Το καλοκαίρι του 2025, στο Ηρώδειο, κέρδισε τις εντυπώσεις και το πιο θερμό χειροκρότημα της βραδιάς ερμηνεύοντας με τρυφερότητα και συγκίνηση τη Λιου από την «Τουραντότ» του Πουτσίνι.

Η υψίφωνος Μαρία Κοσοβίτσα επιστρέφει με ένα σημαντικό ντεμπούτο: Θα είναι η «Αννα Μπολένα» του Ντονιτσέτι στη νέα παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, σε μουσική διεύθυνση του Ζακ Λακόμπ και σκηνοθεσία του Θέμελη Γλυνάτση – πρεμιέρα στις 26 Μαρτίου.

Λίγο πριν ενσαρκώσει την τραγική βασίλισσα, δεύτερη σύζυγο του Ερρίκου Η’ της Αγγλίας, η νεαρή υψίφωνος μας μιλά για τη σχέση της με τον απαιτητικό ρόλο και αποκαλύπτει μερικές σκέψεις της για την τέχνη του λυρικού τραγουδιού και για τον δρόμο που θέλει η ίδια να χαράξει.

Ποια ήταν η πρώτη σκέψη σας όταν σας προτάθηκε ο ρόλος;

«Πλημμύρισα από χαρά που στην πατρίδα μου η Εθνική Λυρική Σκηνή μού έκανε τόσο μεγάλη τιμή και με εμπιστεύτηκε σε κάτι τόσο απαιτητικό και συναρπαστικό».

Ποια είναι η Αννα μέσα από τη δική σας ερμηνευτική ματιά;

«Μέχρι και τη στιγμή που αρχίσαμε τις σκηνικές πρόβες με τον Θέμελη Γλυνάτση, δεν είχα αποφασίσει ακριβώς πώς θα ήθελα να παρουσιάσω αυτή τη γυναίκα. Είναι ένα ιστορικό πρόσωπο που κατηγορήθηκε και εκτελέστηκε με τραγικό τρόπο. Γοήτευσε και γοητεύτηκε από τον βασιλιά Ερρίκο Η’ και αναδείχθηκε σε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες βασίλισσες της αγγλικής ιστορίας. Αδυνατώντας να φέρει στον κόσμο έναν γιο διάδοχο, έπεσε σε δυσμένεια και οι πολιτικοί της αντίπαλοι, υφαίνοντας ένα πλέγμα ψευδών κατηγοριών, κατάφεραν τον αφανισμό της. Πολλά κομμάτια της ιστορίας παραμένουν σκοτεινά. Η όπερα του Ντονιτσέτι, που ως καλλιτεχνικό δημιούργημα δεν μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε ως άμεση ιστορική πηγή, σκιαγραφεί με ιδιαίτερο τρόπο τους χαρακτήρες και μας δίνει την ευκαιρία αλλά και την ερμηνευτική ελευθερία να τους προσεγγίσουμε. Η Αννα, μια γυναίκα με πάθος, τόλμησε να τα βάλει με την εξουσία σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο».

Ποια είναι η μεγαλύτερη τεχνική ή ερμηνευτική παγίδα για μια υψίφωνο που προσεγγίζει αυτόν τον ρόλο;

«Καθώς είναι ένας ρόλος αρκετά μακρύς και απαιτητικός, πιστεύω πως μια παγίδα είναι ότι μπορεί μια ερμηνεύτρια να παρασυρθεί από τη δραματική ένταση του συναισθήματος και να χάσει τις ισορροπίες. Οσο για την ερμηνευτική παγίδα, πιστεύω πως είναι η ίδια για όλους τους ρόλους: η έπαρση».

Τι έχει για εσάς μεγαλύτερη βαρύτητα: η τεχνική ακρίβεια ή η συναισθηματική αλήθεια;

«Κατά την παράσταση λίγο μεγαλύτερη σημασία έχει η συναισθηματική αλήθεια. Ομως πάντα παλεύουμε και για την τεχνική ακρίβεια. Θεωρώ εξίσου σημαντικά και τα δύο, τα οποία μάλιστα συνδέονται άρρηκτα, διότι η τεχνική ακρίβεια έχει στόχο να αναδείξει την αλήθεια του χαρακτήρα».

Αν μπορούσατε να απευθυνθείτε στην Αννα Μπολένα λίγο πριν από την τελευταία της σκηνή, τι θα της λέγατε;

«Θα ήμουν δίπλα της. Σε μια γυναίκα που μέσα σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο αντιστάθηκε με τόσο σθένος στην εξουσία για τα πιστεύω της και δεν πρόδωσε, αλλά προδόθηκε».

Ξεκινήσατε την καριέρα σας ερμηνεύοντας τη Λεονόρα στον «Τροβατόρε» του Βέρντι. Είναι επιλογή σας η ενασχόληση με τόσο δύσκολους ρόλους όπως αυτός και η Μπολένα; Αν είχατε απόλυτη ελευθερία επιλογής, ποιους ρόλους θα θέλατε να ερμηνεύσετε;

«Κάθε ρόλος έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις, δεν θα μπορούσα να ξεχωρίσω εύκολους και δύσκολους ρόλους. Ο ρόλος της Λεονόρα ήταν για εμένα ένα όνειρο από την ώρα που ξεκίνησα το λυρικό τραγούδι. Το ντεμπούτο αυτό όμως προέκυψε από έναν διεθνή διαγωνισμό στην Ιταλία, όπου στους νικητές δινόταν ως βραβείο η ερμηνεία του συγκεκριμένου ρόλου. Από την πρώτη στιγμή που άρχισα να τον μελετώ ένιωσα μεγάλη σύνδεση με το ποιητικό και μουσικό του κείμενο. Πέρα από την απίστευτη χαρά και συγκίνηση που ένιωσα, ήταν και τεράστιο μάθημα που βοήθησε στην εξέλιξή μου. Αν είχα την απόλυτη ελευθερία να ερμηνεύσω δύο ρόλους που αγαπώ, θα ήταν η “Μαντάμα Μπάτερφλαϊ” και η “Τραβιάτα”».

Πώς ξεκίνησε η σχέση σας με το λυρικό τραγούδι;

«Η μητέρα μου είναι τραγουδίστρια του ελληνικού τραγουδιού (έντεχνου, λαϊκού και παραδοσιακού) αλλά και λάτρις όλων των ειδών της μουσικής, όπως και της όπερας, οπότε από μικρή ήμουν μέσα στη μουσική. Στα οκτώ μου ξεκίνησα το πιάνο, που αγαπώ πολύ. Η σχέση μου με το τραγούδι ξεκίνησε στο Μουσικό Σχολείο Ιλίου, όπου συμμετείχα στην ευρωπαϊκή χορωδία υπό τη διεύθυνση του Αντώνη Παλάσκα. Παράλληλα με ενέπνεαν οι οπερατικές ερμηνείες της Μαρίας Κάλλας. Σιγά-σιγά άρχισα να ανακαλύπτω περισσότερο τι ακριβώς σημαίνει όπερα. Ομως η σπουδή μου στο λυρικό τραγούδι άρχισε λίγο αργότερα, καθώς για οικονομικούς λόγους δεν υπήρχε η δυνατότητα να τη συνδυάσω με τις σπουδές στο πιάνο, στο οποίο θα έπαιρνα τελικά το πτυχίο και το δίπλωμά μου».

Πότε καταλάβατε ότι η όπερα δεν είναι απλώς σπουδή αλλά η καλλιτεχνική σας ταυτότητα;

«Πριν ακόμα ξεκινήσω επίσημα τη σπουδή στο λυρικό τραγούδι, παρ’ όλο που δεν ήμουν σίγουρη ότι θα τα καταφέρω».

Η όπερα συνδέεται συχνά με αυστηρό πρόγραμμα. Υπάρχει χώρος για αυθορμητισμό και προσωπική ελευθερία μέσα σε αυτή τη συνθήκη;

«Πράγματι απαιτεί πειθαρχία, αφοσίωση, αυστηρό πρόγραμμα εξάσκησης. Αποτελεί ένα είδος πρωταθλητισμού. Μέσα όμως από τα όρια που βάζουμε οι ίδιοι στον εαυτό μας, μας δίνεται έπειτα η ευκαιρία να ανακαλύψουμε ποικίλα εκφραστικά εργαλεία του σώματος, της φωνής και της ψυχής μας και έτσι να ελευθερωθούμε ακόμα πιο πολύ καλλιτεχνικά».

Αν δεν ήσασταν λυρική τραγουδίστρια, τι θα κάνατε;

«Η ζωή μου από μικρή είναι μέσα στη μουσική. Εργάστηκα και ως καθηγήτρια πιάνου στο Μουσικό Σχολείο Καλαμάτας. Ομως από τη στιγμή που ξεκίνησα το λυρικό τραγούδι, ζω και αναπνέω μόνο για αυτό».

Είστε αισιόδοξη; Ποια είναι τα όνειρά σας, καλλιτεχνικά και προσωπικά;

«Νομίζω ότι στη ζωή μας, με πίστη στον Χριστό και ελπίδα, παρ’ όλο που ζούμε σε έναν κόσμο που φλέγεται, μπορούμε να βρούμε τη χαρά μέσα μας και να βλέπουμε με αισιοδοξία τη ζωή. Ονειρεύομαι να μπορώ να μοιράζομαι την τέχνη μου με τους ανθρώπους που αγαπώ και με όλον τον κόσμο και να μπορούμε όλοι να ζούμε με ομόνοια, με μουσική και με αγάπη».