Μια βραδιά αφιερωμένη στον χριστιανικό θρήνο και τη μυσταγωγία του μπαρόκ – ενός ιδιώματος απόλυτα ταιριαστού με το κατανυκτικό κλίμα της Μεγάλης Εβδομάδας – αλλά και σε σύγχρονες συνθέσεις. Πρόκειται για διπλή συναυλία με τίτλο «Sacri Respiri» (Ιερές Αναπνοές) που θα πραγματοποιηθεί τη Μεγάλη Τετάρτη (18.30 και 20.30), στην Αγγλικανική Εκκλησία του Αγίου Παύλου (Φιλελλήνων 27, Σύνταγμα).
Το κουαρτέτο σαξοφώνων STAB Quartet και ο κόντρα τενόρος Νίκος Σπανάτης θα ερμηνεύσουν έργα Βιβάλντι («Stabat Mater»), Περγκολέζι («Salve Regina»), Μπαχ (Βραδεμβούργιο Κοντσέρτο Νο 3) και του σύγχρονου συνθέτη Μάρκο Ροζάνο («Stabat Mater»), προσεγγίζοντας, όπως επισημαίνει ο σολίστας της βραδιάς, τη θρησκευτική μουσική ως «τόπο» όπου οι αναπνοές των πνευστών και της ανθρώπινης φωνής γίνονται προσευχή και κάθαρση.
Τι σημαίνει για εσάς, κ. Σπανάτη, να ερμηνεύετε θρησκευτική μουσική σε αυτό το φορτισμένο πνευματικά πλαίσιο της Μεγάλης Εβδομάδας;
«Τη Μεγάλη Εβδομάδα, ανεξαρτήτως πεποιθήσεων, “κρατάμε την αναπνοή μας” στο δράμα του Θεανθρώπου, στο αρχέτυπο του πάθους και της απώλειας. Η περίοδος αυτή είναι μια “ρωγμή” στον χρόνο. Η σύμπραξή μου με μια παρέα εξαιρετικών μουσικών δεν είναι απλώς μια καλλιτεχνική αλληλεπίδραση, αλλά μια μυσταγωγία, μια κοινή “ανάσα” με το κοινό, όπως αναφέρει και ο τίτλος της συναυλίας “Sacri Respiri”, δηλαδή “Ιερές Αναπνοές”. Μέσα από τον θρήνο της Παναγίας δεν ερμηνεύουμε απλώς θρησκευτική μουσική. Γινόμαστε κοινωνοί δημιουργώντας μια ιδανική μουσική σύμπνοια και παροτρύνοντας τους ακροατές να ταυτιστούν με τον χριστιανικό θρήνο».
Υπάρχει μια έντονη δραματουργική γραμμή στο πρόγραμμα, από τον Περγκολέζι έως τον σύγχρονο Ροζάνο. Πώς προσεγγίζετε τη μετάβαση από το μπαρόκ στο σήμερα;
«Η προσέγγισή μου δεν είναι απλώς ένα άλμα στον χρόνο, αλλά η ύφανση ενός αόρατου νήματος που διατρέχει την οδύνη της απώλειας, της τραγικής φιγούρας της Παναγίας κατά τη Σταύρωση. Ο Περγκολέζι και ο Βιβάλντι, καθώς και δεκάδες άλλοι συνθέτες, μελοποίησαν κατανυκτικά αυτόν τον θρήνο με την αξεπέραστη αρχιτεκτονική του μπαρόκ. Ο σύγχρονος ιταλός συνθέτης Μάρκο Ροζάνο γίνεται μέρος αυτού του κόσμου, αλλά με τη σκέψη και την αγωνία ενός σύγχρονου ανθρώπου. Αναπλάθει το θρησκευτικό δραματικό συναίσθημα γεφυρώνοντας το σύγχρονο με το μπαρόκ, σαν μια κοινή λατρευτική προσευχή. Και χωρίς κανένα χάσμα αιώνων, η καρδιά που χτυπάει αγωνιωδώς κάτω από αυτές τις νότες είναι ακριβώς η ίδια».
Ζούμε σε μια εποχή ταχύτητας και ψηφιακής κατανάλωσης. Πιστεύετε ότι υπάρχει ακόμη χώρος για τη «σιωπή» και τη συγκέντρωση που απαιτεί η θρησκευτική μουσική;
«Λόγω της ψηφιακής υπερκατανάλωσης και του συνεχούς θορύβου έχουμε επιτακτική ανάγκη για “σιωπή”. Η θρησκευτική μουσική τις ημέρες αυτές λειτουργεί ως “αποτοξίνωση” της ψυχής, ως αντίδοτο στη ρηχότητα της ταχύτητας».
Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με ένα κουαρτέτο σαξοφώνων όπως το STAB Quartet και τι νέο φέρνει στον ήχο της θρησκευτικής μουσικής;
«Η ιδέα ανήκει στον αγαπητό φίλο και εξαίρετο συνάδελφο Γκουίντο ντε Φλαβίις: Η χροιά των πνευστών του STAB Quartet με τον βαθύ ήχο του κόντρα μπάσου του Δημήτρη Τίγκα, που συμπράττει με το κουαρτέτο, αγκαλιάζουν την ιδιότυπη φωνή του κόντρα τενόρου. Ενθουσιάστηκα από την πρώτη μας κιόλας πρόβα. Το ηχητικό αποτέλεσμα είμαι βέβαιος πως θα δημιουργήσει μια βαθιά συγκινητική ατμόσφαιρα. Το σαξόφωνο στη συνείδηση του ευρέος κοινού έχει συνδεθεί, εσφαλμένα, περισσότερο με την τζαζ. Τα πνευστά όργανα, όπως και το τραγούδι, “αναπνέουν” για να δημιουργήσουν ήχο. Επιστρέφοντας, λοιπόν, στις “Ιερές Αναπνοές” ως σύνολο, μεταγγίζουμε πνοή και ζωή στους ήχους αιώνων. Ετσι, η σπουδαία αυτή μουσική του παρελθόντος πλάθεται ολοζώντανη στο σήμερα».
Ως κόντρα τενόρος, υπηρετείτε ένα φωνητικό είδος που συχνά συνδέεται με την ιστορική ερμηνεία. Πόσο «σύγχρονη» μπορεί να γίνει αυτή η φωνή σήμερα;
«Η φωνή του κόντρα τενόρου είναι η πιο κατάλληλη φωνή για να ταξιδεύει τους ακροατές στην εποχή της Αναγέννησης και του μπαρόκ. Ομως, από τα πρώτα χρόνια των σπουδών μου στο τραγούδι με ενδιέφερε να διευρύνω το ρεπερτόριό μου με ρομαντικά και σύγχρονα έργα διαφορετικού ύφους και ακούσματος, συνθετών από τον Κουρτ Βάιλ και τον Φίλιπ Γκλας ως τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Γιώργο Κουμεντάκη. Η φωνή ενός κόντρα τενόρου έχει ιστορικές καταβολές, αλλά σήμερα ακούγεται πιο σύγχρονη από ποτέ – αν και απόκοσμη πολλές φορές, ανδρόγυνη και θελκτική φωνή που υπερβαίνει τα καθιερωμένα. Αλλωστε, πολλοί σύγχρονοι συνθέτες έγραψαν μουσική για αυτή. Εγώ αρνούμαι να αντιμετωπίσω τον ήχο μου ως μουσειακό έκθεμα. Ο ήχος μου είναι ο καμβάς, όμως τα χρώματα ζωντανεύουν με την προσωπική μου προσέγγιση, εμβάθυνση και την ιστορικά τεκμηριωμένη εκτέλεση. Ισορροπώ σεβόμενος απόλυτα το ύφος της κάθε εποχής και συνάμα τραγουδώ με το συναίσθημα, την τεχνική και την ευχαρίστηση ενός ερμηνευτή του 21ου αιώνα».
Τι ρόλο μπορεί να παίξει η τέχνη – και ειδικά η μουσική – σε έναν κόσμο που μοιάζει όλο και πιο ασταθής και θορυβώδης;
«Δεν μπορεί να κατασιγάσει τον αφόρητο θόρυβο της εποχής, να βάλει τέλος στα παγκόσμια δεινά ή σε μια οικονομική κρίση. Λειτουργεί, όμως, σαν το απόλυτο αντίδοτο στη σκληρότητα. Στον εκκωφαντικό μας αιώνα, το πνευματικό βάθος της μουσικής λειτουργεί ως ένα άυλο καταφύγιο για ενσυναίσθηση, για παρηγοριά, για λύτρωση, για μια εσωτερική επιστροφή στην άθικτη ύπαρξή μας. Είναι μια επανάσταση που μας ενώνει στην κοινή μας ευαλωτότητα».
Αν το κοινό φύγει από τη συναυλία με ένα συναίσθημα ή μια σκέψη, ποια θα θέλατε να είναι αυτή;
«Θα ήθελα, βγαίνοντας στον νυχτερινό αέρα του κέντρου της Αθήνας, να έχει νιώσει πως πήρε εκείνη τη λυτρωτική, βαθιά, καθαρτήρια “ιερή ανάσα” που τόσο έχουμε όλοι ανάγκη. Να πάρει μαζί του τη σκέψη της γαλήνης που αισθανόμαστε όταν έχουμε μοιραστεί σιωπηλά κάτι στενόχωρο και δεν νιώθουμε πλέον μόνοι. Οσο πυκνό κι αν φαίνεται το σκοτάδι του ανθρώπινου πόνου ή του Θείου Δράματος, η λύτρωση γίνεται το φως που ήδη ξημερώνει αθόρυβα μέσα μας».






