος άλλος. Αλλά μερικές φορές κάποιοι ρόλοι έρχονται πιο γενναιόδωρα σε εμάς, από μόνοι τους. Κάποια στιγμή ρώτησα τον σκηνοθέτη ποια είναι η ηλικία του Σόλνες και μου είπε ότι είναι ακριβώς η ηλικία μου. Και ο Ιψεν στα 62 του το έγραψε – κατά κάποιον τρόπο είναι αυτοβιογραφικό. Και ομολογώ ότι εκεί που λέω κάποια λόγια του, νιώθω το σώμα μου να ανατριχιάζει. Κι αυτό ταιριάζει σε αυτή την ψυχοσύνθεση».
Δηλαδή;
«Επειδή είμαι κι εγώ στην κατηφόρα, και σαν Αρης σκέφτομαι “τι έκανα στη ζωή μου”, όταν ακούω τον Σόλνες να αναρωτιέται αν η ζωή του ήταν ένα τίποτα, δεν μπορώ να μη νιώσω κάτι. Γιατί δεν ξέρω τι ήταν, τι είναι η ζωή μου…».
Μιλήστε μου για τον Σόλνες;
«Τι κάνει ο Σόλνες; Χτίζει εκκλησίες και ναούς για εκείνον. Και κάποια στιγμή έρχεται αντιμέτωπος με έναν νέο άνθρωπο, τη νεαρή Χίλντε. Δεν είναι απλό όταν σε έναν άνθρωπο στη δική μου ηλικία εισβάλλει μια Χίλντε. Δεν μπορεί να μη σε αναστατώσει. Υπάρχει ένα ντοκιμαντέρ για τον Χορν όπου η Δέσποινα Γερουλάνου λέει ότι μετά το τέλος των παραστάσεων και για δέκα χρόνια κάθε απόγευμα στις έξι την έπαιρνε τηλέφωνο ο Χορν και της μιλούσε… “Αρη, σου εδόθη ένα φιλοδώρημα μ’ αυτόν τον ρόλο” μού είπε ο Θοδωρής Γκόνης.
Κι έτσι το αντιμετωπίζω. Με αυτά τα κείμενα άλλωστε δεν τελειώνεις ποτέ. Στην πορεία των παραστάσεων αρχίζεις και βρίσκεις μια αρμονία. Τι κάνω στο θέατρο; Προσπαθώ να μεταφέρω λόγια με έναν τρόπο πειστικό. Αν μπορώ να πω δύο φράσεις μέσα από τις πεντακόσιες που έχω να πω ως Αρης, αυτό είναι ο ρόλος για μένα. Πρόσφατα θυμήθηκα μια φράση του Βασίλη Αργυρόπουλου που, σύμφωνα με τη γυναίκα του, ήταν και η τελευταία του κουβέντα: “Η ζωή μου είναι ένα απόλυτο μηδέν”. Το θεωρώ φοβερό, στο παρά πέντε, να πεις αυτό το πράγμα. Ο Σόλνες το αρθρώνει».
Το σκέφτεστε κι εσείς αυτό;
«Ναι. Αλλά επειδή εμένα στη ζωή μου ήρθαν τα παιδιά μου, αυτό είναι μια μεγάλη ιστορία. Οχι ως συνέχεια, αλλά ως θαύμα. Οπότε μπορώ να πω ότι η ζωή ήταν αυτά – ήρθαν. Δεν ξέρω αν τους μεταφέρω κάτι ή αν τους λέω σοφά λόγια, αλλά ξέρω ότι μπορώ να τους λέω κάθε μέρα “σ’ αγαπώ”. Μπορώ να τους δείξω μια ωραία θάλασσα, ένα ωραίο τοπίο. Οπως έκανε και σε μένα ο πατέρας μου – μου έδωσε εικόνες. Του οφείλω την αίσθηση του ωραίου. Γι’ αυτό κι εγώ αναζητώ στη δουλειά το ωραίο, το ωριαίο, το οριακό…».
Πώς το εννοείτε;
«Καμιά φορά σκέφτομαι μήπως αυτά που λέω μέσα από έναν ρόλο, τα λέω για τελευταία φορά στη ζωή μου… Αρα είναι οριακό. Κάθε παράσταση έχει πάντα κάτι απρόβλεπτο. Κι εγώ από νέος, ως θεατής, κρατούσα κάτι που συνέβαινε επί σκηνής, ένα λάθος, κάτι που με είχε αφυπνίσει, ένα τράνταγμα».
Πώς βλέπετε τους νέους ηθοποιούς;
«Με τα νέα παιδιά αισθάνομαι ένα χάος, δεν τα καταλαβαίνω, είναι μια άλλη φυλή. Τα βλέπω να ψάχνουν πώς θα παίξουν κάτι μέσα από το ΑΙ, ναι από το ΑΙ. Κι έχουν και άποψη. Εγώ τροφοδοτούμαι από κάτι που βλέπω, κλέβω κάτι από αυτά που διάβασα. Εμένα από νέος μού άρεσαν οι μεγάλοι άνθρωποι. Και τους ρωτούσα. Εβλεπα παραστάσεις με τον Αλεξανδράκη, τον Παπαμιχαήλ και τους κοιτούσα με αγάπη. Κάποιοι άλλοι συνάδελφοί μου τότε τους έκριναν – χάθηκαν όμως αυτοί.
Δεν έχω συμφιλιωθεί με αυτή την ευκολία, ως νεότερος, να κρίνω πώς το κάνει ο μεγαλύτερος. Εχω μια τάση να γίνω πιο σοφός, γιατί κρύβει μια ματαιότητα και μια ματαιοδοξία η δουλειά μας – ένα παιχνίδι είναι. Οπως το ποδόσφαιρο. Εχει και πάθος, έχει και αλήθεια, έχει και ατυχείς στιγμές, έχει και κακές βραδιές. Εχει και ομαδική δουλειά, θέλει και κοινό – εξαρτώμαι απ’ τους άλλους… Σε αυτό το ντοκιμαντέρ ο Χορν έλεγε ότι πάντα στις παραστάσεις του έβλεπε τον πατέρα του, ζωντανό. Στον “Σόλνες” τον είδε για πρώτη φορά νεκρό – άρα πόσο καρμικό ήταν η ύπαρξή του στη σκηνή, ξέροντας ότι εδώ είναι το τέλος. Μου λείπουν αυτοί οι άνθρωποι».
Στο έργο ο Ιψεν φέρνει τον Σόλνες αντιμέτωπο με τον έρωτα. Πώς το ερμηνεύετε;
«Ο έρωτας με τη Χίλντε; Είναι η εισβολή και η ζωντάνια του νέου, το ανομολόγητο. Και ο Ιψεν είχε γνωρίσει μια νέα κοπέλα στην Ιταλία. Οπότε ασφαλώς και ο έρωτας, τα νιάτα, το νέο αίμα, η νέα πνοή, τροφοδοτούν έναν άνθρωπο αυτής της ηλικίας.
Είναι εντυπωσιακό πώς λειτουργεί ο Ιψεν σε εμάς του Μεσογειακούς. Αργότερα, ανακάλυψα ότι έγραψε τα έργα του στην Ιταλία, στο φως. Κι έπιασε κάτι από το φως. Στην παράστασή μας, η Χίλντε παίζεται από δύο ηθοποιούς. Ο σκηνοθέτης μοίρασε τον ρόλο σε δύο. Για να αναρωτιέσαι κι εσύ μαζί του αν είναι αυτή ή αν είναι η άλλη – έχει ενδιαφέρον».
Πώς εισάγεται ο έλληνας αρχιτέκτονας Αρης Κωνσταντινίδης στην παράσταση;
«Εχουν μπει κείμενα, λέξεις και σκέψεις του Αρη Κωνσταντινίδη, ο οποίος είχε αγαπήσει πολύ αυτό το έργο. Σε μια συνέντευξή του ονομάτισε τον εαυτό του Αρχιμάστορα. Ελεγε “εγώ πιστεύω στο όνειρο και όχι στη φαντασία”. Γιατί μπορεί το όνειρο να φέρει μέσα του μια πραγματικότητα. Στα 80 του ο Αρης Κωνσταντινίδης πήδηξε στο κενό από τον φωταγωγό – αυτοκτόνησε από αδιέξοδο.
Τι κάνει ο Σόλνες; Ανεβαίνει και της λέει ότι “θα φτάσω στο απώτατο. Δεν θα χτίζω πια ναούς και εκκλησίες αλλά ένα κάστρο για σένα, για να ζήσουμε μαζί”. Και τι κάνει; Κάνει κάτι που δεν έχει κάνει ποτέ. Ανεβαίνει στην πιο ψηλή κορυφή για να κρεμάσει το στεφάνι. Και ο Κωνσταντινίδης ήταν απογοητευμένος από τις απορρίψεις. Θεωρώ αυτό το πάντρεμα του Κωνσταντινίδη με τον Σόλνες πολύ ωραίο, ένα πραγματικό πάτημα. Και παράλληλα τιμώ έναν άνθρωπο με μεγάλη ιστορία, που μπορεί να αμφισβητήθηκε».
Τι σας τροφοδοτεί;
«Ολα αυτά με τροφοδοτούν. Είναι ευλογία να έρχεσαι αντιμέτωπος με τέτοια κείμενα. Νέος είχα πάρει ένα μικρό πορτοκαλί βιβλιαράκι από τις εκδόσεις Αγρα – έχει πια εξαντληθεί: “Αρης Κωνσταντινίδης. Οι σκέψεις του”. Κοίτα λοιπόν οι συμπτώσεις. Τι σχέση είχα εγώ με κάποιον που φτιάχνει σπίτια; Κι όμως, είχε εγγραφεί μέσα μου, πηγαίναμε και στα Ξενία. Και μετά από τόσα χρόνια επιστρέφω».
Πιστεύετε σε αυτές τις επιστροφές;
«Ναι, μια συνάντηση, οι κύκλοι της ζωής, ο Χορν. Ο Χορν ήταν ένας δοτικός, γενναιόδωρος άνθρωπος, κι αυτό είναι που σπανίζει».





