Ο έρωτας έχει κατακτήσει από καιρό μια ευδιάκριτη θέση στην πεζογραφία της Βίκυς Τσελεπίδου τοποθετημένος κατά κανόνα στο πλέγμα του καθημερινού κοινωνικού βίου. Με την Αγέλη η συγγραφέας επανέρχεται στον έρωτα, πλην όχι πλέον για τον δει σε ένα ορισμένο περιβάλλον, μα για να τον εντάξει στο φαινόμενο των γυναικοκτονιών.

Βεβαίως, οι γυναικοκτονίες δεν προέκυψαν τελευταίως: έχουν μια μακρά χρονική γραμμή, αθροίζοντας πολλές δεκαετίες τόσο στα καθ’ ημάς όσο και στο εξωτερικό. Η μόνη διαφορά είναι η νεότερη ευαισθησία, που έδωσε στην ακραία βία κατά των γυναικών ξεχωριστό όνομα, επιφυλάσσοντας εύλογα και μια περισσότερο εστιασμένη αντιμετώπιση.

Τα λέω αυτά όχι για να κάνω εκ του προχείρου κοινωνιολογία, μα για να δείξω το ειδικό πεδίο στο οποίο θα πρέπει να ενταχθεί η Αγέλη με τον θεματικό προσανατολισμό και με την αφηγηματική της διάρθρωση.

Βίκυ Τσελεπίδου

H αγέλη

Εκδόσεις Πατάκη, 2025, σελ. 320, τιμή 15,50 ευρώ

Μια ηχογράφηση σχεδόν έξι ωρών θα αποτελέσει τη σκηνή φωτισμού της δολοφονίας μιας νέας γυναίκας από τον εραστή της. Τρεις γυναίκες και τρεις άνδρες θα καταθέσουν στον δικηγόρο υπεράσπισης του κυριολεκτικά ακατονόμαστου φονιά την εμπειρία τους από την επαφή με τον ίδιο ή με το θύμα, προσπαθώντας πέρα από την αντίδρασή τους απέναντι στο γεγονός αυτό καθαυτό να βγάλουν κάποιο στοιχειώδες νόημα για τα διατρέξαντα.

Νόημα, παρ’ όλα αυτά, ουδόλως προκύπτει. Οχι πως οι μάρτυρες δεν απεχθάνονται ή και πως δεν σπεύδουν να κατανοήσουν με κάποιον τρόπο τον δολοφόνο. Η πράξη του ωστόσο, όπως θα αποδειχθεί από τη διαδοχική πορεία των καταθέσεων, συνοδευμένη από τον μεταθανάτιο τεμαχισμό της γυναίκας με σκοπό την αρχιτεκτονική ανασυναρμολόγηση των μελών της (ο δράστης είναι αρχιτέκτονας), υπερβαίνει τον ορίζοντα των μαρτύρων και του ανθρώπινου είδους, που παραδίδεται έτσι στον σκοτεινό κόσμο του ανεξήγητου και των αγελαίων ενστίκτων.

Να, λοιπόν, πώς οι έξι αφηγήσεις από τη μία προωθούν την πλοκή μέσα από μια σχεδόν φυσική κατάσταση και ανταλλαγή και από την άλλη πυροδοτούν ανθρωποφαγικές εικόνες που διαλύουν την ύπαρξη των πάντων: των μαρτύρων, του θύματος, της κοινωνίας η οποία εξέθρεψε τον δολοφόνο, της λογοτεχνικής αλήθειας που δεν μπορεί να βρεθεί, ούτε καν να διατυπωθεί, όπως και του οιουδήποτε κέντρου ανθρωπολογικής αναφοράς.

Γιατί, όμως, θα πρέπει να παρεισδύσει στις μαρτυρικές καταθέσεις ο λόγος του φονιά, διακόπτοντας τη φορά τους με κάτι σαν εσωτερικό μονόλογο, που κινείται ανάμεσα σε τρομώδες παραλήρημα και μυστηριακή έκσταση; Για να δικαιωθεί κάτι από τον ακατανόητο ψυχισμό του φονιά ή για να πιστοποιηθεί το απροσμέτρητο βάθος της ενέργειάς του, που καταλήγει σε ένα δεινότερο υπαρξιακό κενό χωρίς το παραμικρό πια εξωτερικό πρόσημο;

Χωρίς να είμαι απολύτως βέβαιος, καταλήγω στη δεύτερη εκδοχή, που αφενός αποκλείει την ηθική (αρνητική ή καταφατική) παρέμβαση της λογοτεχνίας και αφετέρου επικυρώνει εμμέσως πλην επί της ουσίας το ήθος μιας καλλιτεχνικής διεργασίας, η οποία δεν παύει να ανησυχεί και να τρομάζει κοινωνικά δίχως ταυτοχρόνως να ασπάζεται οιαδήποτε ευκολία – και αυτό είναι το κυριότερο.