Ο Γιάννης Τζαννετάκος δεν ήταν πολιτικός αλλά ήταν αναμφίβολα αφοσιωμένος στον δημόσιο βίο. Το βιβλίο του είναι μαρτυρία, αυτοβιογραφία αλλά και μια επισκόπηση της μεταπολεμικής Ελλάδας από την οπτική του.

Ανήκε στη μεσαία τάξη υπό την ευρεία της έννοια, ο πατέρας του ήταν δικηγόρος, ζούσε με σχετική άνεση ο ίδιος και η οικογένειά του και η μητέρα του, επίσης, προερχόταν από αξιόλογη οικογένεια της Ηλείας η οποία συμμετείχε στην τοπική πολιτική.

Φιλελεύθερης προέλευσης ο Τζαννετάκος, παρέμεινε κεντρώος από πεποίθηση και από νοοτροπία, ορθολογικός, φιλελεύθερος και δημοκρατικός – το βιβλίο άλλωστε αρχίζει με περιγραφή των Δεκεμβριανών. Δεν κρύβει ότι η οικογένειά του ανήκε στο αστικό στρατόπεδο, επιλογή την οποία συμμερίστηκε ο ίδιος.


Γιάννης Τζαννετάκος. Από την οδό Στουρνάρα 75. Μαρτυρία Βίου. Εκδόσεις Ηρόδοτος, 2025, σελ. 346, τιμή 21,20 ευρώ

Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι ο Τζαννετάκος, όπως αρκετοί κεντρώοι της δεκαετίας του ’40 και της μετεμφυλιακής εποχής, αναφερόταν σε έναν «αχρείαστο» εμφύλιο, ένδειξη μιας ορθολογικής ιστορικής και πολιτικής στάθμισης και όχι ενός ακραίου αντικομμουνισμού.

Το βιβλίο παρουσίαζε μια ενδιαφέρουσα παιδική και εφηβική ηλικία. Ο Τζαννετάκος εκπαιδεύτηκε στο Κολλέγιο Αθηνών. Απέκτησε μια παιδεία πιο σύνθετη σε σχέση με όσα μπορούσε να προσφέρει η δημόσια εκπαίδευση της εποχής και ασκήθηκε στην κριτική σκέψη.

Στο τέλος της δεκαετίας του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν ήταν φοιτητής στη Νομική Σχολή Αθηνών, πρωταγωνίστησε στις διεργασίες που οδήγησαν στην ίδρυση της Εθνικής Φοιτητικής Eνωσης Ελλάδας (ΕΦΕΕ) με φόντο τον ανένδοτο αγώνα.

Ηγετικό στέλεχος της Οργάνωσης Νέων της Ενωσης Κέντρου (ΟΝΕΚ), ο Τζαννετάκος έπαιξε καίριο ρόλο στην ανάδυση μιας ισχυρής κεντρώας τάσης στην ΕΦΕΕ της οποίας διετέλεσε και πρόεδρος καθώς, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει κατά το μεγαλύτερο μέρος της Δημοκρατίας της Μεταπολίτευσης, υπήρξε μια εποχή όπου η Ενωση ήταν σε θέση να συγκροτεί τη διοίκησή της στη βάση κοινά αποδεκτών εκλογικών αποτελεσμάτων.

Το εγχείρημα δεν ήταν εύκολο καθώς το Κέντρο πιεζόταν αμφίπλευρα, από τη Δεξιά, καθώς η παρουσία της Εθνικής Κοινωνικής Οργάνωσης Φοιτητών (ΕΚΟΦ) της Δεξιάς ήταν ισχυρή λόγω και των ερεισμάτων της στον κρατικό μηχανισμό, και την Αριστερά, η οποία ήταν πολύ πιο έμπειρη στην οργάνωση βάσης και στη μαζική κινητοποίηση.

Στο μεταίχμιο μιας νέας εποχής

Μετά το τέλος των σπουδών του και της εμπλοκής του στο φοιτητικό κίνημα ο Τζαννετάκος είχε αξιοσημείωτη παρουσία ως επαγγελματίας δημοσιογράφος αλλά και ως δημόσιο πρόσωπο με τη γενικότερη σημασία του όρου. Το 1987 ήταν ο πρώτος διευθυντής του δημοτικού ραδιοσταθμού Αθηνών, 9,84. Η ίδρυση των δημοτικών ραδιοσταθμών, την οποία προώθησαν δραστήρια οι τότε νεοεκλεγέντες με τη Νέα Δημοκρατία δήμαρχοι Αθηνών, Πειραιά και Θεσσαλονίκης σήμαινε το τέλος του κρατικού μονοπωλίου στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

Ο Τζαννετάκος ταυτίστηκε με ένα συγκεκριμένο μοντέλο μη κρατικού μέσου ενημέρωσης το οποίο χαρακτηριζόταν από την πολυφωνία. Ο 9,84 συγκέντρωσε τη δημοσιογραφική αφρόκρεμα της εποχής και ο προσανατολισμός του δεν απέβλεπε σε μια κομματική εξισορρόπηση επιρροών στα Μέσα Ενημέρωσης.

Επρόκειτο όμως για μια μετάβαση, καθώς το 1989-1990 το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο διαμορφώθηκε με όρους ιδιωτικής οικονομίας και σήμανε μια νέα ισορροπία στις σχέσεις οικονομίας – πολιτικής προς όφελος της πρώτης.

Επίσης αξιοσημείωτη, και σημαίνουσα, ήταν η υποψηφιότητα του Τζαννετάκου για την Υπερνομαρχία Αττικής στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2002. Η υποψηφιότητά του προκρίθηκε από τη Νέα Δημοκρατία, τότε υπό την προεδρία του Κώστα Καραμανλή, ως επιβεβαίωση της στρατηγικής του μεσαίου χώρου, της προσπάθειας της Νέας Δημοκρατίας να απευθυνθεί σε μια ενδιάμεση μερίδα του εκλογικού σώματος που χαρακτηριζόταν για τις πραγματιστικές φιλελεύθερες αντιλήψεις της.

Αποκρυσταλλωνόταν όμως τότε μια κατάσταση που υπερέβαινε τις προθέσεις των πολίτικών ηγεσιών. Η Ελλάδα εισερχόταν σε μια εποχή κατά την οποία ανέκυπταν νέα θέματα στην πολιτική ατζέντα που αφορούσαν προδιαθέσεις, πολιτισμικές τάσεις και διαιρέσεις σε θέματα ταυτότητας. Το 2000 η χώρα είχε περάσει από μια κρίση σχετικά με την αναγραφή του θρησκεύματος στις νέου τύπου αστυνομικές ταυτότητες.

Ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος είχε αναδειχθεί ως ένας ισχυρός παράγων της δημόσιας πολιτικής με μια πρωτοφανή ικανότητα μαζικής κινητοποίησης. Καθώς ο Τζαννετάκος, σε χρόνο ανύποπτο ως προς την υποψηφιότητά του, είχε ταχθεί εναντίον της δημόσιας παρέμβασης του αρχιεπισκόπου, δεν έγινε θετικά δεκτός από το ένα τρίτο περίπου των ψηφοφόρων της Κεντροδεξιάς.

Η υποψηφιότητά του ήταν καταδικασμένη, αλλά είχε αποτελέσει το έναυσμα για την καταγραφή αυτής της σημαντικής μερίδας στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας η οποία είναι άλλοτε διαχειρίσιμη και άλλοτε όχι, αν και πρέπει να ειπωθεί ότι τα θέματα ταυτότητας συχνά επηρεάζουν οριζόντια το κομματικό σύστημα. Χρήσιμο ανάγνωσμα και για το πρόσωπο και για «τόπους» της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.