Μετά και την απόφαση της MSCI να επανεντάξει με βάση το κλείσιμο των μετοχών στις 31 Μαΐου του 2027 το ελληνικό Χρηματιστήριο από την κατηγορία των Αναδυομένων Αγορών στους δείκτες Ανεπτυγμένων Αγορών, στους οποίους βρισκόταν πάντως για 12 χρόνια προτού υποβαθμιστεί τον Νοέμβριο του 2013, ανοίγει ο δρόμος για την πλήρη ένταξη του Euronext Athens στο club των Ανεπτυγμένων Αγορών και από τους τέσσερις βασικούς παρόχους δεικτών (MSCI, FTSE Russell, S&Ρ Dow Jones Indices και STOXX) που παρακολουθούν επενδυτικά κεφάλαια συνολικής αξίας σχεδόν 28 τρισ. δολαρίων. Μόνο εξάλλου τους δείκτες της MSCI χρησιμοποιούν ως benchmar συνταξιοδοτικά ταμεία, διαχειριστές κεφαλαίων και κορυφαία «επενδυτικά σπίτια» συνολικού ύψους 18,3 τρισ. δολαρίων.
Η απόφαση της MSCI να μεταβάλει το αρχικό χρονοδιάγραμμα από τον Αύγουστο του 2026 για το τέλος του Μαΐου του 2027, που έλαβε υπόψη τις πληροφορίες και την ανατροφοδότηση (feedback) που έδωσαν οι επενδυτικές εταιρείες-brokers (sell side) και οι θεσμικοί επενδυτές (buy side), που αναζητούσαν ένα μεγαλύτερο διάστημα προσαρμογής, έρχεται σε συνέχεια ανάλογης απόφασης του οίκου FTSE Russell με ισχύ από 21 Σεπτεμβρίου 2026 όπως και του S&P Dow Jones Indices με ισχύ από τον Σεπτέμβριο επίσης του 2026. Παράλληλα, αυτόν τον μήνα, αναμένεται και αντίστοιχη ανακοίνωση του οίκου STOXX, για πιθανή αναβάθμιση σε «Ανεπτυγμένη Αγορά» με ισχύ πιθανώς από τον Σεπτέμβριο του 2026.
Οι ροές κεφαλαίων
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις επενδυτικών τραπεζών, όπως π.χ. η Morgan Stanley, η Goldman Sachs, η HSBC, η JP Morgan κ.ά., οι καθαρές (πωλήσεις μείον αγορές) ροές κεφαλαίων από τα passive funds, που παρακολουθούν παθητικά τους δείκτες, θα είναι αρνητικές κατά 200 ως 600 εκατ. δολ., αλλά από το γεγονός πως για μία περίοδο άνω του ενός έτους στην εγχώρια αγορά θα συνυπάρχουν κεφάλαια τόσο αναδυομένων όσο και ανεπτυγμένων αγορών οι σταδιακές αναδιαρθρώσεις χαρτοφυλακίων που σε πολλές περιπτώσεις ανήκουν και στα ίδια «επενδυτικά σπίτια», ίσως περιορίσουν και τις όποιες αναταράξεις. Η αναβάθμιση, όπως αναφέρεται, θα διευρύνει εξάλλου τη συμμετοχή των θεσμικών επενδυτών, θα ενισχύσει τη ρευστότητα της αγοράς και θα ενδυναμώσει τη διεθνή θέση του ελληνικού Χρηματιστηρίου στον παγκόσμιο επενδυτικό χάρτη.
Ως σημείο καμπής για το ελληνικό χρηματιστηριακό story χαρακτηρίζει την αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς από την MSCI η Axia – Alpha Finance. Το γεγονός μάλιστα πως θα λάβει χώρα, αντί για τον ερχόμενο Αύγουστο όπως αναμενόταν, τον Μάιο του 2027, ο πρόσθετος χρόνος, θα διευκολύνει την πιο ομαλή μετάβαση και θα βελτιώσει την ορατότητα γύρω από τις ροές κεφαλαίων. Παράλληλα, οι αντίστοιχες κινήσεις και των άλλων παρόχων, υπογραμμίζουν την ευρύτερη αλλαγή στον τρόπο που αξιολογούν την Ελλάδα, αντανακλώντας μία απτή πρόοδο στη δομή της αγοράς, στη ρευστότητα και το θεσμικό πλαίσιο.
Αντιστάθμιση
Βραχυπρόθεσμα, θα μπορούσαμε να περιμένουμε κάποια αστάθεια, λόγω εκροών από εντολές funds των αναδυόμενων αγορών, οι οποίες θα πρέπει σταδιακά να αντισταθμιστούν με εισροές και στρατηγικές των funds των ανεπτυγμένων αγορών δεδομένου και του σχετικά μικρού βάρους της Ελλάδας στους δείκτες.
Ενώ πάντως βάσει του καταστατικού τους ορισμένα funds αναδυομένων αγορών θα πρέπει να αποχωρίσουν από την ελληνική αγορά, άλλα έχουν την ευελιξία να διατηρήσουν την έκθεσή τους για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Μεσοπρόθεσμα πάντως, εκτιμά πως ο αντίκτυπος της αναβάθμισης είναι θετικός, καθώς διευρύνει την επενδυτική βάση, βελτιώνει τη ρευστότητα και στηρίζει τη σταδιακή συρρίκνωση του ασφάλιστρου κινδύνου (risk Premium), ειδικά των μετοχών της υψηλής κεφαλαιοποίησης, που θα ενταχθούν στους δείκτες, ενώ σε συνδυασμό και με τις αναβαθμίσεις και των άλλων παροχών δεικτών ενισχύεται το επιχείρημα υπέρ ενός σταδιακού re-rating (διεύρυνσης των αποτιμήσεων) των ελληνικών μετοχών.
Αύξηση θέσεων
Σύσταση «αύξησης θέσεων» (overweight) διατηρεί για την ελληνική αγορά η Morgan Stanley μετά και την απόφαση της MSCI. Με βάση τα σημερινά δεδομένα ο δείκτης MSCI Greece θα περιλαμβάνει 5 μετοχές με στάθμιση 0,30% και 0,05% στους δείκτες MSCI Europe και MSCI World, ενώ αναμένει καθαρές εισροές (αγορές μείον πωλήσεις) από funds παθητικής διαχείρισης 300 εκατ. ευρώ που αντιστοιχούν σε μία ημέρα συναλλαγών, ενώ σε επίπεδο επιμέρους μετοχών από μία ως τέσσερις ημέρες για αυτές που θα ενταχθούν τελικά στον βασικό δείκτη MSCI Greece και 9 έως 10 ημέρες για αυτές που θα αποχωρήσουν.
Από την άλλη πλευρά, τα funds ενεργητικής διαχείρισης που τοποθετούνται στις Αναδυόμενες Αγορές, διατηρούν «αυξημένες θέσεις» στην Ελλάδα και στην περιοχή της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και Αφρικής (ΕΕΜΕΑ), γεγονός που μπορεί να εγείρει ανησυχίες σχετικά με πιθανές εκροές, αν και οι διαχειριστές επιθυμούν τη διατήρηση για καιρό της έκθεσής τους σε ελληνικές μετοχές.
Η μετάβαση πάντως θα οδηγήσει funds που επενδύουν στις αναδυόμενες αγορές να μειώσουν ή να μηδενίσουν τη θέση τους στην Ελλάδα, ενώ τα funds ανεπτυγμένων αγορών καλούνται να χτίσουν νέες θέσεις στην ελληνική αγορά, η οποία περνά σε μία φάση εκροών/εισροών, με χρονική ασυμμετρία.
Από την πλευρά της η JP Morgan δεν είναι αισιόδοξη. Από την αναβάθμιση της MSCI, μόλις 4 μετοχές (Eurobank, Εθνική, Πειραιώς και Alpha Bank) εκτιμά πως θα ενταχθούν στο MSCI Europe, με τη ΔΕΗ να είναι κοντά για να ενταχθεί επίσης, υπολογίζοντας πως οι καθαρές εκροές θα κυμανθούν από τα 390 εκατ. ευρώ ως και τα 604 εκατ. ευρώ. Καθώς το ειδικό βάρος της ελληνικής αγοράς από άνω του 4% στον MSCI ΕΜΕΑ ΕΜ θα περιοριστεί κάτω του 0,30% στον MSCI Europe και στο 0,05% στον MSCI World είναι πιθανό η ελληνική αγορά να παραμείνει από ορισμένους επενδυτές στο περιθώριο των συναλλαγών.
Μετακινήσεις
Η Goldman Sachs είχε υπολογίσει επίσης ότι από την αναβάθμιση της Ελλάδας από τον οίκο MSCI θα προκύψουν μετακινήσεις κεφαλαίων από και προς το ΧΑ συνολικής αξίας 7,4 δισ. δολαρίων, από τα funds που παρακολουθούν τους δείκτες. Το τελικό αποτέλεσμα θα είναι ήπιες εκροές της τάξεως των 200 εκατ. δολαρίων, ενώ από την αναβάθμιση από τον οίκο FTSE αναμένεται να σημειωθούν μετακινήσεις ύψους 6,2 δισ. δολαρίων από index – tracking funds, με το τελικό αποτέλεσμα να είναι και σε αυτή την περίπτωση ήπια αρνητικό κατά 120 εκατ. δολάρια.
Αρχικά η αναβάθμιση της FTSE στις 21 Σεπτεμβρίου θα δώσει το στίγμα των εξελίξεων. Με βάση τα σημερινά στοιχεία, το ειδικό βάρος της Ελλάδας στον παγκόσμιο δείκτη FTSE Developed All Cap Index είναι 0,04% και στο ευρωπαϊκό FTSE Developed Europe All Cap Index 0,20%. Γεωγραφικά η Ελλάδα θα ενταχθεί στην περιοχή «Developed Europe», που περιλαμβάνει όλες τις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές αγορές, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Ολλανδία, την Ελβετία, τη Σουηδία και τη Δανία, και θα αφαιρεθεί από την περιοχή «Emerging Europe», όπου εντάσσονται σήμερα αγορές όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Τσεχία και η Ρουμανία.
Το παράδειγμα
Με βάση την πρακτική που χρησιμοποιούν συνήθως οι διαχειριστές παθητικών funds, κάτι λιγότερο από τις μισές κινήσεις τους γίνονται πριν και μετά τις ημερομηνίες αναβάθμισης και περισσότερο από τις μισές την ημέρα της αναβάθμισης. Καθώς η ελληνική αγορά θα έχει πολύ μικρό βάρος στον ευρωπαϊκό δείκτη MSCI Europe (0,37%-0,39%) και σχεδόν αμελητέο (0,06%-0,074%) στον παγκόσμιο δείκτη MSCI World, ορισμένοι αναλυτές φοβούνται μήπως τελικά μακροπρόθεσμα το ελληνικό Χρηματιστήριο βρεθεί στο περιθώριο των συναλλαγών. Η αναβάθμιση του Ισραήλ το 2009 προσφέρει πάντως ένα παράδειγμα, καθώς η αγορά του υποχώρησε γύρω από την αρχική ανακοίνωση της MSCI, αφού οι επενδυτές των αναδυόμενων αγορών, που δεν επιτρεπόταν να κατέχουν μετοχές ανεπτυγμένων αγορών, πούλησαν. Ομως, όταν η τέθηκε σε ισχύ η αναβάθμιση τον Μάιο του 2010, περίπου 2,2 δισ. δολάρια εκροών αντισταθμίστηκαν από περίπου 3 δισ. δολάρια εισροών.
Οι θεσμικοί
Από την άλλη πλευρά, πιο σημαντικό είναι πώς θα κινηθούν μεσοπρόθεσμα τα active funds, τα θεσμικά χαρτοφυλάκια με ενεργητική διαχείριση τα οποία διαθέτουν και πολλαπλάσια κεφάλαια, δεδομένου μάλιστα πως η μετάβαση της ελληνικής αγοράς από μια βάση επενδυτών αναδυόμενων αγορών – όπου τοποθετούνται με κριτήριο τη χώρα – σε μια βάση επενδυτών – όπου κυριαρχεί περισσότερο ο κλαδικός διαχωρισμός – αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο θα «διαβάζεται» πλέον η Ελλάδα. Μεσοπρόθεσμα πάντως, η αναβάθμιση του ελληνικού Χρηματιστηρίου αποτελεί σύμφωνα με την Bank of America θετική εξέλιξη, βελτιώνοντας τη ρευστότητα και την ορατότητα των ελληνικών μετοχών.



